Ήταν κάποτε ένας υπουργός τόσο τσιγκούνης και σφιχτοχέρης με το δημόσιο χρήμα, που άμα του ‘πεφτε πεντάρα κάτω, έκανε τον σταυρό του πριν σκύψει να τη μαζέψει. Κυκλοφορούσε πάντα καμαρωτός, με ύφος λες και μόνο αυτός κρατούσε όρθιο το κράτος κι όλοι οι υπόλοιποι ήταν βάρος στην πλάτη του.
Όλο «οικονομία», «περικοπές» και «νοικοκύρεμα» έλεγε. Άμα τον άκουγες πολλή ώρα, νόμιζες πως ο άνθρωπος γεννήθηκε μέσα σε λογιστικό βιβλίο.
Κάθε στιγμή έβγαινε και φώναζε: «Σφίξτε το ζωνάρι!» Μονάχα που το δικό του ζωνάρι είχε τόσο φαρδύνει απ’ τα τραπεζώματα, που ήθελε δυο τρύπες παραπάνω κάθε χρόνο.
Ο κόσμος, όμως, μάτωνε. Ο εργάτης μέτραγε τα ευρώ ένα – ένα. Η μάνα έκοβε το ψωμί τόσο λεπτό, που άμα το σήκωνες στο φως έβλεπες απέναντι. Κι αυτός το χαβά του: «Θυσίες για το καλό του τόπου».
Μα ξέρεις, ρε φίλε, πώς είναι αυτά. Όταν ο φτωχός ακούει πολλές φορές τη λέξη «θυσία», αρχίζει να ψάχνει ποιος τρώει το αρνί και δεν χορταίνει ποτέ.
Μια μέρα, λοιπόν, ενώ είχε πάρει φορά να βγάλει άλλο έναν λόγο περί «εθνικής σωτηρίας», τον έπιασε ξαφνικά μια ταραχή. Ίδρωσε, χλόμιασε, άλλαξε δέκα χρώματα ώσπου έπιασε το στήθος του και σωριάστηκε στην καρέκλα σαν σακί με πατάτες.
Έγινε χαμός. Σπεύσανε από πάνω του αλαφιασμένοι γραμματείς, υπασπιστές, παρατρεχάμενοι, όλη η συνομοταξία των αυλοκολάκων του, λες και χτυπήθηκε το βασίλειο από κεραυνό. Άλλος κουνούσε μπουκάλια, άλλος φώναζε «φέρτε γιατρό», άλλος σταύρωνε τα χαρτιά του υπουργείου μην και πεθάνει ο άνθρωπος και χαθούν οι υπογραφές.
Και να σου οι γιατροί. Κατέφτασαν όλοι. Καθηγητές, διευθυντές, ειδικοί, παραειδικοί. Και οι πιο πολλοί από δαύτους είχαν ως θυρεό όχι τον αρχαίο Ιπποκράτη, αλλά το ευρώ, εφόσον με το που έμπαινες στο ιατρείο τους έπρεπε να έχεις έτοιμο και φακελάκι. Μέχρι που κατέφτασε κι ένας που έμοιαζε πιο πολύ με χασάπη παρά με γιατρό. Τον άκουγαν με κάτι σωλήνες, τον πίεζαν, τον τρυπούσαν, τον γυρνούσαν από δω κι από κει σαν καρπούζι στη λαϊκή.
Ο ένας είπε: «Το έχω παρουσιάσει και σε συνέδριον διεθνές. Είναι κλασική περίπτωσις υπερκοπώσεως, συνάδελφοι!» Ο άλλος: «Είναι νευρικόν». Κι ένας γερο-γιατρός, που είχε δει πολλούς σαν κι αυτόν στη ζωή του, μουρμούρισε χαμηλόφωνα: «Από την πολλή οικονομία στέγνωσε και το μέσα του».
Ο υπουργός βογκούσε στο κρεβάτι: «Το ταμείον… σώστε το ταμείον…».
Λες και θα του το ‘κλεβε ο Χάρος και θα ‘μενε άφραγκος στον άλλο κόσμο.
Οι εφημερίδες, από την πλευρά του, ιδίως οι κυβερνητικές, τότε άρχισαν το θέατρο, εν προσδοκία επιχορηγήσεως. «Η υγεία του ανδρός παρουσιάζει βελτίωσιν», «Ο υπουργός ανεπαύθη ήρεμα», «Η κατάστασις κρίνεται σοβαρά αλλά πατριωτική». Σαν να μη νοσούσε άνθρωπος, αλλά η ίδια η πατρίδα.
Στα καφενεία όμως ο κόσμος ξεκαρδιζόταν. Ένας συνταξιούχος δάσκαλος που ‘πινε τον καφέ του αργά αργά είπε: «Ρε παιδιά, αυτός όλη του τη ζωή μάς έκοβε το ψωμί για να σωθεί το κράτος. Και τώρα ξοδεύουν μια περιουσία για να σωθεί αυτός».
Κι ένας άλλος, ξωμάχος από την εφηβεία του, με πατημένα πια τα 70 χρόνια, συμπλήρωσε: «Άμα ήταν φτωχός, θα του ‘βαζαν μια βεντούζα και «καλό Παράδεισο».
Πέρασαν μέρες πολλές ώσπου να συνέλθει. Κι όταν βγήκε τελικά απ’ το κρεβάτι, βγήκε σαν βρεγμένος κόκορας. Πιο αδύνατος, πιο μαζεμένος, με μάτια φοβισμένα. Για λίγο μόνο, βέβαια.
Γιατί μόλις ξανακάθισε στην υπουργική καρέκλα κι ένιωσε το μαξιλάρι από κάτω του, ξαναφούσκωσε σαν γαλοπούλα. «Περικοπές!», «Πειθαρχία!», «Ο λαός πρέπει να μάθει οικονομία!».
Και τότε ένας θυρωρός, που τόσα χρόνια τον έβλεπε να μπαίνει και να βγαίνει σαν πασάς, γύρισε και είπε σιγανά: «Τελικά ο πυρετός δεν του ‘ριξε το μυαλό. Κρίμα τόσος ιδρώτας χαμένος».
Και από τότε οι γονείς κληρονομούν στα παιδιά τους στον τόπο εκείνο μια σοφή παροιμία: «Μερικοί αγαπούν τόσο πολύ το ταμείο, που άμα πεθάνουν θέλουν να τους θάψουν μέσα στο συρτάρι του».
* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
** Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων









