Στο προηγούμενο δημοσίευμά μας (Ρεθεμνιώτικα Νέα φ. 30/5/2026) αναφερθήκαμε στο έντονο ενδιαφέρον που έδειξαν οι Γάλλοι έμποροι για το κρητικό ελαιόλαδο, το οποίο εξήγαν ως πρώτη ύλη για τα σαπωνοποιεία της Μασσαλίας. Για να ανακόψει την εξέλιξη αυτή, η Κωνσταντινούπολη επέβαλε φορολογία το 1717. Την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκαν και τα πρώτα σαπωνοποιεία στο νησί, όπου ιδιοκτησιακά επικρατούσε το χριστιανικό στοιχείο. Το τοπίο όμως έγινε πιο ανταγωνιστικό όταν, κατά το δεύτερο μισό του 18 ου αι., έκαναν έντονη την εμφάνισή τους τα γενιτσαρικά οικονομικά δίκτυα, μέσω των οποίων ντόπιοι μουσουλμάνοι εισήλθαν δυναμικά στην παραγωγή και εμπορία ελαιολάδου και σαπουνιού.
Η υπερχρέωση των παραγωγών, χριστιανών και μουσουλμάνων, στους Γάλλους εμπόρους που δαπανούσαν μεγάλα ποσά για προαγορά σοδειών καρπού ελιάς, οδήγησε σε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων αυτών και στην ανάδειξη των γενιτσαρικών λόχων ως νέας μεγάλης πιστωτικής δύναμης
στην Κρήτη. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν, στο εμπόριο του ελαιολάδου και του σαπουνιού κατά τον 18ο αι. στην Κρήτη να δημιουργηθεί ένα πιστωτικό σύστημα, τον έλεγχο του οποίου, σε μεγάλο βαθμό, είχαν οι στρατιωτικοί λόχοι των γενίτσαρων.
Την πλεονεκτικότερη θέση μεταξύ των παραγωγών είχε η ομάδα των μεγαλογαιοκτημόνων. Την αγορά προμήθευαν όμως με λάδι και οι νομείς (ή εκμισθωτές/ενοικιαστές) της δεκάτης, δηλ. άτομα ή φορείς που νοίκιαζαν με πλειστηριασμό (ιλτιζάμ) από το οθωμανικό δημόσιο το δικαίωμα είσπραξης του φόρου αυτού). Αυτοί, αποκόμιζαν οφέλη από την είσπραξη του φόρου, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 1/7 της αξίας του παραγόμενου στο νησί ελαιοκάρπου. Ήταν συνήθως στρατιωτικοί και μπορούσαν πιό εύκολα να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους στην αγορά. Εκτός από τις μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου που εξασφάλιζαν κάθε χρόνο, διέθεταν την οικονομική άνεση καθώς και μεγάλες αποθήκες, που τους έδιναν το περιθώριο να μη διοχετεύουν το λάδι στην αγορά αμέσως, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για κερδοφόρα πώληση. Αγοραστές ήταν οι ντόπιοι και ξένοι έμποροι, βυρσοδέψες, παντοπώλες και άλλοι, και κυρίως οι σαπωνοποιοί του νησιού. Σημαντικό μερίδιο κέρδους από το εμπόριο του κρητικού ελαιολάδου είχαν διάφοροι νομείς των φόρων επί των πωλήσεων και των μεταφορών του προϊόντος, με βασικότερη την Εσμά Σουλτάνα, κόρη του σουλτάνου Αμπντουλχαμίντ Α’.

Πολλές πλούσιες οικογένειες συμμετείχαν παράλληλα στην παραγωγή ως μεγαλοκτηματίες, στην αγορά ως έμποροι και σαπωνοποιοί, αλλά και στη νομή φόρων και δασμών που προέκυπταν από την παραγωγή και το εμπόριο αυτό. Παράδειγμα αυτού του είδους επιχειρηματιών αποτελεί η οικογένεια
των Μπεντρήδων: επί χρόνια έλεγχαν τα τελωνεία των τριών πόλεων του νησιού, εισπράττοντας δασμούς επί του εξαγόμενου σαπουνιού και ελαιολάδου, ενώ παράλληλα παρήγαν και εμπορεύονταν οι ίδιοι λάδι και σαπούνι.
Όταν, το 1818, ο πασάς του Χάνδακα δολοφόνησε τον Χατζή Αχμέτ Μπεντρή εφένδη, «τον πλουσιότερο γαιοκτήμονα του νησιού», κατά τον Sieber, και δήμευσε την περιουσία του, στην εκτενή καταγραφή των υπαρχόντων του εντοπίζονται τεράστιες εκτάσεις με ελιές, ελαιοτριβεία, αποθήκες ελαιολάδου, σαπωνοποιεία, πλοία, μουκατάδες φόρων σαπουνιού και ελαιολάδου κ.ά. Μια άλλη οικογένεια, οι Καρακάσηδες, αναφέρονται στις πηγές ως αγοραστές λαδιού, πλοιοκτήτες μεταφορείς λαδιού και σαπουνιού, κάτοχοι σαπωνοποιείων, ελαιοτριβείων και ελαιώνων, αλλά και ως εμίνηδες του τελωνείου του Χάνδακα.
Η δημιουργία οικογενειακών επιχειρήσεων με δυνατότητα κάθετου ελέγχου της παραγωγής και της εμπορίας λαδιού και σαπουνιού, ήταν εξέλιξη του δεύτερου μισού του 18ου αι. Μεταξύ των σαπωνοποιών παρουσιάζονται στις πηγές και αρκετοί χριστιανοί. Από το 1787 καθοδική τάση εμφανίζει ο αριθμός των σαπωνοποιών του Χάνδακα, καθώς η παραγωγή συγκεντρώνεται σε χέρια λιγότερων, πλούσιων οικογενειών μεγαλογαιοκτημόνων. Αρκετές από τις οικογένειες αυτές, που επιβλήθηκαν ως μεγαλοσαπωνοποιοί στις αρχές του 19 ου αι., είχαν μέλη τους υψηλόβαθμους στρατιωτικούς, οι οποίοι είχαν καταφέρει από παλιά να συγκεντρώσουν μεγάλη περιουσία, ελέγχοντας μεγάλες εκτάσεις γης και μισθώνοντας δικαιώματα είσπραξης. Απόγονοι των
οικογενειών αυτών, εκμεταλλευόμενοι τα κεφάλαια και τα κτήματα που είχαν συσσωρεύσει οι οικογένειές τους, ενεπλάκησαν στην ταχέως αναπτυσσόμενη σαπωνοποιία της Κρήτης, αρχίζοντας σταδιακά να αγοράζουν ή και να ιδρύουν βιοτεχνίες, στις οποίες διοχέτευαν την παραγωγή των ελαιώνων τους.
Όταν το 1781 πέθανε ο μεγαλογαιοκτήμονας απόστρατος των αυτοκρατορικών γενιτσάρων του Χάνδακα Μιρασγεντή Χατζή Μεχμέτ αγάς γιός του Oσμάν, είχε στην κατοχή του πολλούς ελαιώνες και ελαιοτριβεία, αλλά δεν είχε δικό του σαπωνοποιείο. 21 χρόνια αργότερα, ο εγγονός και κληρονόμος
του είχε σαπωνοποιείο και, μέσα σε λίγα χρόνια, εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς παρασκευαστές σαπουνιού στο νησί. Δικό τους σαπωνοποιείο είχαν και άλλες στρατιωτικές οικογένειες. Ορισμένες δε είχαν επίσης μεγάλη επιρροή και στο θαλάσσιο εμπόριο, το οποίο εξυπηρετούσε κυρίως τις αγορές ελαιολάδου και σαπουνιού. Πηγή του 1751 μαρτυρεί ότι, από τα 48 πλοία με ιδιοκτήτες κατοίκους του Χάνδακα, τα 39 ανήκαν σε μουσουλμάνους, πολλοί από τους οποίους ήταν στρατιωτικοί. Σύμφωνα με την Nukhet Adiyeke, το 1817 η οθωμανική κυβέρνηση απαγόρευσε την παραγωγή σαπουνιού στα σαπωνοποιεία της Κρήτης. Λίγο αργότερα όμως, το 1818-1820, οι οθωμανικές πηγές μαρτυρούν ανάπτυξη νέας, έντονης παραγωγικής δραστηριότητας των σαπωνοποιείων του νησιού, όσο και εμπορικής δραστηριότητας των κρητικών πλοίων, τα οποία, φορτωμένα με σαπούνι, κατευθύνονταν πλέον μόνο προς την Κωνσταντινούπολη. Από τους 15 Κρητικούς πλοιοκτήτες που αναφέρονται το 1819-1820, μόνο δύο ήταν χριστιανοί, από τα Σφακιά, ενώ οι υπόλοιποι ήταν μουσουλμάνοι, μεταξύ των οποίων τσαούσηδες, μέλη στρατιωτικών οικογενειών, και ένας πρώην αγάς των γενιτσάρων του Χάνδακα. Φανερό γίνεται ότι η αλλαγή προσανατολισμού του ντόπιου εμπορίου ευνόησε τους μουσουλμάνους. Η επικράτηση όμως πολλών πλούσιων μουσουλμανικών στρατιωτικών οικογενειών στην παραγωγή και εμπορία ελαιολάδου και σαπουνιού δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την ανάπτυξη ενός δικτύου βασισμένου στις διασυνδέσεις τους με σημαντικά πρόσωπα στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και στη στήριξη των συμφερόντων τους από τον στρατό της Κρήτης. Όλες σχεδόν οι οικογένειες που εντοπίζονται στις οθωμανικές πηγές του 19ου αι. ως εμπλεκόμενες στη σαπωνοποιία, συγκαταλέγονται στους οφειλέτες διαφόρων στρατιωτικών λόχων του Χάνδακα, και κυρίως των αυτοκρατορικών γενιτσάρων. Ο στρατός ενίσχυε, μέσω παροχής δανείων, τη ντόπια σαπωνοποιία, σε μια εποχή που η τελευταία δεχόταν ολοένα και μεγαλύτερη πίεση για την παραγωγή και αποστολή τεραστίων ποσοτήτων σαπουνιού στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, ενώ παράλληλα εξήγε σαπούνι στη Μάλτα, στη Σικελία και σε άλλα
λιμάνια της Μεσογείου.
H EMMONH THΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ
Η πίεση του κέντρου για άμεση παραγωγή και αποστολή των ζητούμενων ποσοτήτων σαπουνιού, ωθούσε τους σαπωνοποιούς του νησιού στη σύναψη υπέρογκων δανείων. Το 1802, για παράδειγμα, οι σαπωνοποιοί του Χάνδακα ανέφεραν στην Πύλη ότι, προκειμένου να αγοράσουν τα χρειώδη ώστε να παράγουν και να αποστείλουν εγκαίρως το σαπούνι που τους είχε ζητηθεί, είχαν πάρει δάνεια που συνολικά ξεπερνούσαν σε αξία τα 200.000 γρόσια.
Η οργάνωση και διατήρηση ενός τόσο απαιτητικού εμπορίου, δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη συμμετοχή εμπορικών και διοικητικών δικτύων εκτός Κρήτης, τα σημαντικότερα των οποίων βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Σμύρνη, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί Κρητικοί υπό την προστασία
των εκεί γενιτσαρικών λόχων.

Οι σαπωνοποιοί της Κρήτης συνεργάζονταν με δεκάδες πλοιοκτήτες από νησιά του Αιγαίου και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και με τις συντεχνίες των μπακάληδων και σαπωνοποιών της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι πωλούσαν το σαπούνι που στέλνονταν από την Κρήτη. Το ρίσκο των συνεργασιών αυτών ήταν μεγάλο για τους σαπωνοποιούς της Κρήτης, περιοριζόταν όμως χάρη στην ανάμειξη της Εσμά Σουλτάνας, που διέθετε μεγάλη πολιτική δύναμη. Βέβαια, η σύνδεση των συμφερόντων των εμπλεκομένων βασίζονταν στη μίσθωση ενός σημαντικού μεριδίου του δικαιώματος είσπραξης των φόρων σαπουνιού και λαδιού της περιοχής. Το 1802 οι σαπωνοποιοί του Χάνδακα ζημιώθηκαν εξαιτίας κάποιων χρεοκοπημένων συνεργατών τους
στην Κωνσταντινούπολη. Η κεντρική διοίκηση ζήτησε εγγύηση για αποζημιώσεις σε περίπτωση μελλοντικής απώλειας κερδών.
Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ ΛΑΔΙΟΥ
Ο στρατός, εκτός από τα δάνεια που παρείχε στους σαπωνοποιούς της Κρήτης, στήριζε και με άλλους τρόπους τα συμφέροντά τους. Καθώς η ζήτηση του κρητικού σαπουνιού από τις ξένες αγορές και την Κωνσταντινούπολη αυξανόταν, αναλογικά αυξανόταν και η απορρόφηση ελαιολάδου από τις ντόπιες
βιοτεχνίες. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή των ελαιώνων των ίδιων των μεγαλοκτηματιών σαπωνοποιών δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες τους, οπότε αυτοί αναγκάζονταν να προμηθεύονται μεγάλες ποσότητες και από άλλους παραγωγούς του νησιού. Έτσι, πάγιο αίτημα και επιδίωξή τους
ήταν η διατήρηση χαμηλών τιμών στην εσωτερική αγορά ελαιολάδου της Κρήτης.
Αν και η αυξημένη ζήτηση ελαιολάδου προκαλούσε και συνεχή αύξηση της τιμής του, τα σαπωνοποιεία της Κρήτης κατάφερναν να τις συγκρατούν, σε σχέση με άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας, όπως η Πελοπόννησος. Στη συγκράτηση αυτή συντελούσαν σημαντικά, αφενός οι Πύλες των αγάδων με τα
συμβούλιά τους, που καθόριζαν τη διατίμηση για τις τρεις μεγάλες πόλεις, και αφετέρου διάφορες στρατιωτικές εξεγέρσεις που ασκούσαν πίεση στην τοπική διοίκηση προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτές μάλιστα έβρισκαν σύμφωνη μεγάλη μερίδα κατοίκων των πόλεων, οι οποίοι πλήττονταν από την άνοδο
της τιμής ενός τόσο βασικού διατροφικού προϊόντος.

Το 1819 ο πασάς των Χανίων ανάγκασε τους χριστιανούς και τους εβραίους της πόλης να στείλουν μεγάλες ποσότητες λαδιού στην Κωνσταντινούπολη ως φορολογία και προσπάθησε να επιβάλει και στους αγάδες μια αντίστοιχη εισφορά. Αυτοί, με όργανα δυό ορτάδες των αυτοκρατορικών γενιτσάρων
της πόλης υποκίνησαν στάση, καθαίρεσαν τον πασά και τον αντικατέστησαν με τον αγά των γενιτσάρων, αποφασίζοντας τη θανάτωση όποιου προύχοντα προσπαθούσε να κλείσει κάποια συμφωνία μαζί του.

Ο στρατός έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην εξάλειψη του εσωτερικού ανταγωνισμού για τους μουσουλμάνους σαπωνοποιούς και εμπόρους. Σύμφωνα με τον Οlivier, «παλιότερα υπήρχαν στην πόλη του Χάνδακα αρκετοί γαλλικοί οίκοι, που εξήγαν στη Μασσαλία μέρος του ελαιολάδου που παραγόταν
στα περίχωρα. Επίσης φορτία φορτώνονταν στη Σπιναλόγκα, το Μεραμπέλο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα. Ωστόσο, οι έμποροι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τους οίκους των εξαιτίας των Τούρκων, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταστήσουν τους εαυτούς τους κυρίους όλου του ελαιολάδου
αυτών των περιοχών για τα σαπωνοποιεία τους, προκαλώντας εξεγέρσεις του πληθυσμού εναντίον των Γάλλων και θέτοντας τη ζωή τους σε κίνδυνο».
Εκτός από τη βία που ασκούσαν τα στρατιωτικά δίκτυα, οι μουσουλμάνοι έμποροι και σαπωνοποιοί χρησιμοποιούσαν ως μέσο και τη σύναψη συμφωνιών με τα τοπικά κυκλώματα εμπορίας λαδιού, ώστε να μην προμηθεύονται οι ανταγωνιστές τους τις απαραίτητες ποσότητες και να οδηγούνται σε
οικονομική καταστροφή. Έτσι, Γάλλοι έμποροι εγκατέλειψαν τις προσπάθειες ίδρυσης δικών τους σαπωνοποιείων στην Κρήτη το 1760, αφού το πρώτο σαπούνι που παρήγαγαν πωλήθηκε με ζημιά, εξαιτίας μεθοδεύσεων των ντόπιων σαπωνοποιών και των δικτύων τους. Οι χριστιανοί σαπωνοποιοί, ενώ το 1750 κατείχαν το 70% των σαπωνοποιείων του Χάνδακα, μετά από 52 χρόνια δεν κατείχαν ούτε μια βιομηχανική μονάδα.
Το 1811 μόνο τέσσερεις σαπωνοποιοί δραστηριοποιούνταν στο Χάνδακα, οι οποίοι, κατόπιν συμφωνίας με την τοπική διοίκηση, έλεγχαν μονοπωλιακά όλη την παραγωγή και διανομή σαπουνιού της πόλης. Οι τρείς από αυτούς ήταν υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί.
Έγγραφο προς τον αγά των γενιτσάρων Χανίων
5 Ρεμπιουλεβέλ 1233 (13 Ιανουαρίου 1818)
Οι κάτοχοι αποθηκών ελαιολάδου και μουκατάδων από τους οποίους παράγεται το ελαιόλαδο για το σαπούνι που ζητήθηκε με φιρμάνι από την Κωνσταντινούπολη, πρέπει να το αποδώσουν στους σαπουντζήδες της περιοχής. Ακολουθώντας τη διατίμηση που καθορίστηκε ύστερα από συνεδρίαση,
κάθε μίστατο ελαιολάδου που δίνεται από τους μουκατάδες και τα ζεαμέτια πρέπει να κοστολογείται 11 γρόσια. Στάλθηκαν μπουγιουρλντιά στον σαπουντζή Κιρκικίογλου Μουσταφά σύμφωνα με τα οποία το ποσό πρέπει να πληρώνεται σε μετρητά, ενώ πρέπει να συγκεντρωθούν συνολικά 400 μίστατα ελαιολάδου. Υπεύθυνος για τη συγκέντρωσή τους είναι ο αγάς των ντόπιων γενιτσάρων που έχει διοριστεί εμίνης του Εμίν Μπέη, γαμπρού του μακαρίτη Χατζή Εμίν εφένδ και νομέα των εσόδων από τους κρατικούς μουκατάδες για το έτος 1232 (1816-1817).
(Γιάννη Σπυρόπουλου, Οθωμανική διοίκηση και κοινωνία στην προεπαναστατική δυτική Κρήτη, Ρέθυμνο 2015, σ. 185)
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η επικράτηση του στρατού στην οικονομική ζωή της Κρήτης σχετιζόταν άμεσα με τη δημιουργία στρατιωτικών δικτύων που κατάφεραν να συμπεριλάβουν στους κόλπους τους μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού της επαρχίας. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την αναζήτηση, εκ
μέρους των κατοίκων, φοροαπαλλαγών, οικονομικών προνομίων και προστασίας από τις απαιτήσεις και την αυθαιρεσία φορέων της τοπικής και κεντρικής διοίκησης. Τα δίκτυα αυτά βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις πελατειακές σχέσεις που δημιουργούνταν εντός του στρατού, είτε μέσω του διορισμού στρατιωτών στα ντόπια και το αυτοκρατορικό σώμα είτε μέσω της παράνομης αποδοχής ψευδογενιτσάρων στους αυτοκρατορικούς λόχους που έδρευαν στο νησί.
Οι αυτοκρατορικοί γενίτσαροι έγιναν βασικός φορέας των δικτύων, κυρίως χάρη στη μορφή της διοικητικής τους οργάνωσης. Μπορούσαν να διαφεύγουν του ελέγχου της τοπικής διοίκησης, δεχόμενοι παράνομα στις τάξεις τους χιλιάδες μη εγγεγραμμένους στρατιώτες, ενώ χάρη στο προνόμιο της ειδικής δωσιδικίας, του οποίου απολάμβαναν, μπορούσαν επίσης να επεκτείνουν τον οικονομικό τους έλεγχο τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο του νησιού. Η σύνδεση των αγάδων-νομέων των φόρων της υπαίθρου και των υπαλλήλων τους με το γενιτσαρικό σώμα τούς επέτρεπε να διοικούν τις περιοχές της δικαιοδοσίας τους χωρίς παρεμβάσεις από τους διοικητές και τους καδήδες και να εκμεταλλεύονται τις κρατικά μισθοδοτούμενες στρατιωτικές δυνάμεις του νησιού, δημιουργώντας προσωπικές φρουρές με σκοπό την προστασία των ιδιωτικών τους περιουσιών. Παράλληλα, οι μουσουλμάνοι επιχειρηματίες της επαρχίας συνδέονταν με τους γενιτσαρικούς ορτάδες και απολάμβαναν προστασίας και προνομίων κατά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
Ακόμη, εξασφάλιζαν πιστώσεις από τους λόχους στους οποίους ανήκαν, ενώ επωφελούνταν και από τη δικτύωση του γενιτσαρικού στρατού με άλλα μέρη του οθωμανικού κράτους. Η οικονομική κυριαρχία των στρατιωτικών δικτύων ήταν έκδηλη στις συντεχνίες. Σύμφωνα με τις πηγές, οι γενίτσαροι όχι μόνο
ήταν ιδιοκτήτες μουσουλμανικών καταστημάτων της Κρήτης, αλλά ασκούσαν σημαντικό έλεγχο και στις χριστιανικές επιχειρήσεις.
Την περίοδο αυτή, μαζικοί εξισλαμισμοί λάμβαναν χώρα στην Κρήτη, γεγονός το οποίο πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των οικονομικών ευκαιριών που έδιναν στους μουσουλμάνους κατοίκους τα αναπτυσσόμενα στρατιωτικά δίκτυα. Η συντήρηση των κεκτημένων που προέκυψαν τότε για ένα
μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού και κυρίως για την ελίτ των επικεφαλής των στρατιωτικών δικτύων, αποτέλεσε αιτία δεκάδων βίαιων συγκρούσεων και πολιτικών πρωτοβουλιών που έλαβαν χώρα από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα έως το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821.
Φαίνεται λοιπόν ότι η πολυλειτουργική φύση του στρατού της Κρήτης επέτρεψε τις εξελίξεις αυτές. Ωστόσο, το 1826 η κεντρική οθωμανική κυβέρνηση, μετά από μακρόχρονες προσπάθειες, πέτυχε την κατάργηση των περισσοτέρων από τις μη στρατιωτικές λειτουργίες του στρατού. (Γιάννη Σπυρόπουλου,
Κοινωνική, διοικητική, οικονομική και πολιτική διάσταση του οθωμανικού στρατού: οι γενίτσαροι της Κρήτης, 1750-1826, Διδακτορική διατριβή, Ρέθυμνο 2014).









