Πολλές εκκλησίες στην Κρήτη συνδέονται με τη λαϊκή παράδοση, τους θρύλους, τα θαύματα, αποτελώντας σημεία αναφοράς για την πολιτιστική ταυτότητα του νησιού. Στο Ρέθυμνο, σε εποχές όπου οι δυο θρησκευτικές κοινότητες συνυπήρχαν, οι μουσουλμάνοι γίνονταν αποδέκτες θαυματουργικών παρεμβάσεων διαφόρων χριστιανών αγίων. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ήταν κατά κύριο λόγο ελληνόφωνοι, απόγονοι εξισλαμισμένων ντόπιων χριστιανών. Όπως και οι χριστιανικοί του νησιού, διατηρούσαν έντονα τα τοπικά ήθη, τη γλώσσα και την κουλτούρα. Σε πολλές περιπτώσεις, μουσουλμάνοι ζητούσαν τη βοήθεια αγίων, προσφέροντας χρήματα ή λάδι. Είναι γνωστή η ιστορία του ναού της πολιούχου της πόλης του Ρεθύμνου Αγίας Βαρβάρας, στην οποία αναφέρεται το όνομα του Αλή Εφένδη Τσιτσεκάκη, ο οποίος πούλησε στη χριστιανική κοινότητα τα ερείπια του ναού που προϋπήρχε στο σημείο αυτό. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΕΥΛΟΓΙΑΣ, Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΊΡΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΎ
Ναός της Αγίας Βαρβάρας σημειώνεται σε ενετικούς χάρτες του 1613. Η οικογένεια Μπαρότσι τον επέκτεινε το 1625.
Το 1883 το κτίριο πέρασε στην κυριότητα του Εφκαφίου, απ' όπου, τον Φεβρουάριο του 1885, το αγόρασε ο Αλή Εφένδης Τσιτσεκάκης, με σκοπό να γκρεμίσει το ερειπωμένο πλέον κτήριο και στη θέση του να κτίσει οικία. Μαθαίνοντας τις προθέσεις του, χριστιανοί της πόλης έσπευσαν να τον εμποδίσουν και, κατόπιν πιέσεων και διαπραγματεύσεων, αγόρασαν το ακίνητο από τον Τσιτσεκάκη, έναντι με 500 εικοσόφραγκων. Η λαϊκή παράδοση θέλει τη βούληση του Τσιτσεκάκη να κάμφθηκε από ένα θαύμα της αγίας, όταν στην πόλη έπεσε επιδημία ευλογιάς, η οποία περιέργως έπληξε μόνο μουσουλμανικά
σπίτια. Οι χριστιανοί έκαναν λιτανεία περιφέροντας στους ώμους τους την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, ενώ και οι μουσουλμάνοι έσπευσαν να προσφέρουν στην Αγία χρήματα, πολύτιμα αντικείμενα και λάδι, δεόμενοι τη βοήθειά της για τη σωτηρία τους από την ασθένεια. Καθώς πράγματι, με τη δύναμη της Αγίας η ασθένεια υποχώρησε από την επόμενη, η πίεση προς τον Τσιτσεκάκη απέδωσε κι εκείνος πείστηκε να δώσει το ακίνητο στη χριστιανική κοινότητα.
Η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ ΣΤΑ ΚΑΣΤΕΛΛΑΚΙΑ
Πρόκειται για την εκκλησία της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής που οι Μουσουλμάνοι αποκαλούσαν εκκλησία της Μαϊρέ Χανούμ. Χαρακτηριστικά ανεφέρεται: «Εις τα Καστελλάκια εορτάζει ο Ναός της Παναγίτσας, αι δε ποιμενίδες Κρήσαι για τη χάρι της προσφέρουν εις τους προσκυνητάς γάλα αμέλγουσαι τας αίγας των» (Παναγιώτη Θ. Κουνιάκη, Κρητικαί Ημέραι, Πειραιεύς 1924). Ως ιδιοκτήτη του ναού αυτού, η λαϊκή παράδοση αναφέρει κάποιον Τσιτσέκο, ο οποίος είχε μετατρέψει το κτήριο σε αχυρώνα. Η Παναγία παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του ζήτησε να αδειάσει τον αχυρώνα και να τον ξανακάνει εκκλησία, όπως και έγινε. Μάλιστα, έβαλε μέσα και την εικόνα της Παναγίας που είχε βρεί εκεί στο παρελθόν (Αλεξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης: Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954). Δεν αποκλείεται ο εν λόγω Τσιτσέκος να είχε κάποια σχέση με τον Σεβκή Τσιτσεκάκη, δωρητή του ναού της Αγίας Παρασκευής για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.
Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΟ ΡΟΥΣΟΣΠΙΤΙ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΟΥΝΗ
Ένας άλλος Τσιτσεκάκης, ο Αλή Σεβκή, είχε εξ ολοκλήρου χρηματοδοτήσει την ανέγερση του ναού της Αγίας Παρασκευής στο Ρουσοσπίτι. Το πώς διασταύρωσε το γεγονός αυτό, αφηγήθηκε σε δημοσίευμά του το 2001 ο Λεωνίδας Καούνης (βλ. «Αγία Παρασκευή Ρουσοσπιτίου, μια συγκινητικη δωρεά Τουρκορεθεμνιώτη», Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 6.2.2001). Οφείλω να σημειώσω εδώ ότι στον Λεωνίδα Καούνη, που συνέχισε τις φιλίες του πατέρα του
Εμμανουήλ, με εκλεκτά μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας του Ρεθύμνου (από τις οποίες βοηθήθηκε και η Μαρία Τσιριμονάκη στα ταξίδια της στην Τουρκία για να βρει στοιχεία για τα βιβλία της) αναφέρθηκαν με τα καλύτερα λόγια απόγονοι Τουρκορεθύμνιων που κι εγώ συνάντησα στα τελευταία ταξίδια μου στην Πόλη και στη Σμύρνη.

Ο Λεωνίδας Καούνης λοιπόν, είχε πάει ταξίδι με τη γυναίκα του στη Σμύρνη, όπου φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του Τουρκορεθύμνιου Εμίν Μπαλίν. Ο Εμίν ήταν γιός του Χαΐδέρ Μπαλίν Χατζημπεκυράκη, παλαιού βουλευτή του Ρεθύμνου και αδελφικού φίλου του πατέρα του Λεωνίδα, Εμμανουήλ Καούνη. Η πεθερά του Εμίν, Ιναγιέτ, κόρη του Σεβκή Τσιτσεκάκη, «μια ηλικιωμένη αρχόντισσα με αστραφτερά χρυσαφικά στο λαιμό, στα αυτιά και στα χέρια», όπως την περιγράφει ο Λεωνίδας Καούνης, τον ρώτησε σχετικά με την εκκλησία της θαυματουργού Παναγίας στα Καστελλάκια –αν εξακολουθούσαν οι Ρεθύμνιοι να τιμούν το προσκύνημα αυτό, στο οποίο, όπως θυμόταν, ξυπόλυτες ανέβαιναν από τον κεντρικό δρόμο οι γυναίκες, Ρωμιές και Τούρκισσες, που είχαν δει τη μητρική στοργή της Παναγίας, με θαύμα σε κάποιο πρόβλημα υγείας.

Παραθέτει δε στη συνέχεια του δημοσιεύματός του ο Καούνης, την ακόλουθη διήγηση της κυρίας Ιναγιέτ:
«Ο πατέρας μου ήταν τίμιος άνθρωπος με καλή καρδιά. Λέγονταν Σεβκή Τσιτσεκάκης, πολλά πλούσιος, με πολλά κονάκια στο Μακρέ Στενό και ατράνταχτες περιουσίες στο Ρουσοσπίτι και στο Μαρουλά. Είχενε φόβο Θεού, ελάτρευενε τη θρησκεία μας, εσεβούτανε και την πίστη των χριστιανών. Μιαν αργαδινή ώρα απούχανε ανάψει τα φανάρια στους δρόμους, ήμουνα στο μαγαζί του κύρη μου, καρσί στο μιναρέ τση Μεγάλης Πόρτας, και ήρθανε δυό ή τρεις Ρουσοσπιθιανοί, και τού ’πανε:
– Κατέεις το Μπέη, πως το χωριό μας δεν έχει μεγάλη εκκλησιά…
– Και ίντα θέτε από μένα να κάμω;
– Να μας εδώσεις λεφτά να τη χτίσομε.
– Καλά, έχετε βάλει στιμαδόρο (εκτιμητή); Πηγαίνετε να στιμάρετε πόσο θα κοστίσει και να ξανάρθετε.
Ύστερα από μέρες ήρθαν πάλι οι Ρουσοσπιθιανοί.
– Τσιτσέκο, ήρθαμενε…
– Και ίντα ποκάμετε;
– Επήγαμενε σε στιμαδόρο και μας είπενε πως θα κοστίσει ετόσανε ναπολεόνια.
«Πόσα, κυρία Ιναγιέτ;», τη ρώτησε ο Λεωνίδας.
«Δεν αναστορούμαι, παιδί μου, γιατί έχουνε περάσει τόσα χρόνια. Εκείνο μόνο απού θυμούμαι είναι πως επήρενε ο αφέντης μου γιαμιάς τη μια λάμπα στα χέρια ντου από το τεζιάκι κι επήαινε κι εξεκλείδωσε το μπεσταχτά του, ύστερα άκουσα τα ναπολεόνια να χτυπούνε στο μέτρημα.
Απίς ετελείωσε να μετρά, εκλείδωσε πάλι το μπεσταχτά κι εγυάγυρε με τη λάμπα στη χέρα ντου και στην άλλη το παραδοσάκουλο και τωνε παράδωκενε τσι παράδες. Πάρετε μωρέ να κάμετε μιαν εκκλησά να χωρούνε ούλοι οι χωριανοί και παρακαλείτε το Θεό να σκεπάζει το σπίτι μου και τα κοπέλια μου.
Τον ευχαριστήσανε, του φιλήσανε τη χέρα κι εφύγανε.
Ετούτανα παιδί μου αναστορούμαι, μα δε γατέω ποιόν άγιο εβγάλανε».
Ο Καούνης της είπε ότι η εκκλησία αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή και τη ρώτησε ποιά χρονιά περίπου έγιναν αυτά. Η Ιναγιέτ σκέφτηκε λίγο και του απάντησε:
«Εγώ τοτεσάς ήμουνα κοπελιδάκι, κι ανέ λογαριάσω από τα χρόνια μου, πρέπει νάτανε το τέσσερα ή το πέντε».
Έτσι, ο Λεωνίδας Καούνης διασταύρωσε σχετική πληροφορία που είχε από τον ιερέα Πέτρο Χαλκιαδάκη στο Ρουσοσπίτι, ότι ο ενοριακός ναός του χωριού είχε ανεγερθεί με δαπάνη Τουρκορεθεμνιώτη. Αν και είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, ο εφημέριος Ρουσοσπιτίου Εμμ. Βουμβουλάκης τον είχε επίσης πληροφορήσει ότι ο ναός είχε κτιστεί το 1905, στοιχείο που αναφερόταν και σε σχετική επιγραφή.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΑΛΗ ΣΕΒΚΗ ΤΣΙΤΣΕΚΑΚΗΣ
Στις 24 Ιανουρίου 1899 διεξήχθησαν οι πρώτες γενικές εκλογές στην Κρήτη για την ανάδειξη πληρεξούσιων στην Κρητική Πολιτεία, με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος. Στους μουσουλμάνους πληρεξουσίους Ρεθύμνης που αναδείχθηκαν τότε, συγκαταλεγόταν και ο Σεβκή Τσιτσεκάκης.
Ο Αλή Σεβκή Τσιτσεκάκης (çiçek=λουλούδι), ήταν εξέχουσα ηγετική προσωπικότητα της μουσουλμανικής κοινότητας του Ρεθύμνου. Ως μέλος της τοπικής μουσουλμανικής ελίτ, συμμετείχε στα κοινά προσπαθώντας να διατηρήσει τις ισορροπίες μεταξύ των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων.
Το 1902 απαντάται ως τακτικό μέλος της Μουσουλμανικής Δημογεροντίας, με πρόεδρο τον Φαχρουδίν Χατζηδάκη. Από το 1906, υπογράφει ο ίδιος ως πρόεδρος, με μέλη τους Αλή Βαφή Σελλιανάκη, Χασάν Κλαρωνάκη, Αλή Καζαζαλιδάκη, Μουσταφά Καρατζεδάκη και Ιβραήμ Περισάκη. Από τη θέση αυτή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. Στις 28 Νοεμβρίου 1921 ο Τσιτσεκάκης, άγνωστο γιατί, θα παραιτηθεί από πρόεδρος της Μουσουλμανικής Δημογεροντίας, θα παραμείνει όμως τακτικό μέλος της. Την προεδρία θα αναλάβει ο Μουσταφάς Καρατζεδάκης.

Ο Σεβκή Τσιτσεκάκης συμμετείχε επίσης σε διαδικασίες που σχετίζονται με τη Γενική Συνέλευση. Το όνομά του εμφανίζεται σε υπομνήματα, μεταφράσεις οθωμανικών εγγράφων και σε πρακτικά συζητήσεων. Ο ρόλος του στη Συνέλευση και στις επαφές με τους χριστιανούς πληρεξούσιους ήταν κατευναστικός.
Σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά της Συνέλευσης των Κρητών, ο Τσιτσεκάκης υπερψήφισε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας στη συνεδρίαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1906, εν μέσω πολιτικής κρίσης μετά την Επανάσταση του Θερίσου, όταν δρομολογήθηκε η αποχώρηση του πρίγκηπα Γεωργίου από την ηγεσία της Κρητικής Πολιτείας –τον οποίο διαδέχθηκε ως νέος Ύπατος Αρμοστής ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Η θετική του ψήφος στο Σύνταγμα αποτελεί ιστορική απόδειξη της προσπάθειας των μετριοπαθών Τουρκοκρητών προυχόντων να συνεργαστούν θεσμικά με τη χριστιανική πλειοψηφία για τη σταθερότητα του αυτόνομου κράτους. Η παρουσία της οικογένειάς του στα δημόσια πράγματα είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Στις πρώτες ελεύθερες δημοτικές εκλογές που διεξήχθησαν στο Ρέθυμνο στις 27 Φεβρουαρίου 1879, με βάση τον Νέο Δημοτικό Νόμο, ύστερα από τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878), ένας άλλος Τσιτσεκάκης, ο Χουσεΐν, είχε εκλεγεί Δημοτικός Σύμβουλος και δυο χρόνια αργότερα και δήμαρχος Ρεθύμνου, με θητεία ενός χρόνου.

Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Χάρης Καλαϊτζάκης (βλ. Ιστορικός περίπατος στην οδό Αρκαδίου, Ρεθυμνο 2025) στον Αλή Σεβκή Τσιτσεκάκη ανήκαν τα ακόλουθα ακίνητα:
– το κτήριο στον αριθμό 201 της οδού Αρκαδίου, το οποίο περιήλθε το 1925 στους Ιωάννη και Ευάγγελο Μοάτσο. Αυτοί στέγαζαν εκεί από το 1898 την επιχείρησή τους γενικού εμπορίου.
– το κτήριο που, προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά, στέγαζε το εστιατόριο Ποσειδώνιον, διαμπερές μέχρι την προκυμαία μέχρι το 1964, όταν το αγόρασε ο Πέτρος Πετρακάκης.
– το κτήριο που στεγάζει το κοσμηματοπωλείο Croesus, επί της Αρκαδίου.
– το κτήριο που στεγάζει το καφέ-μπαρ «Φράουλες», στην προκυμαία.
ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΕΒΚΗ ΤΣΙΤΣΕΚΑΚΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ
ΚΡΗΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ, 1921
Όπως είναι γνωστό, τα τελευταία χρόνια της μουσουλμανικής παρουσίας στο Ρέθυμνο, η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου είχε εγκαταλείψει την ύπαιθρο και είχε εγκατασταθεί στην πόλη για λόγους ασφάλειας. Εξ αιτίας αυτού βέβαια, δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα, όπως έλλειψη στέγης και τροφής, καθώς είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια και τα ζώα τους. Από την άλλη, το χριστιανικό στοιχείο στην πόλη, φοβούμενο αντεκδικήσεις, εγκατέλειπε τις εστίες του στην πόλη μεταβαίνοντας στα κοντινά χωριά. Το καλοκαίρι του 1921, ο Αλή Σεβκή Τσιτσεκάκης, ως πρόεδρος της Μουσουλμανικής
Δημογεροντίας Ρεθύμνης, με την ακόλουθη επιστολή του προς τον Γενικό Διοικητή Κρήτης, ζητά τη λήψη μέτρων για την προστασία του μουσουλμανικού στοιχείου.
Βασίλειον της Ελλάδος
Μουσουλμ. Δημογεροντία Ρεθύμνης
Αριθ. Πρωτ. 848
Αριθ. Διεκπ. 349
Προς
Την Αυτού Εξοχότητα Κύριον Γενικόν Διοικητήν
Λαμβάνομεν την τιμήν να αναφέρομεν υμίν ότι οι Μουσουλμάνοι Ρεθύμνου νομοταγείς όντες και μετά πάσας ευλαβείας εκπληρούντες ως υπήκοοι, τας υπό των κειμένων νόμων του Κράτους υποχρεώσεις των, ευρίσκονται ήδη εν απελπιστική καταστάσει ως αυτήν εσχάτως και εν ολίγω χρονικώ διαστήματι διαπραχθέντων κατ’ αυτών δολοφονιών και αναριθμήτων αδικημάτων παρά των συμπατριωτών των Χριστιανών. Η εκ των αδικημάτων τούτων φωνή της διαμαρυρίας των, άγνωστον διατί, ουδόλως εισακούσθη μέχρι τούδε, και ως εκ τούτου η ενθάρρυνσις των κακοποιών στοιχείων ηυξήθη κατ΄αυτών, εις σημείον ώστε να μην δύνανται οι ως άνω είρηται, δεινοπαθούντες να υποφέρωσι πλείστας λυπηράς οδύνας των. Όθεν συμμεριζόμενοι τας οδύνας ταύτας και όλως κατατεθλιμένοι αναφέρομεν υμίν ότι:
Εκτός των φόνων Εμίν Καραλάκη και αδελφών Χασάν και Ιβραήμ Βουράκη και αναριθμήτων αδικημάτων άτινας έλαβον χώραν κατά του Μουσουλμανικού στοιχείου, σήμερον την πρωίαν εις το χωρίον Μύλους, μόλις απέχον μιάς ώρας, ο φιλήσυχος εβδομηκονταετής Αλής Χουσεινάκης εδολοφονήθη καθ’ ήν στιγμήν εξήρχετο ούτος την πρωίαν εκ της οικίας του, βληθείς θανασίμως διά δύο σφαιρών, κατ’ αυτού ριφθέντων πυροβολισμών παρ’ αγνώστων
συμπατριωτών Χριστιανών.
Αναφέροντες ευλαβώς ταύτα, ικετεύομεν υμάς όπως διατάξητε την ενέργειαν των δεόντων προς σύλληψιν και παραδειγματικήν τιμωρίαν των στυγερών δραστών και την λήψιν μέτρων προς προστασίαν του Μουσουλμανικού στοιχείου και ιδίως του εν τη υπαίθρω διαμένοντος, τουθ’ όπερ προτίθεται να εγκαταλείψη τας εστίας του εις τας χείρας των τυχόντων. Ρέθυμνον τη 10 Ιουνίου 1921
Ευπειθέστατος
Ο Πρόεδρος (υπογραφή) Τα Μέλη













