Συγκλονιστικό το επιτύμβιο μοιρολόι που έγραψε η μητέρα του Νίκου Μαμαγκάκη
Αναφερόμενοι στις μεγάλες μορφές των Φραντζεσκιανών Μετοχίων δεν μπορούμε να αγνοήσουμε έναν καλλιτέχνη θρύλο.
Γιατί ο Ανδρέας Ροδινός ήταν για τους Ρεθεμνιώτες ένα σύμβολο καλλιτέχνη. Κι ήταν τόση η συντριβή τους όταν έμαθαν τον θάνατό του (19 Φεβρουαρίου του 1934) και μάλιστα σε τόσο νεαρή ηλικία που έκλεισαν και τα μαγαζιά τους την ημέρα της κηδείας σε ένδειξη πάνδημου πένθους.
Η θρυλική αυτή μορφή της Κρητικής Μουσικής γεννήθηκε το 1912. Ήταν γιος του φούρναρη Γεώργιου Ροδινού από το Ατσιπόπουλο και της Χρυσούλας Μαμαγκάκη, από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια.

Αναφέρει ο γιατρός Νίκος Λυράκης, στον «Προμηθέα Πυρφόρο» του Σεπτέμβρη 1979 για τον καλλιτέχνη που έζησε από πολύ κοντά: «Τον Ανδρέα Ροδινό γνώριζα από μικρό παιδί και από όσα μου δίδεται η ευκαιρία να γράψω, πιστεύω να διαφωτισθούν ορισμένα χρήσιμα σημεία.

Οι γονείς του παντρεύτηκαν το 1905. Ο πατέρας του Γ. Ροδινός διευθύνων αρτοποιείον στο Ρέθυμνον, παντρεύτηκε τη Χρυσή Δ. Μαμαγκάκη και όλα τα παιδιά τους έκαναν καλοκαίρι στο χωριό μου, (Φραντζεσκανά Μετόχια) με τη φροντίδα και επίβλεψη της σπουδαίας γιαγιάς Αρτεμισίας το γένος Δρουλίσκου. Κατά τα χρόνια που φοιτούσα στο γυμνάσιο, έμενα πάντοτε το καλοκαίρι στο χωριό και το έτος 1917-18 που τελείωσα το γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνήντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς – τα δυο σπίτια είχαν μεσοτοιχία προχείρως επισκευασμένα μετά τις καταστροφές των τελευταίων επαναστάσεων – συνήντησα είπα τον Ανδρέα παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ το ρώτησα:
– Πότε επιτέλους θα τη μάθεις αυτή τη λύρα;
– Nά την μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ Νίκο, συνεχίζει θα τη μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα και θα παίξω χωρίς να μιλώ όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω. Ένα τέτοιο επιστεύετο εκείνα τα χρόνια και ίσως και σήμερα από τα λαϊκά στρώματα. Ο μικρός τότε Ανδρέας Ροδινός φανέρωνε με τα λόγια αυτά την επιθυμία του να μάθει τη λύρα…».
Είναι γεγονός ότι στην Κρήτη των αρχών του 20ού αιώνα υπήρχε η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι οι χαρισματικοί λυράρηδες δεν αποκτούσαν το ταλέντο τους μόνο με εξάσκηση, αλλά έκαναν συμφωνία με υπερφυσικά όντα.
Ο θρύλος έλεγε ότι ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να πάει τα μεσάνυχτα σε ένα απομονωμένο σταυροδρόμι ή φαράγγι, να χαράξει έναν κύκλο στο χώμα με ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, να καθίσει μέσα και να παίξει λύρα χωρίς να μιλήσει καθόλου. Τότε, εμφανίζονταν νεράιδες ή δαιμόνια που του «έπαιρναν» τη φωνή, αλλά του χάριζαν μια ασύλληπτη, «διαβολική» δεξιοτεχνία.
Λόγω της μοναδικής, σχεδόν απόκοσμης ικανότητας του να «δένει» τις μουσικές πατησιές, ο λαϊκός μύθος θέλησε τον Ανδρέα Ροδινό να έχει μάθει λύρα στο σταυροδρόμι. Οι παλιοί πίστευαν ότι πλήρωσε αυτή την ασύλληπτη τέχνη με το τίμημα της ίδιας του της νιότης.

Κοντά σε βετεράνους για μαθητεία
Τέλειωσε το Γυμνάσιο αλλά η λύρα ήταν ο μεγάλος του έρωτας. Η αγάπη του αυτή για το παραδοσιακό όργανο της Κρήτης από τα 13 του χρόνια τον έφερνε κοντά σε κάθε μεγάλο λυράρη της εποχής. Υπάρχει μαρτυρία του Γιώργη Μουζουράκη στο «Πολιτιστικό Ρέθυμνο» ότι επιδίωκε την παρέα του ο μικρός Ανδρέας όταν υπηρετώντας στη Χωροφυλακή ο Μουζουράκης νοίκιαζε στο σπίτι του Ροδινού, για να του δείχνει πατήματα. Υπάρχει και άλλη μαρτυρία για τη θητεία του Ανδρέα πλάι σε σπουδαίο λυράρη στη Γωνιά.
Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό «Προμηθέας Πυρφόρος» ο γιατρός Νίκος Λυράκης αναφέρει σχετικά με τον καλλιτέχνη που έζησε από τόσο κοντά: «Τον Ανδρέα Ροδινό είδα μετά 10 χρόνια το 1927 που είχα κατέβει μαιευτήρας στο Ρέθυμνο. Φθασμένος πια λυράρης έπαιζε στο σπίτι του τότε λοχαγού μακαρίτου Αντώνη Πλυμάκη και τον άκουσα έκπληκτος να παίζει με τη λύρα Πλαγύαυλο (ασκομπαντούρα). Ο Ανδρέας Ροδινός καθώς έπαιζε ωραία και πρόθυμα σαν ανεπανάληπτος εραστής της λύρας, είχε από πολλού περιστοιχιστεί από ομάδα «Μερακλήδων», τους Μανόλη Καντεράκη, επόπτη αγροφυλακής, Χανιώτη, Γιώργη Ψυρή, συνταξιούχο Αεροπόρο, Σήφη Βεργάκη, έμπορο Ρεθεμνιώτη, Κατάκη Στέλιο, Καθηγητήν εις Ρέθυμνον, Γιάννη Προκοπάκη, Δικηγόρο, και Μιχάλη Παπαδάκη, Δικηγόρο εν ενεργεία και κάτοχον της Αγγλικής που χρησίμευε σαν διερμηνέας εις τας προς Αίγυπτον εξορμήσεις των.
Ο Χαρίλαος πήγαινε στην Αμερική και ερχόταν τακτικά στην Κρήτη.
Ήταν ξακουστός λυράρης και, ως φαίνεται, και οικονομικά φθασμένος. Ήταν τουλάχιστο πενηντάρης όταν έπαιξε στα Φραντζεσκιανά, στο χωριό μου. Η λύρα του μέσα στα δάκτυλα του αριστερού χεριού, χόρευε κυριολεκτικά για να κάνει την «αφή» που έπρεπε, και το δοξάρι του απόδιδε τη γλυκειά φωνή τ’ αηδονιού.
Από όσα ξέρομε σήμερα, ήτο προικισμένος με ωραία αισθήματα και σαν Κρητικός ενδιαφερόταν για την προαγωγή της Κρητικής μουσικής. Για τον Ανδρέα Ροδινό είχε ακουστά και τον κάλεσε μια μέρα στην προκυμαία για να τον ακούσει. Έπαιξε ο Χαρίλαος και είπε και εις τον Α. Ροδινό να παίξει.
Ο Χαρίλαος εντυπωσιάστηκε από τη λύρα του Ροδινού και σηκώθηκε και τον συνεχάρη: Mπράβο Ανδρέα, του λέγει, παίζεις καλύτερα από μένα, είσαι ο διάδοχός μου.
Ο Ανδρέας Ροδινός, καθώς ήταν νέος με ευγένεια και καλοσύνη, δεν χαλούσε το χατήρι της παρέας. Μέρα και νύχτα, χειμώνα και καλοκαίρι έπαιζε. Στην ηλικία των 18-20 ετών, έπαθε υπερκόπωση και προσβλήθηκε από φυματίωση, που τα χρόνια εκείνα ήτο ακόμη σε έξαρση. Πολλά κρυολογήματα που πέρασε και δεν πρόσεξε, τον οδήγησαν τόσο νέο στην αρρώστια και τον θάνατο».
Το μοιρολόι της Αφροδίτης Μαμαγκάκη
Ο Ανδρέας Ροδινός συνεργάστηκε με τον περίφημο καλλιτέχνη του λαούτου Σταύρο Ψύλλο. Το 1933 κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του ασθένησε. Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης της υγείας του πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο δίσκους των 33 στροφών και σώθηκαν ορισμένα τραγούδια του, όπως «Ρεθυμνιώτικος Συρτός» και «Ρεθυμνιώτικα Πεντοζάλια». Θεωρείται από τους σπουδαιότερους Κρητικούς μουσικούς των αρχών του 20ού αιώνα, αν και δεν πρόλαβε να δείξει όλες του τις ικανότητες λόγω του πρόωρου θανάτού του.
Σε μεγάλα αφιερώματα για τον Ανδρέα Ροδινό, παραμένει μνημειώδες αυτό που δημοσίευσε ο Δημήτρης Τζανακάκης στην εφημερίδα του «Ελευθερία» 22/3/1998 γίνεται πάντα ιδιαίτερη μνεία στο επιτύμβιο μοιρολόι για τον πρόωρο θάνατο του άτυχου παλικαριού. Ο Λυράκης (και σε επόμενο τεύχος, του «Προμηθέα Πυρφόρου», με τη μαρτυρία του αδελφού του λυράρη, Εμμανουήλ Ροδινού) βοήθησε να επιβεβαιωθεί ότι το μοιρολόι αυτό ήταν έργο της Αφροδίτης Μαμαγκάκη (θείας του Ροδινού και του συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη): Οι στίχοι αυτού του μοιρολογιού διασώθηκαν και καταγράφηκαν επίσημα, αποτελώντας ένα σπάνιο δείγμα της κρητικής λαϊκής ποίησης όπως μπορεί να διαπιστώσει και ο αναγνώστης.


Τραγούδι αφιερωμένο στον Ανδρέα Ροδινό
Διαβάτη στάσου μια στιγμή στης ερημιάς τον τόπο
λάβε λιγάκι υπομονή για ενός νεκρού τον πόνο.
Αν είσαι ξένος κλάψε με πως έχασα τα νειάτα
πως μ’ εύρε τόσο πρόωρα του τάφου μου η πλάκα.
Αν είσαι πάλιν εδικός κι ο πόνος σε πληγώνει
πες μου την πράσινη τη γη ο Ήλιος αν χρυσώνει
Στρέψε και κοίταξε κορμί όπου το τρώει ο Άδης
που βγήκε από τη χαρά και μπήκε στο σκοτάδι.
Κοίταξε μνήμα σκοτεινό κοίταξε μέρος θλιβερό
Κορμί καμαρωμένο που μ’ έχουνε θαμμένο.
Κοίταξε ποίος ήμουνα εις τη φωτογραφία
Όπου ξευγένιζα ψυχές με τη δεινή μου λύρα.
Είχα ζωή και λεβεντιά κ’ είχα λαλιά στο στόμα
τώρα με τρώει η μαύρη γη και με σκεπάζει χώμα.
Αν μ’ άφινεν ο χάροντας χρόνια μερκά να ζήσω
τον ψεύτη κόσμον ήξερα πως θα τον εγλεντίσω.
Ησθένησα μα ήλπιζα ότι θα ξαρωστήσω
κι’ αυτόν τον χάρον τον σκληρόν πως θα τον ενικήσω.
Μ’ ενίκησεν τον άμοιρον δίχως να τον προσέξω
και κλείσανε τα μάτια μου πλιά δεν μπορώ να βλέψω.
Και δεν μπορώ να σας ιδώ να σας εκαμαρώσω
και με τη λύρα που’ παιζα χαρά να σας εδόσω.
Και με τη λύρα που’ παιζα και γλέντιζα τα νειάτα
μ’ εδέχθη τόσο πρόωρα του τάφου μου η πλάκα.
Γονείς μου, αδέλφια, φίλοι μου στο μέρος όπου μένω
μια μέρα θα’ ρθετε και σεις εγώ θα σας προσμένω
Και τη λαμπάδα θα κρατώ προς προυπάντισήν σας
να μη σας εβαροφανή να το χετε τιμή σας.
Δεν ‘πιθυμώ να έλθετε γρήγορα να με βρήτε
θε’ αρκετά να ζήσετε τον κόσμο να χαρήτε.
Μα γω δεν τονε χάρηκα αυτόν τον ψεύτη κόσμον
γιατί ο χάρος ενωρίς μου χάραξ’ άλλον δρόμον.
Κ’ έστειλε και μ’ εζήτησε να ‘πάγω μην αργήσω,
Πως μου χει τράπεζα έτοιμη να φάγω να γλεντίσω.
Ν’ ακούση και τη λύρα μου τόσο την επεθύμα
και μ’ έφερε και μ’ έκλεισε εις τούτο δα το μνήμα.
Κι’ αναστενάζω και πονώ μέσα που τη καρδιά μου
γιατί τα λιγοχάρηκα τα νειάτα τα’ δικά μου.
Είκοσι δυό χρονώ μου να δεν ήμουν παραπάνω
Τώρα ‘πρεπε να βρίσκωμε στον κόσμο τον απάνω
να ‘σμίγω φίλους και δικούς να τους διασκεδάζω,
Τώρα που μπαίνει κ’ άνοιξι τη φύσιν να θαυμάζω.
χάρε σκληρέ γιατί’ καμες μέγ’ άδικο σε μένα
Φίλους, γονείς κι’ αδέλφια μου νάνε για με θλιμμένα.
χάρε σκληρέ και άπονε έκαμες κακή κρίσι
Πως τόβαλες το χέρι σου κι’ έκοψες κυπαρίσι.
Αν έκοβες ένα γιασεμί πάλι θε να βλαστήση
μ΄έκοψες το νερατζανθό κι’ αδίκησες τη φύσι».
Πολλά χρόνια αργότερα, ο γιος της, Νίκος Μαμαγκάκης, πήρε αυτούς τους αυθεντικούς στίχους της μητέρας του και τους μελοποίησε. Το κομμάτι συμπεριλήφθηκε στο μνημειώδες άλμπουμ «Μικρό έπος για τον Ανδρέα Ροδινό» (1999) με τον τίτλο «Μοιρολόι», ερμηνευμένο συγκινητικά από τη Σοφία Παπάζογλου, με τον ίδιο τον Μαμαγκάκη να κάνει την αφήγηση.
Ανέφερε ο ίδιος ο μεγάλος συνθέτης για το έργο του αυτό: «Κουβαλάω τον Ανδρέα Ροδινό μέσα μου πάνω από μισόν αιώνα.
Υπήρξανε καιροί που φαντασιώθηκα την εικόνα του και που ταυτίστηκα πλήρως με το πρόσωπό του. Απ’ τον καιρό που αισθάνθηκα τον κόσμο και που πεντάχρονος – και μαυροφορεμένος για πρώτη φορά – την ημέρα της κηδείας του ένιωσα το βαρύ πένθος της οικογένειάς μου, τη μάνα μου μαζί με τον πατέρα μου να προσπαθούν να στιχουργήσουν τον επικήδειό του, το ότι θα γινόμουν μουσικός, το ότι ήμουν μουσικός, το θεώρησα αυτονόητο από μιας αρχής κι αυτό γιατί υπήρξε εκείνος. Όλα αυτά τα χρόνια, ένιωσα να βαραίνει το χρέος να του ανταποδώσω μ’ ένα «επάξιο εγκώμιο», όπως λέγει το τροπάριο, τα όσα μ’ αξίωσε να αισθανθώ από την πλήρη ταύτισή μου με τη μουσική, στην οποία ανήκω πια ολοκληρωτικά…
Στο «Μικρό έπος στον Ανδρέα Ροδινό τραγούδησε καταρχήν το κομμάτι με τους στίχους του Συμεών Καπετανάκη που αναφέρεται «Στους Νίππους». Οι Νίπποι ήταν ένα οροπέδιο στα Φρατζεσκιανά Μετόχια, με κλίμα θεραπευτικό για τη φυματίωση, που μεταφέρθηκε ο Ροδινός στη διάρκεια της αρρώστιας του.
Αναφέρει επίσης για τον ξάδελφό του στο περιοδικό «Προμηθέας Πυρφόρος» ο μεγάλος μας συνθέτης.
«Αντρέας Ροδινός: Ο μεγαλύτερος λυράρης που γεννήθηκε ποτέ στη χώρα. Τυλιγμένος στην ομίχλη του θρύλου, απομένει στη μνήμη μας σαν ένας πραγματικά λαϊκός ήρωας.
Ένας άλλος λαϊκός θρύλος μας λέει ότι ο Ροδινός πέθανε επειδή δεν τραγουδούσε ποτέ. Έτσι, δεν μπορούσε να ξεσπάσει, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει το ίδιο του το πάθος!
Θυμάμαι – παιδί – που μ’ έπαιρνε ο Αντρέας απ’ το σπίτι της μάνας μου (ήτανε πρώτος μου ξάδελφος – ο πατέρας μου και η μάνα του, αδέλφια), με πήγαινε σε κάτι μαγαζιά και γέμιζε την ποδιά μου ζαχαρωτά. Στον πλάτανο του Ρεθύμνου, εκεί στις ενετικές βρύσες, στηνόταν κάθε Σάββατο και κάθε γιορτή μια εξέδρα, όπου μαζευόταν πολύς κόσμος και άκουγε τη λύρα του Αντρέα.
Όπου πήγαινε κι έπαιζε δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα. Το μερίδιό του το άφηνε στα πανηγύρια, ή το μοίραζε. Μόνο οι υπόλοιποι της κομπανίας έπαιρναν τα λεφτά τους κανονικά. Αυτό τον έκανε να είναι πολύ αγαπητός. Πραγματικά, ο Αντρέας Ροδινός ήταν ένας μεγάλος λαϊκός βάρδος, που δώριζε στον κόσμο μουσική μ’ όλο του το μεράκι. Δυο από τα αδέλφια του έπαιζαν μουσικά όργανα. Ο Μανόλης μπουζούκι και ο Δημήτρης μαντολίνο.
Υπήρχε μια σφραγίδα. Φαίνεται ότι στο σόι μας υπήρξαν πολλοί μουσικοί παλαιότερα. Και αναφέρω ενδεικτικά τον πατέρα μου που, όπως λένε οι συγκαιριανοί του, ήταν ένας εκπληκτικός τραγουδιστής και οργανοπαίχτης του «μπουργαρί».
Συχνά, ζητάω απ’ τ’ αδέλφια του, να μου μιλούν για τον Αντρέα. Οι αφηγήσεις τους είναι θαμπές, απ’ τις προσχώσεις των καιρών σαν τον θρύλο που τον τύλιξε. Κάτι πολύ σημαντικό και αξιοπερίεργο για λαϊκό βάρδο, είναι ότι ο Αντρέας Ροδινός δεν τραγουδούσε ποτέ, ή τραγουδούσε φαίνεται πολύ σπάνια. Ήταν ένας κατ’ εξοχήν σολίστ. Έπαιζε μόνο λύρα και τίποτ’ άλλο. Όταν ακούει κανείς σήμερα τους σκοπούς του αυτούς, συλλογίζεται ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να τραγουδάει. Γιατί η λύρα του είναι τόσο συγκλονιστική, τόσο αυτοτελής και αυτόνομη που δεν χωράει τίποτα παραπάνω. Τα έδινε όλα με το παίξιμο. Το παίξιμό του έχει μια βαθιά χαραγμένη μελωδική γραμμή κι ένα πάρα πολύ πλούσιο ήχο που σε κάνει καμιά φορά να νομίζεις ότι θα ‘ναι πολλά έγχορδα μαζί. Κι όλα αυτά, χωρίς να υπάρχει το παραμικρό τονικό ολίσθημα, που παρατηρείται ακόμη και σε μεγάλους βιρτουόζους του βιολιού ή του τσέλου. Μπορεί κανείς να τον ονομάσει ανεπιφύλακτα έναν μεγαλοφυή, ασπούδαχτο, αυτοδίδαχτο σολίστ.
Ακόμη κάτι αξιοπρόσεκτο είναι ότι όλοι οι λυράρηδες όταν μιλούν για τον Αντρέα Ροδινό δεν λένε κανένα «αλλά». Τον δέχονται πέρα για πέρα, χωρίς το παραμικρό σχόλιο.
Για τον θάνατό του λέγονται πολλά. Ένας τσιφλικάς που παντρευόταν σ’ ένα κεφαλοχώρι, ήθελε οπωσδήποτε τον Ροδινό στον γάμο του. Παρ’ όλο που ο Αντρέας ήταν βαριά άρρωστος από φυματίωση και με 41 πυρετό, πήγε εκεί κι έπαιξε ασταμάτητα για 24 ώρες! Το ίδιο έγινε όταν τον είχε προσκαλέσει η «Παγκρήτιος Ένωσις» σ’ ένα χορό στην Αθήνα. Λέγεται μάλιστα ότι εκεί ένιωσε τις πρώτες ενοχλήσεις στο στήθος. Δεν αποκλείεται αυτά τα περιστατικά να συντόμευσαν τον θάνατό του, γιατί τέτοιου είδους άνθρωποι έχουν πάντα μια αυταπάρνηση και μια περιφρόνηση για το υλικό μέρος του εαυτού τους.
Ακόμα θυμάμαι τη μάνα μου – μετά τον θάνατο του Αντρέα – που καθόταν μαζί με τον πατέρα του και συνταιριάζανε τον επιτύμβιό του που θα γραφόταν πάνω στον τάφο του.
Ήταν θυμάμαι έμμετρο, και μέχρι τώρα έχω έντονη αυτή την αίσθηση της γέννησης ενός λαϊκού εγκώμιου για τον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο. Από την αδελφή του μαθαίνω πως όταν πέθαινε ο Αντρέας, φώναξε τον πατέρα του κοντά και του είπε: «Πατέρα, απόχτησα την εύνοια του κόσμου». Και πραγματικά ήταν μια μεγάλη εύνοια αυτή που είχε αποχτήσει. Στην κηδεία του ήρθανε πιο πολλοί άνθρωποι απ’ όσους ήρθαν στην κηδεία του Βενιζέλου, που έγινε περίπου τα ίδια χρόνια.
Σκέφτομαι καμιά φορά, πως αυτός ο συγκλονιστικός άνθρωπος, που πέθανε εικοσιδυό χρόνων, μπορεί και μνημονεύεται ακόμα σ’ όλη την Κρήτη κι απ’ όλους τους Κρήτες, μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Ο Αντρέας Ροδινός αποτελεί κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μεγαλύτερα φαινόμενα στη λαϊκή τέχνη…».
Το αφιέρωμά μας στις μεγάλες μορφές από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια συνεχίζεται.










