30 °C Rethymno, GR
27/06/2022

ΜΙΑ ΘΥΜΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΤΙΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ!

Η νύχτα δίχως ξημέρωμα! Μυθιστορία

Του ΝΙΚΟΥ ΦΛΕΜΕΤΑΚΗ

Είπαμε την τελευταία βραδιά του Μάη να την περάσουμε σε μια φεγγαροφώτιστη αυλή οι δύο μας, έτσι όπως όταν ήμασταν 20σάχρονο ζευγάρι, με γεμάτη την ψυχή και την καρδιά μας από έρωτα, πάθος, όνειρα, ταξίδια, καριέρα, όνειρα της πρώτης άνοιξης της πρώτης μας συζυγικής ζωής, το πρώτο κλάμα του νεογέννητου παιδιού μας, και τόσα άλλα που πλημμυρίζουν την ψυχή κάθε εικοσάχρονου ζευγαριού.

Έτσι σκεφτήκαμε να περπατήσουμε λίγο κάτω από το φεγγαρόφωτο του Μάη και μετά να πάμε να καθίσουμε σε ένα παραλιακό μέρος που είχαμε , πριν από καιρό, ξεχωρίσει.

Στην αρχή, ξεκινήσαμε τη βόλτα ,βηματίζοντας αργά αγκαλιασμένοι, όπως πάντα, μπαίνοντας μέσα στο πάρκο, που κάποτε σ αυτό το μέρος, δίναμε μια κρυφή συνάντηση.

Με την είσοδό μας αρχίσαμε τις αναμνηστικές συζητήσεις των περασμένων εκείνων χρόνων.

Άξαφνα εκείνη σταμάτησε στο σημείο εκείνο, που είχαμε κάποτε ειδωθεί πρώτη φορά.

… Να εδώ ήταν που συναντηθήκαμε !

Βλέπεις εκείνο το παγκάκι; Εκεί, θυμάσαι; Καθίσαμε και εκεί ανταλλάξαμε το πρώτο μας νεανικό φιλί.

Και σαν να ήταν εκείνη η παλιά στιγμή με αγκάλιασε σφικτά και με πολύ ερωτικό ύφος είπαν τα κόκκινα χείλη της: Σε παρακαλώ ,αγάπη μου, φίλησέ με πάλι όπως τότε.

Την κοίταξα με πάθος και φιληθήκαμε .Μείναμε έτσι για αρκετό χρόνο, ώσπου μια γλυκιά λαλιά, ένα θεϊκό κελάηδημα ενός αηδονιού ήρθε από το πιο ψηλό κλαδί και συμπλήρωσε την μαγεία της στιγμής, σαν να τραγουδούσε εκείνο το παλιό τραγούδι κάπως παραποιημένο:

Για σας κελαηδούν τα πουλιά

χαρούμενα μες στα κλαδιά

μαζί σας κι αυτά μεθυσμένα

γλυκά τραγουδούν μαγεμένα.

Τι ευτυχία που νοιώσαμε! Τι αγαλλίαση της ψυχής! και τι υπέροχα συναισθήματα λούσανε τον εσωτερικό μας κόσμο! Η μαγεία της στιγμής, που δεν ξαναγυρίζει ποτέ πια.

Ό,τι νοιώθεις σ’ αυτές τις στιγμές απόλαυσέ το, με όλες σου τις αισθήσεις, γιατί δεν το ξαναζείς πια.

Η ξαφνική σιωπή του αηδονιού μας ξάφνιασε, σαν να μας είπε: Αυτό ήταν! Γεια σας. Τότε κι εμείς προχωρήσαμε αφήνοντας μια ανάμνηση πάλι στο παλιό ερωτικό μας παγκάκι.

Έτσι περπατώντας σιγοτραγουδούσαμε τα λόγια του αηδονιού και γελώντας φτάσαμε στην φεγγαροφώτιστη αυλή του καφε-ουζερί με τα γευστικότατα θαλασσινά και το εξαίρετο μυτιλινιώτικο ουζάκι, μα προπαντός την απολαυστικότητα της τοποθεσίας με την θέα της μαγευτικής φεγγαρόλουστης βραδιάς και το δήθεν ασάλευτο μισοφέγγαρο να καθρεπτίζεται στην ήρεμη θήλασα.

Απολαμβάνοντας τις νοστιμότατες λιχουδιές, το γλυκόπιοτο ασπριδερό νερό της Λέσβου και αναπολώντας τα περασμένα μας ,εμφανίζονται ξαφνικά και εδώ, δύο ψηλόλιγνοι ομορφοντελικανήδες, να γλυκοπαίζουν τα δάκτυλά τους, ο ένας στις χορδές της κιθάρας και ό άλλος στα άσπρα πλήκτρα του ακορντεόν και να αναδύουν τις νότες εκείνου του τραγουδιού, που την μαγεία του, μας είχε χαρίσει πριν από λίγη ώρα το αηδόνι του πάρκου.

Η απόλαυση μα και συγχρόνως το ξάφνιασμα δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια.

Μέσα στην φεγγαρόφωτη νυχτιά λες και άγγελοι φτερούγιζαν ολόγυρά μας και με τις αγγελικές φωνές χάρισαν μια αξέχαστη νεανική στιγμή στη γέρικη ζωή μας.

Λίγο, το ουζάκι, λίγο ο ενθουσιασμός, λίγο το κατάλληλο του χώρου, είπα στα παιδιά να με συνοδεύσουν μουσικά για να αφιερώσω ένα παλιό τραγούδι στην αγαπημένη μου.

Τρικλίζοντας λίγο ,μέχρι να το θυμηθώ, της είπα:

«Εγώ θα σ αγαπώ μέχρι να ζω κι ότι κι αν γίνει η αγάπη μου θα συνοδεύει τη ζωή σου όπου κι αν βρίσκεσαι». Με το που είπα αυτό ήρθε στο μυαλό και το τραγούδι:

Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει

και θα σου χτίσω μια μικρή φωλιά

κι όταν το σούρουπο μας αγκαλιάζει

θα ζευγαρώνουμε σαν δυο πουλιά.

Σαν μου λεν να φύγω από κοντά σου

πιο καλά ο ήλιος να σβηστεί

σ’ έχω τόσο συνηθίσει, σ’ αγαπώ τόσο πολύ

ας τον κόσμο κι έλα δώσ’ μου ένα φιλί.

Η βραδιά υπέροχη, τα τραγούδια χρυσή σκάλα που σε ανεβάζει στα ουράνια, το φαγητό και το ποτό απολαυστικότατα και έτσι κύλισε η αξέχαστη αυτή τελευταία μέρα του Μαή.

Τρικλίζοντας επιστρέψαμε στο σπιτάκι μας και με γλυκά λόγια πλαγιάσαμε με τα ρούχα.

Κάποια στιγμή ένας παράξενος ήχος, σαν συναγερμός, με πέταξε από το μαξιλάρι μου. Άναψα το φώς και φώναξα: Σήκω αγάπη μου γιατί κοιμηθήκαμε με τα ρούχα. Την σκούντησα μα απάντηση δεν πήρα. Σηκώθηκα αμέσως και στάθηκα πλάι της.

Δυστυχώς ο βρόγχος που με ξύπνησε ήταν η τελευταία αναπνοή που άφησε μέσα στη κάμαρά μας.

Η τόση χαρά που ζήσαμε την τελευταία νύχτα του Μάη με τόση ζωντάνια ήταν, για την ψυχή της ψυχής μου και η τελευταία νύκτα που δεν θα της φέρει ποτέ το ξημέρωμα . Μια νύχτα δίχως ξημέρωμα.

Σήμερα η ζωή μου, μια νύχτα, που το μόνο φως που φωτίζει τα κουρασμένα ζάλα μου, είναι το φως των ματιών της, που θα σβήσει όταν κι εγώ θα ταξιδέψω στην αιώνια νύχτα… δίχως ξημέρωμα!