Μεγάλη η δράση και των αδελφών Μπουνιαλή
Πόσοι και πόσοι Ρεθεμνιώτες πέρασαν στην ιστορία αλλά αγνοούνται στον τόπο τους.
Τα πρώτα ερεθίσματα για να τους γνωρίσουμε καλύτερα μας έδωσε ο μεγάλος Κρητολόγος Γιώργης Εκκεκάκης. Τα τελευταία χρόνια όμως μεταπτυχιακές εργασίες που ανέβηκαν στο διαδίκτυο αναδεικνύουν περισσότερο μορφές της διανόησης και της Τέχνης που αγνοούμε. Και αξίζει να τις επισκεφθούμε γνωρίζοντας αυτούς τους Ρεθεμνιώτες που έχει σκεπάσει πλέον η λήθη, Ρεθεμνιώτες όπως ο Ανδρέας Δώνος (±1480-1560) σημαντικός κωδικογράφος και αντιγραφέας.
Ανατρέχεις σε διάφορες πηγές για να έχεις μια ολοκληρωμένη εικόνα γύρω από τη ζωή του. Σε πληρέστερες μελέτες (Χατζηδάκη Εμμανουήλ «Κρήτες Λόγιοι του 17ου-18ου αιώνα» Μεταπτυχιακή διατριβή Θεσσαλονίκη 2014) φέρεται ότι καταγόταν από το Ρέθυμνο. Σε νεαρή ηλικία στα 1495 βρίσκεται στη Μεσήνη της Σικελίας, γεγονός που μας κάνει να υποθέτουμε τη χρονολογία γέννησής του κοντά στα 1480. Ο Δώνος φαίνεται να υπήρξε και δάσκαλος καθώς δίδαξε την ελληνική και τη λατινική γλώσσα στον Francesco Barozi, τοΝ σπουδαίο βενετοκρητικό λόγιο. Φέρεται, επίσης, και ως ποιητής ενός στιχηρού. Ο Ανδρέας Δώνος πιθανόν να έχει πεθάνει το 1560.
Βασίλειος Τσαγκαρόλος
Ο ίδιος ερευνητής αναφέρεται διεξοδικά και στον Βασίλειο Τζαγκαρόλο (1623/4- ±1669) Ρεθεμνιώτικης καταγωγής και αυτός .γιος του Φραγκίσκου και της Ποθούλας. Ο Βασίλειος εισήχθη στο Παπικό Κολλέγιο της Ρώμης, σε ηλικία 12 ετών εκεί σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία, θεολογία. Στην συνέχεια ο Βασίλειος μετέβη στην Πάντοβα όπου αρχικά σπούδασε στην Νομική Σχολή, μετέπειτα έγινε σύμβουλος στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Αργότερα έγινε μοναχός στο τάγμα Βενεδίκτων γύρω στα 1662-64651. Είναι γνωστά τα έργα του που έχουν εκδοθεί ανάμεσα στο 1648-1669. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται λατινικά επιγράμματα και διάφοροι λόγοι. Η χρονολογία θανάτου του δεν είναι ακριβής, αλλά προσεγγίζεται κατά το έτος 1669.
Καλλιόπιος Καλλιέργης
Ο κληρικός αυτός βρέθηκε εγκατεστημένος στην Κέρκυρα το 1646.
Φέρεται ότι διετέλεσε εφημέριος στον ναό των Αγίων Αποστόλων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου . Η στενή φιλική του σχέση με τον Μπουνιαλή φαίνεται και στη συνεργασία τους για την έκδοση της ακολουθίας του Αγίου Γοβδελά, η οποία εκδόθηκε το 1661 με τίτλο «Ακολουθία του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γοβδελάα Πέρσου του πολυάθλου ψαλλομένη τη ΚΘ΄ του Σεπτεμβρίου». Επίσης έγραψε το έργο Ευχαί της Μεταλήψεως που εκδόθηκε στη Βενετία στα 1730. Η φιλολογική του δράση συνεχίσθηκε με την αντιγραφή δύο αντιρρητικών έργων του Γερασίμου Βλάχου. Πρόκειται για τα Κατά Ιουδαίων και Περί Μωάμεθ θρησκεία και κατά των Τούρκων.
Οι αδελφοί Μπουνιαλή
Αναφερόμαστε περισσότερο στον Μαρίνο (Ρέθυμνο 1620 – Βενετία 1685) λόγω του κορυφαίου έργου του «Κρητικός Πόλεμος» αλλά σημαντικός ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός Εμμανουήλ Τζάνες επιφανής ζωγράφος του 17ου αιώνα αλλά και ο μικρότερος Κωνσταντίνος Τζάνες επίσης μεγάλος ζωγράφος.
Τα τρία αδέλφια συνδέθηκαν με την εικονογράφηση στην Εκκλησία Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία αλλά δυστυχώς κανένα από τα έργα του Μαρίνου δεν σώθηκε. Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια η οικογένεια μετά την πτώση της πατρίδας τους στους Τούρκους εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κέρκυρα (1646) και κατέληξε στην Δημοκρατία της Βενετίας (1650) όπου έγιναν από τα εξέχοντα μέλη της Ελληνικής κοινότητας της πόλης.

Κωνσταντίνος Κιαρέλλος
Αναζητώντας τους άγνωστους λογίους του Ρεθύμνου φθάσαμε στον Κωνσταντίνο Κιαρέλλο (1677…).
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, γι’ αυτόν στη διατριβή του ο Εμμανουήλ Χατζηδάκης (Θεσσαλονίκη 2014).
Ο Κωνσταντίνος Κιαρέλλος, καταγόμενος από το Ρέθυμνο, ήταν γιος του Καπετάν Νικόλα Κιαρέλλου. Παντρεύτηκε τη Χάρη Καλαβρού. Εισήχθη στο Φλαγγινιανό σχολείο τον Μάιο του 1691. Μετά τις σπουδές του εισήχθη στη Βενετική υπηρεσία και έγινε γραμματικός στο Ναύπλιο. Αδερφός του Κωνσταντίνου Κιαρέλλου είναι ο Γεώργιος, ο οποίος σπουδάζει και αυτός στη Φλαγγίνειο Σχολή.
Γεώργιος Χορτάτζης (1555-±1610)
Γνωρίζουμε κατ’ όνομα τον σπουδαίο δημιουργό της « Ερωφίλης» αλλά αγνοούμε λεπτομέρειες του βίου του πέρα από το ότι γεννήθηκε στα 1555 στο Ρέθυμνο, καταγόταν από γνωστή αστή οικογένεια και ήταν γιος του Τζουάνε Χορτάτση.
Σύμφωνα με τον επιφανή πανεπιστημιακό Στέφανο Κακλαμάνη, ο Γεώργιος Χορτάτσης είναι πιθανόν να έλαβε τη μόρφωσή του στην Ιταλία, και πιθανότατα στο πανεπιστήμιο της Φερράρας, γνώριζε την ιταλική και τη λατινική γλώσσα. Ο Χορτάτσης υπήρξε δραστήρια πνευματική προσωπικότητα στο νησί, πιθανόν να ήταν μέλος της ακαδημίας των Stravaganti του Χάνδακα. Η προσφορά του, τον κατατάσσει από τους σημαντικότερους συντελεστές της Κρητικής Αναγέννησης. Ο Γεώργιος Χορτάτσης ασχολήθηκε με τρία είδη θεάτρου, την τραγωδία, την ποιμενική κωμωδία και την αστική κωμωδία. Θεωρείται βέβαιο σήμερα, ότι ο Χορτάτσης γνώριζε επαρκώς την ιταλική τραγωδία και κωμωδία, από την οποία και επηρεάστηκε στα έργα του. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα ο Χορτάτσης είναι ο επισημότερος Έλλην ποιητής του ΙΖ αιώνος.


Μελέτιος Χορτάτζης
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διατριβή του Εμμανουήλ Χατζηδάκη, ο Μελέτιος Χορτάτζης (1600-1677) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο.
Στην Βενετία υπήρξε ιεροκήρυκας και δάσκαλος της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας. Την περίοδο αυτή είχε το όνομα Μιχαήλ. Στα 1642 ο Μελέτιος χειροτονήθηκε ιερέας από τον αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας Νικόδημου Μεταξά όπου και λαμβάνει το όνομα Μελέτιος, ιερούργησε στον ναό του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας. Ο Μελέτιος Χορτάτσης έμεινε γνωστός στην ιστορία ως μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1657-1677), όταν διαδέχθηκε τον Αναστάσιο Βαλεριανό. Στον μητροπολιτικό θρόνο αργότερα θα τον διαδεχθεί ο Μεθόδιος Μορώνης (1677-1679). Ο Μελέτιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Φλαγγινείου Σχολής, για την αποστολή αυτή ο Χορτάτσης είχε για βοηθό του τον Εμμανουήλ Τζάνε Μπουνιαλή. Ο Μελέτιος πεθαίνει το 1680. Στα έργα του Μελετίου Χορτάτση απαντώνται διάφοροι ρητορικοί λόγοι που εκφωνούσε.
Ναθαναήλ Κανώπιος
Ο Ναθαναήλ Κανώπιος (ή Κανόπιος, Κονόπιος ή Κωνώπιος) Έλληνας κληρικός που έζησε τον 17ο αιώνα ήταν και η αφορμή αυτού του αφιερώματος μετά από όσα αναφέρει ο Γιώργης Εκκεκάκης.
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια ήταν φίλος και οπαδός του Πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως, του οποίου διατέλεσε αρχιδιάκονος και πρωτοσύγκελος.
Μετά τον απαγχονισμό του Κυρίλλου (1638) κατέφυγε στην Αγγλία, όπου έγινε δεκτός με ιδιαίτερα ευμενή τρόπο από τον βασιλιά Κάρολο Α΄ και τον αρχιεπίσκοπο Laud. Αυτοί τον έστειλαν για σπουδές θεολογίας στο Balliol College της Οξφόρδης, όπου τράβηξε την προσοχή λόγω της ευρυμάθειάς του και της βυζαντινής μουσικής που συνέθετε. Λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στην Οξφόρδη τη χρήση του καφέ. Το ημερολόγιο του John Evelyn (1620-1706) αναφέρει: «κατά την παραμονή μου στο κολλέγιο (Balliol College) έφτασε: κάποιος Ναθαναήλ Κονόπιος (Nathaniel Conopios), από την Ελλάδα, σταλμένος από τον Κύριλλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, επιστρέφοντας πολλά χρόνια αργότερα, χειροτονήθηκε (όπως μου δόθηκε να καταλάβω) επίσκοπος Σμύρνης. Ήταν ο πρώτος που είδα ποτέ να πίνει καφέ, συνήθεια που δεν ήρθε στην Αγγλία παρά τριάντα χρόνια αργότερα». Εκεί του επέτρεψαν να ιερουργεί στην Αγγλικανική Εκκλησία του Χριστού (Christ Church), όπου έγινε εφημέριος, έως ότου τον εκδίωξαν από εκεί φανατικοί οπαδοί του Κρόμγουελ, οπότε μετέβη στο Άμστερνταμ. Εκεί οι Καλβινιστές προσπάθησαν να τον πείσουν να μεταφράσει στην ελληνική γλώσσα τις θεολογικές εισηγήσεις του Καλβίνου (κατ’ άλλους Λουθηρανοί τον δωροδώκησαν για να μεταφράσει τις διδαχές του Λουθήρου) για να γίνουν γνωστές στους πιστούς της Ανατολικής Εκκλησίας. Δεν είναι γνωστό αν ο Ναθαναήλ έκανε τις μεταφράσεις αυτές.

Το 1647 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και το 1651 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης. Φαίνεται όμως ότι δεν πρόλαβε να ασκήσει τα μητροπολιτικά του καθήκοντα εκεί, καθώς σχεδόν αμέσως (1652) εξελέγη Μητροπολίτης ο Μακάριος Μαλκότζης.
Η παρουσία του πάντως στην πόλη αυτή αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό της πολυτάραχης ζωής του μετά την επιστροφή του από την Αγγλία.
Οι κυριότερες πτυχές της δράσης του στη Σμύρνη περιλαμβάνουν:
Εκκλησιαστική Διοίκηση: Ανέλαβε το τιμόνι της Μητρόπολης σε μια δύσκολη περίοδο για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει την τοπική εκκλησία μετά από περιόδους αστάθειας και καθαιρέσεων προκατόχων του.
• Πνευματικό και Λόγιο Έργο: Ως άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση (απόφοιτος της Οξφόρδης), μετέφερε στη Σμύρνη τις εμπειρίες και τις γνώσεις που απέκτησε στην Ευρώπη. Συνέχισε να ασχολείται με τη Βυζαντινή Μουσική, καθώς ήταν δεινός μουσικός και συνθέτης.
• Συνδετικός Κρίκος με τη Δύση: Λόγω των στενών του σχέσεων με την Αγγλία και της παραμονής του στο Balliol College, η παρουσία του στη Σμύρνη (ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια και εμπορικά κέντρα της εποχής) διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ των ορθόδοξων κύκλων και των δυτικών λογίων.
• Τέλος της θητείας: Η θητεία του ήταν σύντομη, καθώς φαίνεται πως απεβίωσε λίγο μετά την εκλογή του (γύρω στο 1652-1654), με ορισμένες πηγές να τοποθετούν τον θάνατό του στη Σμύρνη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τη σύντομη παραμονή του, η φήμη του ως ο “άνθρωπος που έφερε τον καφέ στην Αγγλία” τον ακολουθούσε πάντα, προσδίδοντας κύρος στη θέση του ως ιεράρχη.
Οι λόγοι που τον απομάκρυναν από την Οξφόρδη το 1648 σύμφωνα με άλλες πηγές ήταν για
καθαρά πολιτικούς και θρησκευτικούς λόγους, που σχετίζονταν με τον Αγγλικό Εμφυλίο Πόλεμο.
Ως κύριοι λόγοι αναφέρονται οι εξής:
• Σχέσεις με τους Βασιλικούς (Royalists): Ο Κωνώπιος είχε την υποστήριξη του Αρχιεπισκόπου William Laud και του Βασιλιά Καρόλου Α΄, οι οποίοι ηττήθηκαν στον εμφύλιο από τους Κοινοβουλευτικούς (Parliamentarians).
• Η Εκκαθάριση της Οξφόρδης: Μετά τη νίκη τους, οι Κοινοβουλευτικοί επέβαλαν μια «κάθαρση» στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ειδικοί επίτροποι (parliamentary commissioners) απομάκρυναν όσους θεωρούνταν πιστοί στον Βασιλιά ή είχαν στενές σχέσεις με την αγγλικανική ιεραρχία που υποστήριζε τον θρόνο.
• Η Θέση του στο Christ Church: Εκείνη την εποχή κατείχε τη θέση του εφημέριου (chaplain) στο κολέγιο Christ Church. Λόγω των διασυνδέσεών του με τους ηττημένους «Βασιλικούς», κρίθηκε ανεπιθύμητος από το νέο καθεστώς.
Αθανάσιος Πατελάρος
Στη Βικιπαίδεια εντοπίσαμε πληρέστερα στοιχεία για τον Αθανάσιο Πατελάρο από τις σημαντικότερες μορφές της Ιεροσύνης και σταχυολογήσαμε τα πιο ενδιαφέροντα:
Ο Αθανάσιος Πατελάρος κατά κόσμον (Αλέξιος Πατελάρος) διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για μικρά χρονικά διαστήματα, το 1634 και το 1652.
Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου μεταξύ των ετών 1580 και 1597. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Ομιλούσε ελληνικά και λατινικά και διακρινόταν για τη γενικότερη μόρφωσή του, το κήρυγμά του και την ποίηση που έγραφε. Μελετούσε την Αγία Γραφή, και μάλιστα μετέφρασε μέρος της στα νέα ελληνικά. Στη Μονή Ιβήρων σώζεται σήμερα και μετάφραση του Ψαλτηρίου που έκανε ο ίδιος.
Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν επιστήμονας και εκδότης, ενώ ο μεγαλύτερος του αδελφός Ευστάθιος ήταν φυσικός. Έζησε κατά την Ενετοκρατία, για διάστημα 26 χρόνων στη Μονή Αρκαδίου, όπου έλαβε την εκπαίδευση του.
Εκάρη μοναχός στο Σιναϊτικό Μετόχι του Χάνδακα. Κατόπιν μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου εγκαταστάθηκε σε κελί που έκτισε ο ίδιος στην περιοχή της Μονής Παντοκράτορος. Χειροτονήθηκε διάκονος, ιερέας και επίσκοπος στη Θεσσαλονίκη. Το 1631 εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
Τον Μάρτιο του 1634 εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με τη βοήθεια του Σουλτάνου, αλλά και λατινοφρόνων και Ιησουητών. Η διάρκεια της πρώτης του Πατριαρχίας δεν είναι γνωστή. Εκθρονίστηκε πάντως συντομότατα (ίσως και εντός έτους) και επέστρεψε στο Άγιο Όρος. Διέμεινε στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο βρισκόταν κοντά στις Καρυές, το οποίο και μεγάλωσε με προσωπική εργασία. Είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, της οποίας θεωρείται κτήτωρ. Από εκεί επεδίωξε τη βοήθεια του Πάπα, για να επανέλθει στο Θρόνο του. Το 1635 βρέθηκε στη Βενετία, από όπου κατηγορούσε τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι ως αιρετικό, αλλά και τον Πάπα που δεν τον βοηθούσε.
Το 1639 ο Πατριάρχης Παρθένιος Α΄ του παραχώρησε τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και τη Μονή Βλατάδων. Το 1643 ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία, όπου κέρδισε τη συμπαράσταση του τοπικού ηγεμόνα και αναρριχήθηκε εκ νέου στον Πατριαρχικό Θρόνο το 1652 για δεκαπέντε ημέρες. Αν και αναφέρεται ότι τάχθηκε υπέρ της ένωσης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, εντούτοις την ημέρα της εκθρόνισής του έβγαλε κήρυγμα με βάση το χωρίο «Σῦ εἰ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο. Το κήρυγμά του αυτό προκάλεσε τη μήνι των λατινοφρόνων, με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος το 1655 κυκλοφόρησε πραγματεία με τον τίτλο «Ἀντιπατελάριον».
Μετά τη νέα έκπτωσή του από τον Θρόνο, ο Αθανάσιος μετέβη στη Ρωσία και αργότερα στο Ιάσιο της Ρουμανίας. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικό ιεραποστολικό έργο και αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί και την ιδιαίτερη τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Απεβίωσε στις 5 Απριλίου 1654 στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του Λούμπνι, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, όπου ενταφιάστηκε καθήμενος, κατά το τυπικό της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο τάφος του υπήρξε πηγή αγιάσματος και ιαμάτων.
Η Ρωσική Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά του το 1662, οπότε έγινε ανακομιδή των λειψάνων του. Η Μονή του Λούμπνι μετατράπηκε σε φυλακή το 1917 και σε στρατόπεδο το 1937. Το σκήνωμα του Αθανασίου Πατελάρου διασώθηκε στην αποθήκη ενός μουσείου. Το 1990 αποδόθηκε και πάλι στη Ρωσική Εκκλησία και διατηρείται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Τμήμα του ιερού Λειψάνου του μετακομίστηκε στη γενέτειρά του στις 21 Αυγούστου 1993 και έκτοτε καθιερώθηκε εορτή της Μετακομιδής των Λειψάνων του, που εορτάζεται στην Αξό Μυλοποτάμου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου.

Στις 1 Φεβρουαρίου 1662, υπάρχει μαρτυρία του μητροπολίτη Γάζας Παΐσιου Λιγαρίδη όταν επισκέφθηκε τη Μονή στο Λούμπνι, ο οποίος είχε ως όραμα τον Αθανάσιο στον ύπνο του, τα άφθαρτα κειμήλια του αγίου μεταφράστηκαν κατά την ημερομηνία αυτή. Το 1672, ο Τσάρος ζήτησε από τον ποδυάχυ Μ. Σαβίν να διερευνήσει τα θαύματα από τα κειμήλια του αγίου. Κατά τον 18ο αιώνα, χειρόγραφα της αγιογραφίας του και των κανόνων του προστατεύτηκαν στη μονή του Λούμπνι.
Το 1818, ο Μεθόδιος (Πισνιατσέβσκι), αρχιεπίσκοπος Πολτάβας, έκανε αίτηση στην Ιερά Σύνοδο για την αγιοποίηση του Αθανασίου, αλλά η αίτηση του απορρίφθηκε. Όμως η τιμητική του αγίου και τα καταγεγραμμένα θαύματα συνεχίστηκαν. Κατά τη δεκαετία του 1860, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Αντρέι Νικολάγιεβιτς Μουράβιοβ δημιούργησε μια νέα αγιογραφία του Αθανασίου με παραδείγματα από θαύματα του.
Η ιστορία της αγιοποίησης του Αθανασίου είναι ασαφής, αλλά η επίσημη αναγνώριση του ξεκίνησε από τη Ρωσική Εκκλησία στα τέλη του 19ου αιώνα, αν και ο Ευγένιος Γκολουμπίνσκι μέσω των έργων του απέδειξε πως η αναγνώριση του πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1672 και 1676 υπό του Ιωσήφ (Νελιούμποβιτς-Τουκάλσκυ), μητροπολίτη Κιέβου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης).
Το 1922, ο καθεδρικός ναός της Μεταμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένου και του ασημένιου θρόνου του αγίου, λεηλατήθηκε από τους Μπολσεβίκους. Τα απομεινάρια μεταφέρθηκαν στο Χάρκοβο τη δεκαετία του 1930. Εν τέλει προστατεύτηκαν στον Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της πόλης το 1947.
Μια ιερόσυλη πράξη αναφέρουν τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» τον Φεβρουάριο του 2010. Επρόκειτο για την κλοπή των αγίων λειψάνων. Οι ιερόσυλοι παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα, πήραν εκατό ευρώ από το παγκάρι και στη συνέχεια άρπαξαν τη λειψανοθήκη που είχε μέρος του ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου και εξαφανίστηκαν. Η κλοπή στον Άγιο Αθανάσιο θεωρείται ένα από τα πιο «βαριά» πλήγματα για την πολιτιστική κληρονομιά του Μυλοποτάμου, καθώς ο ναός είναι ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Ευτυχώς τα λείψανα επεστράφησαν την ίδια χρονιά.
Βέβαια όχι όπως θα έπρεπε. Βρέθηκαν πεταμένα στο χωράφι μιας ευσεβούς κυρίας και επεστράφησαν στον ναό με κάθε επισημότητα.
Το αφιέρωμα μας δεν τελειώνει εδώ.
Σύντομα θα επανέλθουμε και με άλλους λογίους που εντοπίζουμε σε έγκριτες διατριβές τις οποίες αξίζει να αναδεικνύουμε δοθείσης ευκαιρίας. Και φυσικά τους ερευνητές (όπως ο Εμμ. Χατζηδάκης) που μας καταπλήσσουν με την ενδελεχή τους έρευνα και την απόλυτη τεκμηρίωση των στοιχείων που παραθέτουν. Είναι άξιοι κάθε επαίνου.









