Στο προηγούμενο άρθρο αναδείχθηκε ότι, παρά τις ανά τα χρόνια θεσμικές παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις (ενίοτε επιβαλλόμενες από έξω) που αφορούν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, το ελληνικό πολιτικό σύστημα συνεχίζει να αναπαράγει με αξιοθαύμαστη αντοχή μία από τις βαθύτερες παθογένειες του: το πελατειακό κράτος. Στο σημερινό άρθρο θα εστιάσουμε σε συγκεκριμένες αλλαγές που θα μπορούσαν να δοκιμαστούν, ώστε να περιοριστεί ουσιαστικά αυτό το φαινόμενο.
Πράγματι, το γνωστό μας «ρουσφέτι» έχει μετασχηματιστεί σημαντικά σε σχέση με τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Το ογκώδες, σχεδόν σοβιετικού τύπου κράτος έχει περιοριστεί, ενώ η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνέβαλε στην ενσωμάτωση θεσμικών και νομικών εργαλείων, δεικτών αποτελεσματικότητας και μετρήσιμων διαδικασιών που λειτουργούν ανασταλτικά στη διαφθορά. Παράλληλα, η τεχνολογία και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης καθιστούν ολοένα και πιο δύσκολη την ανάπτυξη άμεσων πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτικών και ψηφοφόρων.
Ο βουλευτής δεν επιστρατεύεται πλέον για να περαστεί γρηγορότερα μια γραμμή του ΟΤΕ, η υπόσχεση διορισμού έχει σε μεγάλο βαθμό εκλείψει στη μετά-ΑΣΕΠ εποχή, οι τράπεζες δεν είναι πια κρατικές ώστε να χορηγούν δάνεια κατόπιν πολιτικής διαμεσολάβησης, ενώ η ΑΑΔΕ καθιστά ιδιαίτερα δύσκολες τις λεγόμενες φορολογικές «τακτοποιήσεις».
Στην πράξη, ό,τι έχει απομείνει αφορά κυρίως τα γνωστά στρατιωτικά «ρουσφετάκια», μεσολαβήσεις για αποσπάσεις υπαλλήλων σε επιθυμητό τόπο και το «μοίρασμα» επιδοτήσεων, προγραμμάτων και ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ακόμη όμως και σε αυτό το πεδίο, οι δυνατότητες βουλευτικών παρεμβάσεων φαίνεται να περιορίζονται. Η υπαγωγή του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, σε συνδυασμό με την ψηφιοποίηση του καθορισμού των αποζημιώσεων, εκτιμάται ότι κλείνει μία από τις βασικότερες εστίες πελατειακών μεσολαβήσεων.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το πελατειακό σύστημα εξαφανίστηκε. Απλώς μετασχηματίστηκε. Έγινε πιο «ελαφρύ», πιο άτυπο και πιο διάχυτο. Χιλιάδες μικρές εξυπηρετήσεις και καθημερινές παρεμβάσεις χαμηλής έντασης συντηρούν, στο σύνολό τους, την ίδια λογική εξάρτησης. Και αυτό το σύστημα, ιδιαίτερα στην επαρχία, δύσκολα θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς τον σταυρό προτίμησης, ο οποίος καθιστά την προσωπική σχέση με τον ψηφοφόρο βασική προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης.
Η εκλογή βουλευτών με σταυρό προτίμησης προβάλλεται συχνά ως πιο δημοκρατική, καθώς δίνει στον πολίτη τη δυνατότητα να επιλέγει πρόσωπα και όχι μόνο κόμματα, ενισχύοντας -θεωρητικά- τη λογοδοσία. Ωστόσο, στην πράξη, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας σχέσης εξάρτησης, όπου ο βουλευτής δεν λειτουργεί πρωτίστως ως εκφραστής της πολιτικής βούλησης του πολίτη, αλλά ως φορέας εξυπηρετήσεων προς τον πελάτη-ψηφοφόρο.
Ο βουλευτής δεν αξιολογείται κυρίως για το νομοθετικό του έργο, τη δραστηριότητά του στη Βουλή ή τη συνολική του συμβολή στη δημόσια πολιτική. Αντίθετα, κρίνεται με όρους «αποτελεσματικότητας» στην καθημερινή διαχείριση προσωπικών αιτημάτων. Στο να επισπεύδει έναν φάκελο, να μεσολαβεί για μια επιδότηση, να σηκώνει ένα τηλέφωνο.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η μετάβαση σε ένα σύστημα λίστας – με όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί να υπάρχουν- αποτελεί μια αλλαγή που αξίζει σοβαρά να συζητηθεί. Η λίστα περιορίζει την ανάγκη ανάπτυξης προσωπικών δικτύων εξυπηρετήσεων και μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το πρόσωπο στο πολιτικό πρόγραμμα.
Αναμφίβολα, ένα τέτοιο σύστημα ενισχύει τον ρόλο των κομματικών ηγεσιών και ενέχει τον κίνδυνο αυξημένου κομματικού ελέγχου, άρα και μεγαλύτερης εξάρτησης των βουλευτών από τον κομματικό μηχανισμό. Ωστόσο, το σημερινό ισοζύγιο έχει ήδη γείρει επικίνδυνα προς την αντίθετη κατεύθυνση: αυτή της μικροπολιτικής συναλλαγής.
Παράλληλα, η μείωση του αριθμού των βουλευτών θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Όχι ως πανάκεια, αλλά ως ένας τρόπος να περιοριστεί η μαζικότητα του φαινομένου. Λιγότεροι βουλευτές σημαίνουν λιγότερα παράλληλα δίκτυα εξυπηρετήσεων και, δυνητικά, μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα της εκπροσώπησης. Σίγουρα μια τέτοια επιλογή ενέχει κινδύνους για την αντιπροσώπευση, ιδίως στην περιφέρεια. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κόστος – αυτό συνοδεύει κάθε θεσμική μεταρρύθμιση. Το ερώτημα είναι πιο κόστος είναι σήμερα μεγαλύτερο.
Το πελατειακό κράτος δεν πρόκειται να εξαφανιστεί τόσο απλά. Θα βρει τρόπους να προσαρμοστεί. Αν όμως θέλουμε να το περιορίσουμε ουσιαστικά, οφείλουμε να χτυπήσουμε τους βασικούς μηχανισμούς που το αναπαράγουν. Και ένας από αυτούς είναι ο σταυρός προτίμησης.
Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να θεραπεύουμε τα συμπτώματα, αφήνοντας ανέγγιχτη την αιτία. Ίσως έχει έρθει η στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Όχι γιατί αυτό εγγυάται την επιτυχία, αλλά γιατί το υπάρχον σύστημα έχει δείξει ξεκάθαρα τα όρια του. Εκτός αν προτιμάμε την πολιτική όχι ως πεδίο ιδεών, αλλά ως δίκτυο διευθετήσεων.









