Το όνομα του Kαρά Μουσά Μπέη εντοπίζεται σε ιεροδικαστικές καταχωρήσεις στους κώδικες του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου (ΤΑΗ) από το 1670, ένα χρόνο δηλαδή μετά την άλωση του Μεγάλου Κάστρου και την υπογραφή της Ενετοτουρκικής Συνθήκης. Αναφέρεται επίσης σε κατασκοπική έκθεση των Βενετών που χρονολογείται το 1687 (Greene, A shared world, 203). Δεν συγκαταλέγεται ωστόσο μεταξύ εκείνων των στρατιωτικών αρχηγών που ήρθαν στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Ενετοτουρκικού Πολέμου, ούτε ο Τούρκος ιστορικός Ναϊμά αναφέρεται στην πολεμική του δράση.



Με βάση σχετικές αναφορές που εντοπίζονται στα δημοσιευμένα έγγραφα του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου, το 1689 εμφανίζεται να έχει αναλάβει, και μάλιστα εφ’ όρου ζωής, τη διοίκηση του Σαντζακίου Ρεθύμνης, με τον ανώτερο τιμητικό τίτλο του Πασά. Προηγούμενοι σαντζάκ-μπέηδες Ρεθύμνης, εναντίον των οποίων διατυπώνονται παράπονα λόγω καταπιέσεων των ραγιάδων και διαφόρων άλλων αυθαιρεσιών, καταγράφονται κατά χρονολογική σειρά οι Ελχάτζ Μεχμέτ Μπέης το 1684 και Ζαγαρτζή Μπασή Χουσεΐν το 1686, μετά τον οποίο ανέλαβε ο Καρά Μουσά Πασάς, κατά το έτος 1688 ή 1689.

Γνωρίζουμε επίσης γι αυτόν ότι το 1684 είχε πραγματοποιήσει προσκύνημα στις Ιερές Πόλεις του Ισλάμ, Μέκκα και Μεδίνα, συνέπεια του οποίου έφερε τον τίτλο του Χατζή (El hac). Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους πραγματοποίησε αφιέρωση χρημάτων, λαγηνιών και καλυμμάτων από τις προσόδους του για να στέλνονται στις Ιερές Πόλεις. Το όνομά του αναφέρεται και σε ριζίτικα τραγούδια. Καθώς κατά την περίοδο που εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση, είχε ενταθεί η δράση των χαΐνηδων, η λαϊκή μούσα διασώζει το όνομά του επειδή αυτός είχε αναλάβει την καταδίωξή τους.
Εχαϊνέψαν τα Σφακιά κι ούλα τα Κατωμέρια,
χαϊνεύγουν και τα Κεραμειά, απού’ νιε μαθημένα.
Μα πάρθηκεν ο Καραμουσάς την Κρήτη να μερώση,
Να πιάση τσοι χαΐνηδες και τσοι κακούς ανθρώπους.
Ο Καρά Μουσά Πασάς αναδείχτηκε άξιος και θαρραλέος ηγέτης όταν, τον Ιούλιο του 1692, οι Ενετοί είχαν στείλει τον Ναύαρχο Δομένικο Μοντσενίγκο στα Χανιά για να επιχειρήσει ανακατάληψη της Κρήτης. Διορίστηκε Σερασκέρης (αρχιστράτηγος) και αναδείχτηκε νικητής έναντι του Ενετού Ναυάρχου, επιτυχία για την οποία του απονεμήθηκε ένας τιμητικός θύσανος (τουρκ. tug) από τρίχες ουράς αλόγου, έμβλημα της εξουσίας των τούρκων πασάδων. Το έγγραφο που διασώζει τις παραπάνω πληροφορίες, αναφέρει και τον από «θεόθεν δυστύχημα» θάνατό του το ίδιο έτος (ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ Ν., «Καρά Μουσά Πασάς, ο Σαντζάκ Βέης της Ρεθύμνης», Πεπραγμένα Γ´ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Γ´, Αθήνα 1975, 293-310). Αυτή η χρονολογία θανάτου βρίσκεται χαραγμένη και στην ταφική του πλάκα (αρ. καταλόγου 231), με την επιγραφή: «Απαγγείλετε στίχους φατιχά (ενν. από την εισαγωγή του κορανίου) για την ψυχή του Χατζή Μουσά Πασά» (σε μετάφραση του Τούρκου φίλου Osman Nuri Mete). Το μνήμα του βρισκόταν σε τουρμπέ που οικοδομήθηκε στην αυλή του ομώνυμου τεμένους, δίπλα στην πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη. Τμήμα του οικοδομήματος αφαιρέθηκε προκειμένου να διανοιχθεί η οδός Βίκτωρος Ουγκώ.
ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΚΑΡΑ ΜΟΥΣΑ
Το τέμενος αυτό είχε ιδρύσει το 1683 ο Καρά Μουσά, τότε σαντζάκμπεης (διοικητής) του Ρεθύμνου. Σύμφωνα με το σχετικό ιδρυτικό έγγραφο, με χρονολογία 25 Μαΐου 1683, ο Μουσά προίκιζε το τζαμί με αγροτικές προσόδους ιδιοκτησιών του, τις οποίες είχε αφιερώσει ως βακούφι. Σε δικαστικά έγγραφα ως χρονολογία του αφιερωτηρίου αναφέρεται η 26 Τζεμαγιέλ εββέλ 1094=1676. Σύμφωνα με την παράδοση των χριστιανών της πόλης, ο Καρά Μουσά Πασάς μετέτρεψε σε μουσουλμανικό τέμενος την επί Ενετοκρατίας Μονή των Φραγκισκανών μοναχών της Αγίας Βαρβάρας, στην Πόρτα της Άμμου.

«Το τέμενος αυτό διατηρείται και σήμερα, κείμενο στο ανατολικό τμήμα της πόλης του Ρεθύμνου κοντά στην Άμμος Πόρτα», έγραφε στις αρχές του 20ού αιώνα ο Giuseppe Gerola. Αν και η μουσουλμανική παράδοση το αρνείται, στοιχείο που επιβεβαίωνει την άποψη αυτή συνιστά η ονοματοδότηση του παράπλευρου προμαχώνα και ολόκληρης της συνοικίας ως «Αγία Βαρβάρα», όπως άλλωστε εμφανίζεται και σε έγγραφο του έτους 1658. Άλλωστε η Αγία Βαρβάρα θεωρούνταν πάντα προστάτιδα του πυροβολικού και ο ομώνυμος προμαχώνας διέθετε αρκετά τέτοια όπλα. Από την άλλη πλευρά βέβαια, η ύπαρξη ομώνυμου ναού στην περιοχή του μετέπειτα (σημερινού) ναού αλλά και το ότι τέτοιος ναός δεν απεικονίζεται στον γνωστό πίνακα Civitas Rethymnae, ίσως αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό των χριστιανών της πόλης. Η αλήθεια βρίσκεται μάλλον κάπου ανάμεσα στους δύο ισχυρισμούς: ο ναός ή μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας είναι ίσως ο εικονιζόμενος στον πίνακα αυτόν πίσω ακριβώς από το μέτωπο των παραθαλάσσιων κτηρίων, σε γειτνίαση με αυτά αλλά λίγο νοτιοδυτικότερα. Είναι δε πολύ πιθανόν να επρόκειτο περί καθολικού ναού, αφού σ’ αυτόν ζήτησε να ταφεί, με διαθήκη του το έτος 1645, ένας καθολικός ιερέας του Ρεθύμνου. Ο μιναρές του τεμένους Καρά Μουσά Πασά σώζεται εν μέρει, παραμένει όμως άγνωστος, αφενός λόγω της χωροθέτησής του στη βόρεια πλευρά του τεμένους, που δεν ευνοεί τον οπτικό εντοπισμό του, και αφετέρου λόγω του ότι το μνημείο δεν είναι επισκέψιμο. Πιθανότατα κατασκευάστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και θα σωζόταν ακέραιος μέχρι και το τέλος του 19 ου αιώνα, αφού διακρίνεται σε σχεδιαγράμματα της εποχής. Σήμερα σώζεται μόνο η πολυγωνική βάση του, ύψους 3,5μ., από τα υπολείμματά του ωστόσο, και ιδιαίτερα από τα δύο «κορδόνια» (cordone) που τον διακοσμούν, φαίνεται ότι έφερε επιρροές από τη βενετσιάνικη αρχιτεκτονική και ότι ήταν ένα καλοφτιαγμένο μνημείο. Αντίθετα, κανένα ίχνος δεν σώζεται από το ιεροδιδασκαλείο, το οποίο λειτουργούσε με δύο δασκάλους που πληρώνονταν από το βακούφι του τεμένους και το οποίο βρισκόταν στα βορειοδυτικά του (Χάρη Στρατιδάκη, 370 Μνημειακά κενά στην ιστορική τοπογραφία του Ρεθύμνου, 140, 143). Το μνημείο περιβάλλεται από μικρό κήπο που οριοθετείται με χαμηλό τοίχο με κάγκελα.Το τέμενος, με συνολικές διαστάσεις 9,95×13,45 μ. και ύψος 8,70μ., ανήκει στον μονότρουλο τύπο με προστώο στην ανατολική πλευρά. Το προστώο διαμορφώνεται με ανοιχτή τοξοστοιχία από πέντε οξυκόρυφα τόξα, και στεγάζεται με τρεις μικρούς τρούλους. Το δάπεδό του κάτω από τους πλευρικούς τρούλους είναι υπερυψωμένο. Η μοναδική είσοδός του, ένα λιτό τοξωτό θύρωμα, βρίσκεται στο μέσον της βόρειας πλευράς. Ο τρούλος που στεγάζει τον κυρίως χώρο, διαμέτρου 8 μ. εδράζεται σε σύστημα από τέσσερα οξυκόρυφα τόξα και άλλα τόσα ημιχώνια. Σε κάθε πλευρά του ανοίγονται δύο ορθογώνια σιδερόφραχτα παράθυρα. Το μιχράμπ, που βρίσκεται στο μέσον του νότιου τοίχου, στον άξονα της εισόδου, διαμορφώνεται με μία μικρή κόγχη που επιστέφεται από απλό γείσο. Στο ανώτερο τμήμα του διακοσμείται με φυτικά θέματα σε γαλάζιο, κόκκινο και πράσινο χρώμα.
Νότια του τεμένους σώζεται ερειπωμένο μαυσωλείο (τουρμπές), που ανήκε μάλλον στον ιδρυτή του τεμένους. Πρόκειται για λιτό μονόχωρο τετράγωνο οικοδόμημα, με μήκος πλευράς 5,60 μ. και ύψος 5,35μ. Ο τρούλος του εδράζεται σε τέσσερα ημιχώνια και φέρει περιμετρικά στη βάση του ημικυκλικής διατομής κορνίζα. Στη ΝΔ πλευρά του βρίσκεται το ορθογώνιο θύρωμα εισόδου του, ενώ στη ΒΔ και τη ΝΑ ανοίγεται από ένα παράθυρο. Στον περίβολο του τζαμιού, όπου φυλάσσονται αρκετές μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες, σώζεται και στεγασμένη κρήνη για τον τελετουργικό καθαρμό των πιστών (şadırvan), κάτω από το θόλο της
οποίας γίνεται η είσοδος στον περίβολο. Η κρήνη έχει δύο όψεις, μία επί της οδού Αρκαδίου και μία στην αυλή του τζαμιού. Το τέμενος αποκαταστάθηκε την περίοδο 1978-1980. Το έτος 2007 ξεκίνησαν εκ νέου εργασίες αποκατάστασης στο μνημείο, με χρηματοδότηση από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, που περιλάμβαναν τη στερέωση των κτισμάτων, την κατασκευή νέων κονιαμάτων, τη συντήρηση ή αντικατάσταση τμημάτων της λαξευτής λιθοδομής, την κατασκευή νέου δαπέδου από πλάκες πωρόλιθου και νέες ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις. (Κώστας Γιαπιτζόγλου, «Τζαμί Καρά Μουσά Πασά», Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, 2008, σελ.440-441).
ΤΟ «ΜΕΤΟΧΙ ΤΣΗ ΚΑΡΑΜΟΥΣΑΔΑΙΝΑΣ»
Για τη συντήρηση του τεμένους ο Καρά Μουσά Πασάς ίδρυσε ένα ευαγές ίδρυμα (βακούφι), που χρησιμοποιούσε τις προσόδους των μετοχίων Αμνάτου και Αγίου Ιωάννη (Μετόχι τση Καραμουσάδαινας), αλλά και πολλών άλλων αγροτικών κτημάτων σε 11 κτηματικές περιφέρειες. Το «Μετόχι Μουσά» ή «Καραμουσάδαινας» κατά την ενετοκρατία λεγόταν Μετόχι Αγίου Ιωάννη Παπούλα, από την ομώνυμη μικρή εκκλησία που βρισκόταν εκεί. Το μετόχι «τση Καραμουσάδαινας» εντοπίζεται στο ύψωμα πίσω από το τουβλάδικο του Τσουρλάκη. Ελάχιστα υπολείμματα σώζονται σήμερα, τόσο της εκκλησίας όσο και της κτιριακής υποδομής του μετοχίου.

Το 1900 βρέθηκε στην κατοχή του Εμμανουήλ Σαουνάτσου, Προξένου της Γαλλίας στο Ρέθυμνο, και μεταπολεμικά του Σταύρου Πορτάλιου, από τον οποίο το αγόρασε η οικογένεια Τσουρλάκη. Πάντως, στο αρχείο του Συμβολαιογράφου Περτέβ Δερβισάκη (φάκελος 38, αριθ. 24659) με ημερομηνία 27 Αυγούστου 1922, αναφέρεται συμβόλαιο αγοραπωλησίας με αγοραστή τον Ευάγγελο Στυλ. Τσουρλάκη, κεραμοποιό, και πωλητή τον Μεχμέτ Μεχμετεφεντάκη, κτηματία. Αναφέρεται ότι ο δεύτερος «παρεχώρησεν και μεταβίβασεν εις τον μετ’ αυτού συμβαλλόμενον Ευάγγελον Στ. Τσουρλάκην αντί συμπεφωνημένου τιμήματος δρχ. 6.500, εις θέσιν «Καραμουσάδενας Μετόχι», αγρόν ως έγγιστα ογδοήκοντα οκάδων συνορ. κτήμασι αγοραστού, αδελφών Χαμαράκη, Ανδρέου Σαουνάτσου και ρυάκι». Είναι πιθανό το συμβόλαιο αυτό να αφορά αγρό δίπλα στο μετόχι.

Στον κώδικα αρ. 25 (Σταυρινίδης, αρ. Μετάφρασης 2429) σε αντιδικία απογόνων ενώπιον του ιεροδικείου, το μετόχι περιγράφεται ως εξής: «Και πάλιν το εν τη επαρχία Ρεθύμνης κείμενον Μετόχιον Άγιος Ιωάννης, περιλαμβάνον εν ανώγειον δωμάτιον, με εξ ισόγεια τοιαύτα, μίαν αποθήκην, εν μαγειρείον, ένα αχυρώνα, εν δωμάτιον δι’ εναποθήκευσιν ελαιοκάρπου, εν ελαιοτριβείον, δύο κυπαρίσσους, δύο καρυδέας, περίπου εξακόσια εξ ελαιόδενδρα και αγρούς εκατόν ενενήκοντα εννέα μουζουρίων. Άπαντα τα ακίνητα ταύτα είχεν αφιερώσει ο ρηθείς Καρά Μουσά Πασάς δια την συντήρησιν του τεμένους του και εν περιπτώσει καθ’ ην θα υπήρχε πλεόνασμα εκ των εισοδημάτων των να διανέμηται τούτο μεταξύ των τέκνων και απογόνων του.
Εγράφη τη 26 Ρετζέπ 1162 (11 Ιουλίου 1749).



ΤΑ 396 ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ ΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑ ΜΟΥΣΑ ΠΑΣΑ
Σύμφωνα με αφιερωτήριο έγγραφο του έτους 1677, ο Μουσά Βέης του Αβδούλ Κερίμ (Καρά Μουσά Πασάς) αφιέρωσε και κατέστησε βακουφικές, εκτάσεις που βρίσκονταν στην κατοχή του, οι οποίες προσδιορίζονται με το τοπωνύμιο της κάθε περιοχής, με την έκταση, τα δέντρα που περιέχουν και τους ιδιοκτήτες των συνορευόμενων. Οι εκτάσεις αυτές (που με την πάροδο του χρόνου μεταβλήθηκαν και κατατμήθηκαν), κατά τη δημοσίευση του Συντάγματος του 1899 προσδιορίζονται σε 396 βακουφικά κτήματα, η έκταση των οποίων μετριέται σε κοιλά:
1 κοιλό (ενν. σπόρου που χρειάζεται για να σπαρεί) = 25 οκάδες = περίπου 2 στρέματα.
Σύμφωνα με την καταγραφή τους, περιλαμβάνονται σε κτηματικές περιφέρειες των τέως Δήμων Αρκαδίου Ρεθύμνης, Ελευθερναίων και Μελιδονίου επαρχίας Μυλοποτάμου και έχουν ως εξής:

Το όνομα του Musa Bey mirliva φαίνεται στον κατάλογο της πόλης του Ρεθύμνου (Nefs-i- Resmo) όπου το 1670 το εισόδημα του χασιού του έφτανε τα 199.974 άσπρα, ενώ είχε και την επικαρπία των φόρων των χωριών Επισκοπή, Αμνάτος, Κρύα Βρύση, Λίγκρες, Καψοδάσος, Άγιος Βασίλειος και Αμάρι (Μπαλτά-Ογκούζ, 75).








