Μεγάλες στιγμές και χαριτωμένα στιγμιότυπα από μια άλλη εποχή
Εμβληματικό σημείο της πόλης μας ο Ιερός Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου που πανηγυρίζει σήμερα.
Τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας διαδραματίστηκαν στον ίσκιο του.
Κι είναι πολλά επομένως τα θαυμαστά και άγνωστα στους περισσότερους που συνθέτουν το ιστορικό του ναού που αξίζει να αναφέρουμε ακουμπώντας σε έγκριτες γραφές.
Ο Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου του Ρεθύμνου, θεμελιώθηκε επί Τουρκοκρατίας, (12 Νοεμβρίου 1844) με χρήματα της Χριστιανικής Κοινότητας Ρεθύμνου, επί επισκόπου Καλλίνικου Νικολετάκη.
Ο Ναός κτίσθηκε από την αρχή σε πολύ χαμηλό ύψος και σύμφωνα με διαταγή της τουρκικής διοίκησης έξω από την κατοικημένη περιοχή.
Αυτό που εντυπωσίασε τους κτίστες ήταν ο εντοπισμός αναρίθμητων ανθρώπινων οστών. Το ίδιο επαναλήφθηκε και το 1856 όταν η εκκλησία χρειάστηκε άμεσα επισκευές για να μην καταρρεύσει. Τα οστά όμως καλύφθηκαν με τσιμεντένιες πλάκες χωρίς περαιτέρω έρευνα Όσο για τους τάφους που βρέθηκαν στη νότια αυλή του Ναού αυτοί ανήκαν στους αοιδήμους Ρεθύμνου Ιεροθέου, Διονυσίου, Χρύσανθου και Ιωαννίκιου.
Δίπλα στους τάφους των επισκόπων ήταν η μεγαλοπρεπής και μοναδική για το Ρέθυμνο αίθουσα των Τριών Ιεραρχών.
Η αίθουσα αυτή χρησίμευε για χώρος διαλέξεων και επίσημων τελετών από σχολεία και λοιπούς οργανισμούς.
Θα πρέπει να κτίστηκε το 1836 αν κρίνουμε από μια ομιλία του Μιχαήλ Πρεβελάκη στα επίσημα εγκαίνια της την πρώτη Φεβρουαρίου 1936 ως Κέντρου των Ηνωμένων Σωματείων της πόλεως Ρεθύμνης «Οι τρεις Ιεράρχες». Εκεί, ο αείμνηστος συμπολίτης, κάνει λόγο για την εκατονταετηρίδα από τη λειτουργία της αίθουσας.
Στον χώρο αυτό στεγαζόταν αρχικά το Αρρεναγωγείο, δηλαδή το 1ο Γυμνάσιο Αρρένων. Ονομάστηκε «Aίθουσα Πρίγκηπος Γεωργίου» επί Κρητικής Πολιτείας. Κι ο λόγος επειδή εκεί είχαν υποδεχτεί οι Ρεθεμνιώτες τον πρίγκιπα όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Ρέθυμνο του αφιέρωσαν και την αίθουσα. Σε κεντρικό μάλιστα σημείο δυτικά υπήρχε και σχετική επιγραφή.
Με μικρές συνδρομές
Ο Νίκος Β. Δρανδάκης μας πληροφορεί ότι η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, κτίστηκε το 1840 με τη συνδρομή των χριστιανών κατοίκων της πόλης.
Είναι ένα χρήσιμο για τον ερευνητή το κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1947 και μου το έδωσε από το αρχείο του ο συνταξιούχος βιβλιοθηκονόμος κ. Γιάννης Δογάνης.
Εκεί αναφέρει ο Ν. Β. Δρανδάκης, χρησιμοποιώντας αψεγάδιαστα τη γλώσσα της εποχής, ότι σε παλαιό κατάστιχο των σχολείων Ρεθύμνης είχε βρει γραμμένα τα έσοδα και τα έξοδα που χρειάστηκαν για την ανέγερση του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της αίθουσας των Τριών Ιεραρχών.
Οι δαπάνες ήταν κατά κατηγορία (κτιστική, ξυλική, καρφική, μαραγκική) με λεπτομερή ανάλυση για το είδος, τα ποσό και τις τρέχουσες αξίες των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον μελετητή η αναγραφή των εσόδων. Από εισφορές ως επί το πλείστον είχαν συγκεντρωθεί 8.792,10 γρόσια, αλλά οι δαπάνες ήταν πολλές έφταναν περίπου τα 15.014,32 και για να τα συμπληρώσουν, όπως αναγράφεται στον απολογισμό, κατεβλήθησαν από το Ταμείο των Σχολείων 6.222,22 γρόσια.
Kι ένας γενναιόδωρος απόδημος
Στον έρανο που έγινε συνεισέφεραν 80 άτομα. Ανάμεσά τους ο Λάμπης Νικόδημος και ο Ηγούμενος Ασωμάτων. Ήταν κι ένας απόδημος ο Ν.Ε. Χιονάκης που έστειλε από το εξωτερικό χρήματα και τα κατέθεσε η μητέρα του. Ίσως ο αριθμός των δωρητών να φαίνεται μικρός, αλλά εκείνη την εποχή ήταν περιορισμένος ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλης.
Η προθυμία πάντως κι αυτών των ολίγων είναι συγκινητική, γιατί δεν πρόκειται για εύπορους που έδωσαν στον έρανο από το περίσσευμά τους. Ανάμεσα στους 77 υπόλοιπους καταθέτες ήταν χαλκιάδες, ψωμάδες, ταβερνιάρης, ρολογάς, φαναρτζής, γοβατζής, παπουτσής, φελουτζής, κτίστης, και ο «Μανουήλ μαραγκός, κάλφας, Σκεπασθιανού».
Συγκινητική η εισφορά και από εκείνους που πρόσφεραν προσωπική εργασία.
Ο Χατζή Γιώργης Βεβελάκης για παράδειγμα έλαβε 434.15 γρόσια για την κατασκευή των ημικυκλίων, αλλά και συνεισέφερε 150 γρόσια για την οικοδομή του κτιρίου.
Επικεφαλής βέβαια ήταν ο δεσπότης Καλλίνικος. Κι είχε προσφέρει γενναιόδωρα μάλιστα 500 γρόσια όταν οι μεγαλέμποροι δεν είχαν δώσει περισσότερα από 400-450 γρόσια. Μόνο ο Χιονάκης, ο απόδημος που προαναφέραμε, είχε δώσει το μεγαλύτερο ποσόν που ήταν 1.150 γρόσια.
Έτσι καταλήγει ο Ν. Δρανδάκης κτίστηκε η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών που «δεν ήταν μόνο μια φωτοδότις εστία των πρώτων γραμμάτων δια τους υποδούλους πατέρας μας, αλλ’ έβλεπε και ημέρας μεγαλυτέρας δόξης, όταν οι τοίχοι της εδονούντο από τον φιλόπατριν ενθουσιασμόν ομιλητών, οίτινες εξύμνουν την θυσίαν των ηρώων του Αρκαδίου, κατά το εν αυτή τελούμενον μνημόσυνόν των».
Εκεί και τα συσσίτια
Εκεί γίνονταν λοιπόν όλες οι εκδηλώσεις.
Όπως διαβάζουμε στη σελίδα 332 της «Νέας Χριστιανικής Κρήτης» (τ.25/1984), που εκδίδει η Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου εκεί οι Ρεθεμνιώτες παρακολούθησαν την πρώτη, επιτυχημένη θεατρική παράσταση από ερασιτέχνες ηθοποιούς, μέλη του συλλόγου «Μούσαι», που δόθηκε το απόγευμα της 4ης Δεκεμβρίου 1885, ημέρα της εορτής της Αγίας Βαρβάρας, για την αποπεράτωση εκκλησίας αφιερωμένης σ’ αυτήν ως προστάτιδας της πόλεως Ρεθύμνου, με το θεατρικό έργο του Τιμολέοντος Αμπελά (Δικαστικού 1850-1926) Κρήτες και Ενετοί εμπνευσμένο από τη Βενετοκρατία στην Κρήτη.
Και αργότερα, στέγαζε τα συσσίτια που θεράπευαν την πείνα τόσων μικρών παιδιών.
Εκεί τώρα μέχρι το 1884 λειτούργησε και το «αλληλοδιδακτικό σχολείο», με 250 μαθητές στο οποίο δίδαξε ο Εμμανουήλ Λουρωτός από το Νευς Αμάρι που περιγράφει και λεπτομερώς την αίθουσα εσωτερικά.
Πάνω από την έδρα ήταν αναρτημένη η εικόνα των Τριών Ιεραρχών και γύρω από αυτή με καλλιγραφικά γράμματα υπήρχε η φράση «αρχή Σοφίας Φόβος Κυρίου». Κάτω από την εικόνα, σε ιδιαίτερο πλαίσιο, υπήρχαν τα γράμματα του αλφαβήτου, κεφαλαία και πεζά, σε κανονική γραφή και καλλιγραφημένα οι αριθμοί 1-10 και τα ρητά «εφόδιον από νεότητος εις γήρας αναλάμβανε Σοφίαν» και « Εις τόπος δια καθένα πράγμα εις τον τόπον του».
Περισσότερες και χαριτωμένες λεπτομέρειες αναφέρονται στο βιβλίο του Κωστή Η. Παπαδάκι, «Ρέθυμνο 1900-1950» (σελ. 193-196).
Το ιστορικό καμπαναριό
Ιστορικής σημασίας και το καμπαναριό του ναού που οφείλεται στον πρωτομάστορα Βασίλειο Σταματάκη που ανέλαβε να εκτελέσει και να όλο κληρώσει με βάση το σχέδιο του πρακτικού μηχανικού Γεωργίου Δασκαλάκη.

Σύμφωνα με τον π. Χαράλαμπο Καμηλάκη, ευλογημένη παρουσία στον ναό, με γνώσεις και αγάπη στο λειτούργημά του ο πρωτομάστορας Βασίλειος Σταματάκης, γεννήθηκε στα Σελλιά. Εργάστηκε ως κτίστης στο χωριό του και σε ηλικία 18 περίπου ετών ήλθε στο Ρέθυμνο ως εργολάβος, εκείνης της εποχής. Ήταν έξυπνος και μεθοδικός, αν και οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες. Συνεργάτης του, εργολάβος και αυτός, ήταν ο Μανώλης Δασκαλακης, συγγενής του από τη γυναίκα του. Μαζί έχτισαν το λεγόμενο «Ρωσικό» νοσοκομείο όπου σήμερα στεγάζεται η Σχολή Χωροφυλακής και το καμπαναριό του Ρεθύμνου.
Το καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού κτίσθηκε μετά τον Τούρκικο Μιναρέ, από τη Χριστιανική Δημογεροντία. Στη θεμελίωση συνάντησαν δυσκολίες γιατί στα θεμέλια του βρεθήκανε πολλά νερά. Για το χτίσιμο χρησιμοποιήθηκε πέτρα από το χωριό Αλφά Μυλοποτάμου. Το κτίσιμο κράτησε μέχρι τις αρχές του 1899. Όταν ήρθαν να εγκατασταθούν οι Ρώσοι, το Κωδωνοστάσιο ήταν έτοιμο αλλά χωρίς καμπάνες. Που να καταφύγει η Χριστιανική Δημογεροντία; Αποφάσισε να επισκεφθεί τον Ρώσο Διοικητή Ντεχιόστακ. Εκείνος δεν αρνήθηκε τη βοήθειά του. Συνέβαλε και η συντεχνία οινοπωλών και η πρώτη καμπάνα δεν άργησε να φθάσει.
Ήταν τεραστίων διαστάσεων και στο ανέβασμα της βοήθησαν όλοι οι λιμενεργάτες του Ρεθύμνου.
Σε μικρό χρονικό διάστημα όμως η τεράστια αυτή καμπάνα ράγισε και αχρηστεύθηκε. Την κατέβασαν και την έσπασαν σε πολλά κομμάτια και την έστειλαν στη Βενετία να ξαναχυθεί.
Τα έξοδα του χυτηρίου κατεβλήθησαν εκ του γραμματοσήμου της κατοχής που παραχώρησε ο Ντεχιόστακ.
Σημαντική πληροφορία που αναφέρει σε εργασία του ο κ. Γιάννης Δογάνης είναι ότι οι καμπάνες έχουν χυθεί στους φθόγγους της μουσικής κλίμακας, διότι η Δημογεροντία ήθελε να φέρει μηχάνημα από την Αυστρία, που θα έπαιζε ορισμένους μελωδικούς ύμνους, γεγονός για την εποχή εκείνη πολύ σπουδαίο. Αλλά δεν μπόρεσαν όμως γιατί τα έξοδα ήταν μεγάλα και η Εκκλησία τότε είχε την ευθύνη της Παιδείας. Συντηρούσε την κατώτατη και Μέση Εκπαίδευση και κατέβαλε συν τοις άλλοις και τους μισθούς των διδασκάλων και καθηγητών των σχολείων της πόλης και της υπαίθρου.

Στις 23 του Νοεμβρίου 1899 το Ρέθυμνο παρέλαβε τις καμπάνες από την Βενετία. Ήταν οκτώ σε αριθμό.
Πάνω στις καμπάνες είναι γραμμένες οι φράσεις «ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ» και επίσης οι εικόνες της Σταυρώσεως, της Αναστάσεως του Ιησού και των Εισοδίων της Θεοτόκου τοποθετήθηκε και το «ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ». Αυτό ήταν χορηγία του σπουδαίου μεγαλέμπορου Θεόδωρου Τρίφυλλη, από τα Κύθηρα που η εγκατάστασή του στο Ρέθυμνο ήταν πολύτιμη για την τοπική οικονομία. Το ρολόι του καμπαναριού βγήκε από τα εργοστάσια των Αδερφών Σολάρο του Μιλάνου της Ιταλίας.
Περισσότερα βέβαια μπορούμε να πληροφορηθούμε από την πληρέστατη μελέτη του π. Χαράλαμπου Καμηλάκη με τίτλο «Ο Μητροπολιτικός Ι.Ν. Τα Εισόδια της Θεοτόκου (Ρέθυμνο, 1999).

Σημαντικοί εφημέριοι
Στην «Ενοριακή Παρουσία» έκδοση του Μητροπολιτικού Ναού ο μεγάλος Κρητολόγος αναφέρεται στους εφημέριους που ήταν σημαντικές προσωπικότητες του καιρού τους. Αναφέρει μεταξύ άλλων:
• Ακάκιος Δαουνδάκης (1855 -1922): Ο Βίος του ανδρός (που είχε καταγωγή από το Σέλινο) μοιάζει με μυθιστόρημα. Να υπενθυμίσουμε ότι διετέλεσε Ηγούμενος Αρκαδίου (1902-1906) και ότι είναι αυτός που έχτισε τον Ναό του Τιμίου Σταυρού στον λόφο Κορέ, βόρεια της Μονής. Ο Ηγούμενος αυτός συνδέθηκε κάποτε και με τον Μητροπολιτικό μας Ναό, κάτω από τις εξής ιδιάζουσες συνθήκες. Ήταν το 1897, τον πρώτο καιρό που το ρωσικό εκστρατευτικό σώμα – ως «κυανόκρανοι» της εποχής – βρέθηκε στο Ρέθυμνο. Ο Καθεδρικός Ναός της πόλης γνώρισε τότε «Κυριακές δόξας», καθώς γέμιζε ασφυκτικά από Ρώσους αξιωματικούς και στρατιώτες που προσέρχονταν εν σώματι για εκκλησιασμό. Ο τότε Επίσκοπος Διονύσιος (Καστρινογιαννάκης) είχε την εξής ιδέα: Επειδή ο Ακάκιος είχε κάποια εξοικείωση με τη ρωσική γλώσσα καθώς είχε πάει παλαιότερα στη Ρωσία, για έρανο υπέρ της μονής του σκέφτηκε να τον μετακαλέσει στο Ρέθυμνο. Του ζήτησε, λοιπόν, να αποστηθίσει κάποια κομμάτια της λειτουργίας στα Ρωσικά. Αυτό έγινε τα κομμάτια ακούστηκαν απροειδοποίητα και η συγκίνηση που προκλήθηκε ανάμεσα στους Ρώσους φαίνεται πως ξεπέρασε ακόμα και τις προσδοκίες του Επισκόπου, του εμπνευστή της ιδέας.
• Τίτος Σταυρακάκης (1876-1929): Γεννήθηκε στον Πρινέ Μυλοποτάμου και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Μονής του Αρκαδίου το 1897. Τον επόμενο χρόνο μετακλήθηκε στο Ρέθυμνο λόγο της καλλιφωνίας του, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1907, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στον Καθεδρικό Ναό ως ψάλτης και διάκος. Το 1909 έγινε Αρχιμανδρίτης και το 1914 εκλέχτηκε Ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου για μια τετραετία. Να σημειωθεί ότι ήταν ανεψιός (εκ μητρός) του Κωνσταντίνου Γερακάρη.
Οι επίτροποι
Εξετάζοντας κανείς τον διαχρονικό κατάλογο με τα ονόματα των Επιτρόπων, διαπιστώνει και τη διαχρονικότητα ενός φαινομένου: Υπήρχε δηλαδή πάντα η επιθυμία των σημαντικών ανθρώπων της πόλης να θέλουν να προσφέρουν και με τρόπο άμεσο τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία (ενδεικτικά παραδείγματα):
• Εμμανουήλ Ζαχαράκης (1857-1941): Είχε καταγωγή από τον Πρινέ Μυλοποτάμου και ήταν νομικός κι πολιτευτής από τους σημαντικότερους στη Κρήτη. Διετέλεσε, μάλιστα, και υπουργός της Κρητικής Πολιτείας.
• Ιωάννης Γρηγοριάδης (γεν. π. 1850): είχε την καταγωγή από τις Βρύσες Ακουμίων και ήταν ζαχαροπλάστης, με ασυνήθιστη για την εποχή μόρφωση. Το ζαχαροπλαστείο του είχε μεγάλη φήμη και βρισκόταν παλαιότερα κάπου πολύ κοντά στην Αγία Βαρβάρα.
• Ματθαίος Ματθαιουδάκης του Λεωνίδα (Ήταν συμβολαιογράφος εγγονός του π. Ματθαίου Ματθαιουδάκη, ενός πολύ σημαντικού αγωνιστή του’21.
• Αριστείδης Λιαναντωνάκης (1851-1928): Ήταν έμπορος και Δημοτικός σύμβουλος για χρόνια.
• Νικόλαος Καλογέννητος (γεν. π. 1945): Ήταν και αυτός έμπορος ειδών κιγκαλερίας στο Ρέθυμνο με υποκατάστημα στο Πάνορμο. Η συμμετοχή του στους αγώνες της Κρήτης και στα κοινά της πόλης ήταν ασυνήθιστα σημαντική. Διετέλεσε πληρεξούσιος, δηλαδή βουλευτής, στη Γενική των Κρητών Συνέλευση, καθώς και Δημοτικός Σύμβουλος για χρόνια. Εύρισκε όμως τον καιρό, όπως βλέπουμε, και για άμεση προσφορά υπηρεσιών στη Εκκλησία.
• Ιωάννης Δάνδολος (γεν. 1840): Ήταν γιατρός, αγωνιστής και είχε έντονη συμμετοχή στα κοινά. Ήταν εκδότης της εφημερίδας «Αναγέννησις».
• Νικόλαος Κορωνάκης του Αριστείδη (1862-1936): Δικηγόρος και δραστήριο στέλεχος της Ρεθεμνιώτικης κοινωνίας.
• Πέτρος Μανουσάκης (1872-1948): Δικηγόρος με, επίσης, μεγάλη δράση. Διετέλεσε και αυτός βουλευτής επι Κρητικής πολιτείας. Ο πατέρας του Δημήτριος Πέτρου Μανουσάκης και εκείνος που, σύμφωνα με ενεπίγραφη πλάκα, ευσεβώς εκ βάθρων ήγειρεν το γνωστό παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου, απέναντι από το Δεσποτικό.
• Ευθύβουλος Τσουδερός (1890-1935): Ήταν ένας ταλαντούχος δικηγόρος που χάθηκε πρόωρα. Ήταν τριτότοκος γιος του Ιωάννη Αναγνώστη Τσουδερού και αδελφός του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού. Υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Οι ψάλτες
Περισσότερο, ασφαλώς, απ’ ότι σήμερα, οι ψάλτες είχαν κάποτε φανατικούς θαυμαστές. Στις προσωπικές μου μνήμες υπάρχουν οι ατελείωτες συζητήσεις που άνοιγε στις βεγγέρες ο μακαρίτης γείτονάς μου ψάλτης Ιωάννης Βαλασαρίδης για τα πρόσωπα που πέρασαν από τα ψαλτήρια των ναών της πόλης.
Το Ρέθυμνο, πριν το 1850 είχε γίνει κέντρο διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής διότι στο σχολείο της πόλης υπηρετούσε ένας δάσκαλος που γνώριζε την τέχνη. Με αυτόν αρχίζουμε:
• Κωνσταντίνος Χατζή-Ιωάννου Ψαρουδάκης (1805-1884). Ήταν ο Πρωτοψάλτης Κρήτης, ο πρώτο που αναφέρεται στον κατάλογο των ψαλτών που υπάρχει στο βιβλίο με την ιστορία του Καθεδρικού Ναού. Είναι εκείνος που δίδαξε βυζαντινή μουσική στον Παύλο Βλαστό και σε άλλους συμπολίτες μας που άφησαν εποχή ως ψάλτες Παγκρήτιας φήμης. Να σημειωθεί ότι σε προχωρημένη ηλικία, και για αρκετά χρόνια μετά την αποστράτευσή του, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα αναλογία των ψαλτών του Ναού. Ήταν και συγγραφέας ενός σπουδαίου βιβλίου με τίτλο «Σύμμικτα», που χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες τα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους.
• Ευθυμιάδης Βερνάδος (εγ. Το 1845): Ήταν πεπαιδευμένος και καλλίφωνος αδελφός της Μονής Ρουστίκων. Δεν αναφέρεται μεταξύ των ψαλτών του Καθεδρικού Ναού. Και ήταν φυσικό, αφού, δεν υπηρέτησε ποτέ στο Ρέθυμνο. Όμως, τον μετακαλούσαν οι επίσκοποι σε έκτακτες περιπτώσεις και μεγάλες γιορτές λόγω της εξαιρετικής καλλιφωνίας του.
• Κωνσταντίνος Βουρλάκης ο ίδιος δεν έχω ακούσματα, ξέρω όμως πως το πέρασμά του από το αναλόγιο του Καθεδρικού μας Ναού είχε μείνει αξέχαστο στους παλαιότερους από μένα. Υπάρχουν γι’ αυτό βιογραφικά στο βιβλίο με την ιστορία του Ναού, ενώ πριν από 10 χρόνια έγινε ειδική ομιλία από τον Λεωνίδα Καούνη στο Λύκειο των Ελληνίδων.
• Εμμανουήλ Λινοξυλάκης του Αντωνίου (1882-21 Φεβρουαρίου 1952): Υπήρξε δάσκαλός μου στο Δημοτικό. Πέθανε σαν τέτοιες μέρες διδάσκοντας μουσική, αν και ήταν συνταξιούχος. Μπορώ να πω τούτο: Η ψαλμωδία του μας έκανε να ξεχνούμε ακόμα και την υπερβολική αυστηρότητά του στην τάξη.
Οι κατηχήτριες
Με τα όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, δημιουργείται ασφαλώς η εντύπωση ότι άμεση προσφορά στον Καθεδρικό Ναό μας είχαν μόνο οι άνδρες. Ίσως αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα αν θεωρήσουμε «άμεση» τη προσφορά που γινόταν στο προσκήνιο… αντί άλλης εξηγήσεως, θα μεταφέρω ένα γεγονός που προκαλεί εντύπωση σήμερα: Στον γυναικωνίτη του Ναού των Εισοδίων υπήρχαν κάποτε καφασωτά, όπως υπήρχαν στα παράθυρα των χαρεμιών και στους γυναικωνίτες των τζαμιών. Όταν, λοιπόν, το 1894, τα καφασωτά αφαιρέθηκαν από τον ναό, δημιουργήθηκε στην κοινωνία της πόλης τεράστιο σκάνδαλο. Μάλιστα, ένας ενορίτης από τους εξέχοντες, περασμένης κάπως ηλικίας… εγκατέλειψε την πόλη και αποσύρθηκε στο χωριό της καταγωγής του, γιατί, λέει, «δεν μπορούσε να βλέπει το.. αίσχος».
Με τα ήθη της εποχής ήταν φυσικό η προσφορά των γυναικών προς την εκκλησία να μη γίνεται στο προσκήνιο. Ο ρόλος της κατηχήτριας – με πρωτοπόρο της Ευαγγελία Μαραγκουδάκη (1882-1976) ήταν αυτός που βοήθησε να καταλυθεί στην πόλη μας ένα κατεστημένο.
Σε επόμενη ευκαιρία θα συνεχίσουμε γύρω από την ιστορία του Καθεδρικού μας Ναού που έχει πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία να παρουσιάσει για τον ερευνητή του παρόντος και του μέλλοντος.








