Η απορρόφηση χρηματικών ποσών με πολλά μηδενικά από την Ουκρανία, σε βάρος της αρτιμέλειας του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού μειώνει το πρόβλημα κυρίως στις χώρες με πολεμική βιομηχανία. Έτσι, υπάρχει αντίβαρο των δαπανών. Παρά το γεγονός αυτό ο ευρωπαϊκός πληθυσμός εξακολουθεί να αιμορραγεί και να φτωχοποιείται με συνείδηση των πράξεων και παραλείψεων της ευρωπαϊκής διοίκησης1. Στην αντίπερα όχθη, οξύνει το πρόβλημα στις χώρες με μειωμένη πολεμική βιομηχανία. Η Ελλάδα χώρα ιδιαιτέρως με μικρή έως ανύπαρκτη πολεμική βιομηχανία (λόγω ενδεχομένως και των μνημονίων), όπως σημείωνα ήδη στα ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ από το 2012, συμμετέχει στην ανεξέλεγκτη αυτή χοάνη χωρίς ιδιαίτερο αντίκρισμα. Τι να πούμε παραπάνω και για την κλιματική κρίση;
Η συνάντηση της «Συμμαχίας των Προθύμων» στο Κίεβο, στις 24 Αυγούστου 2026, επιβεβαίωσε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ουκρανία εισέρχεται σε φάση ακόμη μεγαλύτερης στρατιωτικής και οικονομικής εμπλοκής. Οι συμμετέχοντες συζήτησαν την ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας, την προμήθεια πυρομαχικών και την παροχή μακροχρόνιων εγγυήσεων ασφαλείας.
Τα ποσά για την Ουκρανία διογκώνονται
Η χρηματοδότηση δεν περιορίζεται πλέον σε έκτακτες επιχορηγήσεις. Ο Μηχανισμός για την Ουκρανία προβλέπει έως 50 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027. Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί δάνειο 90 δισ. ευρώ για τις χρηματοδοτικές και αμυντικές ανάγκες της χώρας κατά τα έτη 2026-2027, το οποίο χρηματοδοτείται με δανεισμό της ΕΕ από τις αγορές. Μέχρι τον Αύγουστο του 2026 είχαν εκταμιευθεί 11,6 δισ. ευρώ: 3,2 δισ. για δημοσιονομική υποστήριξη και 8,4 δισ. για αμυντικές προμήθειες. Στις 24 Αυγούστου εγκρίθηκαν επιπλέον 6,1 δισ. ευρώ για συστήματα αεράμυνας, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ2.
Οι χορηγίες και τα δάνεια δημιουργούν τόκους, εγγυήσεις και μακροχρόνιες υποχρεώσεις. Επομένως, περιορίζουν έμμεσα τα περιθώρια άσκησης άλλων πολιτικών, ιδίως όταν οι ίδιοι εθνικοί και ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί πρέπει να καλύψουν συγχρόνως άμυνα, γεωργία, κοινωνική συνοχή, ενέργεια και κλιματική προστασία.
Το άνισο οικονομικό αντίβαρο των εξοπλισμών
Οι στρατιωτικές δαπάνες δεν έχουν το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα σε όλες τις χώρες. Όταν η βοήθεια παρέχεται με παραγγελίες όπλων, πυραύλων, πυρομαχικών ή ηλεκτρονικών συστημάτων, μέρος της δημόσιας δαπάνης επιστρέφει ως κύκλος εργασιών, απασχόληση, φορολογικά έσοδα και τεχνολογική ανάπτυξη στις χώρες όπου εδρεύουν οι μεγάλες αμυντικές επιχειρήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στο δάνειο των 90 δισ. ευρώ επιτρέπει στην Ουκρανία να αγοράζει και αμυντικά προϊόντα βρετανικής κατασκευής. Η βοήθεια λειτουργεί, επομένως, ταυτόχρονα ως γεωπολιτικό μέσο και ως έμμεση βιομηχανική πολιτική3.
Η ανισοκατανομή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς οι αμυντικές δαπάνες των 27 κρατών μελών έφθασαν τα 418 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 20% σε σχέση με το 2024, και προβλέπεται να ανέλθουν στα 454 δισ. ευρώ το 2026. Τα οικονομικά οφέλη συγκεντρώνονται κυρίως στις χώρες που διαθέτουν ισχυρή παραγωγική και τεχνολογική βάση. Αντίθετα, όσες αγοράζουν κυρίως εισαγόμενο εξοπλισμό επιβαρύνονται χωρίς να ανακτούν αντίστοιχο μέρος της δαπάνης μέσω εγχώριας παραγωγής. Αυτή είναι και η περίπτωση της χώρας μας4.
Η κλιματική καταστροφή καταφθάνει με νέο λογαριασμό
Μέσα σε αυτή τη δημοσιονομική πίεση, αναδεικνύεται μία εξίσου επείγουσα ανάγκη, που οι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες θεωρούν ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει τώρα δισεκατομμύρια στην προσαρμογή και στην προστασία από την κλιματική αλλαγή, διαφορετικά θα αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερο κόστος από πυρκαγιές, καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες. Το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2026, καθιστά δυσκολότερη για τις κυβερνήσεις την αναβολή των αναγκαίων επενδύσεων5.
Το ετήσιο επενδυτικό κενό είναι τεράστιο. Οι αναγκαίες επενδύσεις προσαρμογής υπολογίζονται μεταξύ 53 και 137 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2050, ενώ σήμερα διατίθενται περίπου 15-16 δισ. ευρώ. Πρόκειται, δηλαδή, για κενό που μπορεί να ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Η προσαρμογή δεν είναι απλή «πράσινη πολυτέλεια»: για παράδειγμα, κάθε ευρώ που επενδύεται στην προστασία των ευρωπαϊκών ακτών από πλημμύρες μπορεί να αποφέρει έξι ευρώ σε ζημιές που αποτρέπονται6.
Για την Ελλάδα και γενικότερα τη νότια Ευρώπη, το ζήτημα είναι ακόμη σοβαρότερο. Η λειψυδρία, οι πυρκαγιές, οι υψηλές θερμοκρασίες, η διάβρωση των ακτών και η πτώση της γεωργικής παραγωγικότητας δεν αποτελούν μακρινό κίνδυνο αλλά σημερινή οικονομική πραγματικότητα.
Η χρηματοδότηση αντιπυρικών ζωνών, δικτύων νερού, αντιπλημμυρικών έργων, ανθεκτικών καλλιεργειών και τοπικών μηχανισμών πολιτικής προστασίας δημιουργεί άμεση εγχώρια προστιθέμενη αξία. Σε αντίθεση με τις εισαγωγές οπλικών συστημάτων, οι σχετικές δαπάνες επιστρέφουν σε μεγάλο βαθμό στην ελληνική οικονομία, προστατεύοντας παράλληλα ανθρώπινες ζωές και παραγωγικό κεφάλαιο.
Η μεγάλη σύγκρουση για τον προϋπολογισμό 2028-2034
Η πρόταση της Επιτροπής για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο πλησιάζει τα 2 τρισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ. Προβλέπει έως 100 δισ. ευρώ για την Ουκρανία κατά την περίοδο 2028-2034, ενώ η Επιτροπή προτείνει το 35% των συνολικών δαπανών να συμβάλλει σε κλιματικούς και περιβαλλοντικούς στόχους. Οι δύο κατηγορίες δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες, καθώς το 35% περιλαμβάνει δαπάνες πολλών πολιτικών και όχι ένα αυτοτελές ταμείο προσαρμογής. Αναδεικνύουν, όμως, τον ανταγωνισμό μεταξύ ολοένα περισσότερων αναγκών μέσα σε έναν περιορισμένο προϋπολογισμό7.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι απλά «Ουκρανία ή κλίμα». Είναι αν η ΕΕ μπορεί να χρηματοδοτεί αόριστα μια αυξανόμενη στρατιωτική εμπλοκή χωρίς σαφή όρια και ταυτόχρονα να προστατεύει τους πολίτες της από ήδη ορατές φυσικές καταστροφές, την ακρίβεια, τη φτώχεια και την αποδυνάμωση της γεωργίας. Χρειάζονται δημοσιονομικά όρια, πλήρης λογοδοσία, δίκαιη συμμετοχή των μικρότερων εθνικών βιομηχανιών και χωριστή αξιολόγηση του κοινωνικού και κλιματικού κόστους κάθε επιλογής.
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν εξαντλείται στα όπλα. Περιλαμβάνει την προστασία των συνόρων, αλλά και την ασφάλεια των τροφίμων, του νερού, των δασών, των κατοικιών και των εισοδημάτων. Αν τα κέρδη της στρατιωτικής επέκτασης συγκεντρώνονται σε λίγες ισχυρές βιομηχανικές χώρες, ενώ οι κλιματικές ζημιές και οι δημοσιονομικές θυσίες επιμερίζονται σε όλους, τότε η ευρωπαϊκή πολιτική θα εντείνει τις ανισότητες που υποτίθεται ότι ο κοινός προϋπολογισμός οφείλει να περιορίζει.
1 https://euractiv.com/fr/news/les-dirigeants-europeens-se-mobilisent-en-faveur-de-lukraine-face-a-loffensive-russe/?utm_source=euractiv&utm_medium=newsletter&utm_content=Zone+1&utm_term=0-0&utm_campaign=FR_LES_CAPITALES
5 https://www.politico.eu/article/eu-climate-adaptation-spending-wopke-hoekstra-wildfires-heat-waves/
7 https://commission.europa.eu/news-and-media/news/eu-budget-2028-2034-stronger-europe-2025-07-16_el
* Ο Γιώργος Μαρκατάτος είναι διευθύνων σύμβουλος












