Με αφορμή την προ ημερών ψήφιση του νομοσχεδίου για την ψηφιακή ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, σκέφτομαι ότι, καθημερινά, γινόμαστε κοινωνοί από τα ΜΜΕ ειδήσεων που σχετίζονται με θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα στους ελληνικούς δρόμους. Πολλά είναι τα αίτιά τους και, παρότι έχουν τραγική κατάληξη, παρατηρούμε ότι, αντί να μειώνεται ο αριθμός τους, αυξάνονται σε όλη τη χώρα.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η οδηγική συμπεριφορά των Νεοελλήνων αποτελεί διαχρονική «ανοιχτή πληγή» που επανέρχεται οσάκις ένα νέο τροχαίο δυστύχημα συγκλονίζει τη χώρα. Μολονότι το οδικό δίκτυο έχει εκσυγχρονιστεί και βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ο άνθρωπος ως οδηγός θεωρώ πως παραμένει ο καθοριστικός κρίκος της αλυσίδας των ατυχημάτων.
Η υπερβολική ταχύτητα, η απροσεξία λόγω κινητών τηλεφώνων, η κούραση, η μετά από κατανάλωση αλκοόλ οδήγηση, αλλά και η κουλτούρα «δεν θα τύχει σε μένα» συνθέτουν ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, η, παρά την αποδεδειγμένη σχέση της με τα τροχαία δυστυχήματα και τα τυχόν «τσουχτερά» χρηματικά πρόστιμα, «χαλαρή έως απαξιωτική» στάση ως προς τη χρήση ζώνης, κράνους, των κανόνων για τα προσπεράσματα και την τήρηση των αποστάσεων, ιδίως από τους νεαρούς αλλά και τους πιο ηλικιωμένους οδηγούς αυτοκινήτων κυρίως, αντανακλά μιαν ευρύτερη και καταδικαστέα ως συνήθεια κοινωνική, σχεδόν παγιωμένη, αντίληψη που συχνά καταφρονεί ή αδιαφορεί για τους κανόνες της κυκλοφοριακής αγωγής.
Ο περιορισμός των τροχαίων δυστυχημάτων δεν μπορεί να τα περιμένει όλα μόνον από την αυστηρή αστυνόμευση ή/και την επιβολή εξοντωτικών ποινών. Κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι ό,τι απαιτείται είναι μια συντονισμένη προσπάθεια που να συσχετίζει εκπαίδευση, πρόληψη και κουλτούρα ευθύνης. Η ουσιαστική διδασκαλία οδικής ασφάλειας στα σχολεία κάθε βαθμίδας, οι προσαρμοσμένες στο σύγχρονο τρόπο της ανθρώπινης ζωής στις αστικές και στις αγροτικές περιοχές ενημερωτικές προσεγγίσεις και η συστηματική επιτήρηση θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να καλλιεργήσουν έναν νέο, διαφορετικό από τον μέχρι τώρα, τρόπο σκέψης στον οδηγό, από την πρώτη στιγμή που πιάνει το τιμόνι για να μάθει να οδηγεί. Παράλληλα, η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών και των υποδομών μειώνει την πίεση στους δρόμους και αποφορτίζει από την τυχόν νευρικότητα που κυριεύει τους οδηγούς στα μποτιλιαρίσματα συνήθως στις μεγαλουπόλεις ή κατά την έξοδο απ’ αυτές τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές ή τις αργίες.
Ό,τι κι αν λέμε, όμως, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει πραγματικά, παρά μόνον εάν όλη η κοινωνία αντιμετωπίσει την οδήγηση όχι ως μια αυτονόητη καθημερινή πράξη ή επίδειξη «κυριαρχίας» στους δρόμους, αλλά ως πράξη ευθύνης προς τον εαυτό μας και προς όλους όσοι μοιράζονται τον δρόμο μαζί μας.
* Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων









