Όπως είδαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα (Ρ. Ν. 25/4/2026), ο 15ος και ο 16ος αιώνας ήταν η χρυσή εποχή της Κρητικής αμπελουργίας. Όταν η Κρήτη πέρασε από τη βενετική στην οθωμανική κυριαρχία, η γεωργική οικονομία και το εξαγωγικό δυναμικό του νησιού γνώρισαν μια σημαντική διαφοροποίηση: η παραγωγή κρασιού άρχισε να μειώνεται, ενώ ενισχύθηκε η παραγωγή και εμπορία ελαιολάδου και σαπουνιού. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η μεταβολή αυτή είχε ήδη αρχίσει να σημειώνεται από τη βενετοκρατία.
Το συμβόλαιο του νοτάριου Μαρίνου Αρκολέου στο Γιαννούδι
Το πλήθος των αμπελώνων στην περιοχή του Ρεθύμνου κατά την ενετική περίοδο μαρτυρείται σε νοταριακά συμβόλαια. Χαρακτηριστικό είναι το υπ’ αριθμόν 2222 συμβόλαιο του νοτάριου Μαρίνου Αρκολέου της 2-5-1645, το οποίο αφορά χωρισμό και διανομή περιουσιών μεταξύ της Λουκίας Φορλάν και του διδάκτορα κυρίου Ευσταθίου Πατελάρου και στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων και ιδιοκτήτες ή νομείς περιουσιών σε θέσεις του χωριού Γιαννούδι: «...Μύλος στο χωριό, λιόφυτο στο λάκκο του Αι Γιάννη, αμπέλι στον Κάμπο του Νταχά Ρόζα, τα αμπέλια στου Σκόρδο, νεοφυτεμένο αμπέλι από τον Αντώνιο Νταπιασέντσα, το αμπέλι στο Μισιακό Λουρί, το αμπέλι στο Ρουδαλιανό, τα καβαλαρατικά των αμπελιών του Παπαδόπουλου, στου Καβαλιέρο το Λενικό, του Μανώλη Λυραδότου τσι Ρετρορέζας, το αμπέλι της Κάνεβας που κρατούσε ο Αντώνιος Καφάτος, το λιόφυτο στα Σκαλιά, τα χωράφια στσι Λέσκες που κρατούσε η κυρία Τσαντίραινα, το ξεριζάμπελο του Τσαντίρη στα Αμπελοπούλια. Ο Λεονίν Περβολάρης, η Όρσα Καφατοπούλα και ο Αντώνης Καφάτος πλήρωναν λιβέλλο. Το αμπέλι στο Κοτσιφάλι, το καβαλαρατικό του σπιτιού του Κωσταντή Μακρή, το χωράφι του Πλατανιά του Νικολό Θαλασσινού, το αμπέλι στον Άγιο Κωνσταντίνο στου καλόγερου Τζερμόνη, εφημέριου του Αγίου Αντωνίου, αμπέλι του Μιχάλη Κουδούνα Βαρέλη στο Λόγκο, μισό αμπέλι στην Αγία Φώτιση του Γιακουμή Μογκιέ, το αμπέλι του Μανώλη Κουδούνα Γκεκόπουλου, αμπέλι του Μιχάλη Βαρέλη και του Γιώργη Κουδούνα στο Λόγκο».
Η Οθωμανική περίοδος
Κατά την οθωμανική περίοδο, η παραγωγή κρασιού από τους κρητικούς αμπελώνες συνεχίστηκε, αν και κάπως περιορισμένα. Όπως καταδεικνύει η Αllaire Stallsmith στη μελέτη της One Colony, Two Mother Cities. Cretan Agriculture under Venetian and Ottoman Rule, οι αμπελώνες που εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς γαιοκτήμονες, αγοράστηκαν από μοναστήρια που εξακολούθησαν την παραγωγή κρασιού για τις τοπικές ανάγκες. Η κεντρική Οθωμανική διοίκηση θέσπισε κανονισμούς με διατάξεις για τους αμπελώνες. Μια ένδειξη ότι οι αμπελουργικές δραστηριότητες συνεχίστηκαν κατά την εγκαθίδρυση της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί είναι η συμπερίληψη των φόρων αμπελώνων και κρασιού στους κανονισμούς. Το κτηματολόγιο του 1650 περιλαμβάνει άρθρο περί αμπελώνων που αναφέρει: «Αν οι Μουσουλμάνοι φυτέψουν ξανά αμπέλια, θα πληρώνουν 20 άσπρα ανά στρέμμα, ως δεκάτη. Και αν ένα αμπέλι αφαιρεθεί από έναν άπιστο, η δεκάτη θα ληφθεί όπως πριν». Αυτό σημαίνει ότι φυτεύτηκαν νέοι αμπελώνες και από μουσουλμάνους. Μπορούμε να πούμε ότι οι Οθωμανοί δεν επέβαλαν περιορισμούς στη φύτευση νέων αμπελώνων, αντίθετα μάλιστα θέσπισαν κανονισμό που θα τη διευκόλυνε. Βέβαια, μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού προέκυψε ως αποτέλεσμα προσηλυτισμού. Στη διάταξη του ίδιου νομικού κώδικα αναφέρεται: «Αν πωλείται κρασί σε ταβέρνες, τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποιούνται για το κρασί που πωλείται θα σφραγίζονται και η πώληση του κρασιού θα φορολογείται ανάλογα».
Στα μητρώα του ιεροδικείου Ρεθύμνου περιλαμβάνονται αρχεία που δείχνουν ότι σημαντικός αριθμός μουσουλμάνων κατείχε επίσης αμπελώνες. Για παράδειγμα, μητρώο του έτους 1696-1697 καταγράφει 75 αμπελουργούς στο χωριό Κάστελος του Ρεθύμνου, 11 από τους οποίους ήταν μουσουλμάνοι. Άλλο μητρώο, του έτους 1701-1702 καταγράφει 61 αμπελουργούς στο χωριό Καρωτή, 10 από τους οποίους μουσουλμάνοι.
Με την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού το 1669, ο κανονισμός για τη φορολόγηση αμπελώνων και κήπων ορίζεται σε «δέκα ντιράμ για κάθε τσερίπι αμπελώνα ή κήπου, και δεν απαιτείται ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο».
Το πιο ενδιαφέρον κανονιστικό άρθρο, που δείχνει ότι η παραγωγή και οι πωλήσεις κρασιού συνεχίστηκαν στο νησί κατά την οθωμανική περίοδο, είναι η διάταξη του Κρητικού Τελωνειακού Κώδικα του 1669, που αναφέρει: «Εφόσον το κρασί και η ρακή αποτελούν τροφή για τους απίστους, εάν αγοράσουν κρασί ή ρακή, η τιμή τους θα υπολογιστεί και θα επιβληθεί τελωνειακός δασμός τεσσάρων τοις εκατό άσπρων».
Από το σταφύλι στην ελιά
Η άνοδος της ελαιοκαλλιέργειας, όπως και η παρακμή της αμπελουργίας στο νησί, έχει συζητηθεί και δικαιολογηθεί από ορισμένους ιστορικούς ως μια πορεία που οφείλεται σε διάφορους λόγους. Τον 17ο αιώνα η βενετική διοίκηση προσπάθησε να ενθαρρύνει το εμπόριο του ελαιολάδου και να αναπτύξει εργαστήρια ελαιοτριβείων για να σταματήσει την οικονομική παρακμή που προέκυψε από την κάμψη του εμπορίου του κρασιού και την έλλειψη παραγωγής σιτηρών. Κατά την περίοδο αυτή, η Βενετία είχε χάσει το μονοπώλιό της στο μεσογειακό εμπόριο, καθώς οι Γάλλοι έμποροι άρχισαν να ελέγχουν μεγάλο μέρος του εμπορίου του κρασιού και να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στο κρητικό ελαιόλαδο για την τροφοδότηση των σαπωνοποιείων της Μασσαλίας.

προς εξαγωγή.
Ως αποτέλεσμα, εν μέρει των μεταβαλλόμενων διεθνών αγορών και εν μέρει λόγω των συνεπειών της γεωργικής πολιτικής Βενετών και Οθωμανών, η αλλαγή χεριών στην Κρήτη συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στη γεωργία του νησιού. Ο καθηγητής Χρήστος Χατζηιωσήφ, τότε διευθυντής του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών, ο οποίος συμμετείχε σε συνέδριο με την ανακοίνωση «Η ιστορικότητα της ελιάς και του ελαιολάδου», έδειξε ότι οι λόγοι στους οποίους οι ιστορικοί αποδίδουν τον γεωργικό μετασχηματισμό, δεν συμπεριλαμβάνουν δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους της αγροτικής οικονομίας: την εργασία και την ιδιοκτησία στη διαδικασία της παραγωγής. Επισήμανε επίσης ότι δεν επρόκειτο για μετατρέψιμες φυτείες, αφού απαιτούν διαφορετικές διαδικασίες παραγωγής: η αμπελουργία είναι μια δραστηριότητα εντατικής εργασίας – η οποία κάμφθηκε όταν, μετά τον Κρητικό Πόλεμο, εξειδικευμένοι εργάτες γης εγκατέλειψαν το νησί (Μπράντφιλντ) – ενώ οι ελιές, ανθεκτικότερες μάλιστα στις κλιματικές αλλαγές, απαιτούν εργασία μόνο κατά τη συγκομιδή, η οποία παραδοσιακά γίνεται από γυναίκες και παιδιά. Συνεπώς, μετά την οθωμανική κατάκτηση ήταν δύσκολο να βρεθεί εργατικό δυναμικό για να εργαστεί στα αμπέλια για δύο λόγους: α) τη γενική μείωση του πληθυσμού και β) την αποχώρηση των ευγενών γαιοκτημόνων από το νησί. Επιπλέον παράγοντες που οδήγησαν στην παρακμή της αμπελοκαλλιέργειας ήταν:
– Η αύξηση της παραγωγής στην Ευρώπη. Την περίοδο αυτή σταφύλια καλλιεργούνταν σε μεγάλες εκτάσεις γης της Ισπανίας, όπου παράγονταν γλυκά κρασιά, παρόμοια της Κρήτης.
– H οικονομική κρίση που έπληξε την Ευρώπη κατά το πρώτο μισό του 17ου αι., οδήγησε σε μείωση της ζήτησης σε είδη πολυτελείας όπως τα κρητικά κρασιά.
– Μεταβολή των κλιματικών συνθηκών επέδρασε επίσης στη μείωση της παραγωγής στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1500 και 1700, που ορίζεται ως «Μικρή Εποχή των Παγετώνων» και χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και υπερβολικές βροχοπτώσεις. Επιστημονικές έρευνες συνδέουν το φαινόμενο αυτό με τη γενοκτονία των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής από τους Ευρωπαίους κατακτητές, μετά το 1492, όταν ο θάνατος εκατομμυρίων ιθαγενών οδήγησε στην εγκατάλειψη τεράστιων γεωργικών εκτάσεων. Η φυσική αναγέννηση των δασών στις εγκαταλελειμμένες αυτές εκτάσεις απορρόφησε
μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, αποδυναμώνοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμβάλλοντας έτσι στην πτώση της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Η βενετική διοίκηση, σύμφωνα με τις βασικές ανάγκες και τις οικονομικές προσδοκίες της Δημοκρατίας, είχε εγκαθιδρύσει κεντρικό έλεγχο με μια μερκαντιλιστική προσέγγιση, για να διατηρήσει υπό έλεγχο τις γεωργικές δραστηριότητες του νησιού. Από αυτή την άποψη, θεωρείται ότι οι Οθωμανοί έδωσαν στους αγρότες μεγαλύτερη ελευθερία στις ατομικές τους επιλογές στην αγροτική παραγωγή. Και η ελευθερία αυτή τους έστρεψε, κατά τον Χατζηιωσήφ, στις ελιές, οι οποίες δεν απαιτούσαν πολύ εργασία και είχαν ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς κατά την εποχή αυτή. Προκειμένου να φανεί αυτός ο γεωργικός μετασχηματισμός στην Κρήτη, εξετάζονται δύο διαφορετικές απογραφές εισοδήματος (απογραφές κτηματολογίου), που διεξήχθησαν κατά την οθωμανική περίοδο. Ως δείγμα χρησιμοποιείται η περίοδος των πρώτων 35 χρόνων της οθωμανικής κυριαρχίας (1670-1704) και η πόλη του Ρεθύμνου στο νησί. Τρεις απογραφές διεξήχθηκαν στην Κρήτη κατά την οθωμανική περίοδο. Η πρώτη από αυτές πραγματοποιήθηκε το 1650, μετά την κατάληψη των Χανίων και του Ρεθύμνου, η δεύτερη το 1670, μετά την κατάληψη του Χάνδακα, και η τρίτη το 1704. Στην απογραφή του 1670, οι αμπελώνες χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες (ala, evsat, edna) με διαφορετικούς φορολογικούς συντελεστές για την καθεμιά:
Ala: η κατηγορία των πλέον εύφορων γαιών φορολογούνταν προς 120 άσπρα/ τσερίπι.
Εvsat: η κατηγορία των μεσαίας απόδοσης γαιών φορολογούνταν προς 60 άσπρα/τσερίπι.
Εdna: η κατηγορία των μικρής απόδοσης γαιών φορολογούνταν προς 30 άσπρα/τσερίπι.
Ο σχετικός kanunname ορίζει και την αντιστοιχία του τσεριπιού σε 60 τετραγωνικούς πήχεις, δηλαδή όσο και το dönüm, το κλασικό οθωμανικό στρέμμα (ένας πήχυς = επτά σπιθαμές). (Μπαλτά-Ογκούζ, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου) Στην απογραφή του 1704 δεν έγινε διάκριση για τους αμπελώνες. Κάθε τσερίπι φορολογήθηκε προς 102 άσπρα, οπότε δεν είναι δυνατόν να γίνει σύγκριση των φορολογικών εσόδων για να
διαπιστωθεί αν η παραγωγή είχε στο μεταξύ μειωθεί ή αυξηθεί.
Σύγκριση έκτασης αμπελώνων και αριθμού ελαιοδένδρων στις απογραφές του 1670 και του 1704
Συγκρίνοντας τις διαφοροποιήσεις των δύο απογραφών, διαπιστώνουμε ότι σε κάποια χωριά του Ρεθύμνου η έκταση των αμπελώνων μειώθηκε ενώ σε άλλα αυξήθηκε. Ομοίως όμως συνέβη και με τον αριθμό των ελαιοδέντρων.
Στο χωριό Πρινές για παράδειγμα, ο αριθμός των ελαιοδέντρων αυξήθηκε κατά 54% σε αυτά τα 35 χρόνια, ενώ στο χωριό Ρούστικα μειώθηκε κατά 16% (εικ.4 και 5). Παράλληλα, στο χωριό Αΐμονας του Μυλοποτάμου, η έκταση των αμπελώνων μειώθηκε κατά 23%, ενώ στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου αυξήθηκε κατά 51% (εικ.6 και 7). Όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες, στην περιοχή του Ρεθύμνου από το 1670 μέχρι το 1704 ο αριθμός των ελαιοδέντρων αυξήθηκε κατά 34%, ενώ η έκταση των αμπελώνων μειώθηκε μόνο κατά 9%, στοιχείο που καταδεικνύει ότι οι ελιές δεν αντικατέστησαν τα αμπέλια. Οι τάσεις αυτές όμως διαφοροποιούνται σε κάθε δήμο (nahiye) του νομού. (Ayşe Nükhet Adıyeke , Osmanlı Egemenliği’nin İlk Yıllarında Resmo Bağları).

Τα χωριά με τους μεγαλύτερους αμπελώνες (άνω των 100 τσερίπ), σύμφωνα με το κτηματολόγιο του 1670
Ναχιγιές Ρεθύμνου
Γεράνι 272
Πηγή 262.5
Χρωμοναστήρι 257
Αμνάτος 186
Ατσιπόπουλο 182
Πρασσές 175
Αρκάδι (μονή) 165.5
Επισκοπή 155.5
Μαρουλάς 155.5
Γιαννούδι 140.5
Πρινές 134.5
Αστέρι 130
Μέση 129.5
Καρέ 122,5
Κάτω Αρμένοι 114.5
Καρωτή 100
Ρούστικα 96.5
Ναχιγιές Μυλοποτάμου
Μαργαρίτες 530.5
Ανώγεια 374.5
Μελιδόνι 161.5
Αξός 156.5
Λαγκά 143.5
Γαράζο 125.5
Αίμονας 105
∆αμάστα 104
Ναχιγιές Αμαρίου
Μέρωνας 170.5
Μπισταγή 148
Ναχιγιές Αγ. Βασιλείου
Μέλαμπες 124
Σελλιά 100.5
Το κρασί στο Ισλάμ
Η Ευαγγελία Μπαλτά («Το κρασί στους Οθωμανικούς χρόνους», στο: Οίνος. Πολιτισμός και κοινωνία, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2006, pp. 85–105) υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει στο Κοράνι κάποια ρητή απαγόρευση του κρασιού. Υπάρχουν, αναφέρει, χωρία όπου ο Προφήτης Μωάμεθ υπόσχεται στους πιστούς του, μαζί με άλλες απολαύσεις, και ποταμούς εκλεκτού κρασιού. Σε άλλα εδάφια όμως τους προτρέπει να μην προσέρχονται στην προσευχή σε κατάσταση μέθης.

Γενικά, οι γνώμες κατά πόσον το Κοράνι απαγορεύει ή όχι το κρασί διίστανται. Θεωρείται ότι η απαγόρευση της οινοποσίας συνδέεται κατά κύριο λόγο με την κατοπινή ισλαμική θεολογική παράδοση και τις διάφορες ιερατικές σχολές ερμηνείας του Κορανίου. Οι σιίτες, σουφί, αλεβίδες και λοιπές ισλαμικές σέκτες, καθώς και οι μπεκτασίδες της Ανατολίας, όχι μόνο δεν απέκλεισαν ποτέ την οινοποσία, αλλά ύμνησαν το κρασί στην ποίησή τους και το συμπεριέλαβαν στο τυπικό των ιεροτελεστιών τους. Οι σουνίτες, δηλαδή η πλειονότητα των μουσουλμάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν υποχρεωμένοι να ζήσουν σε ένα χώρο όπου υπήρχε ο πολιτισμός του αμπελιού. Κατανάλωναν σταφύλια, σταφίδες, πετιμέζι και ορισμένοι έπιναν κρασί, παρά τις προσταγές του Ισλάμ. Την οινοποσία μουσουλμάνων μαρτυρούν περιηγητές αλλά και οθωμανικές πηγές, όπως π.χ. ιεροδικαστικά έγγραφα. Μουσουλμάνες γυναίκες κατέφευγαν συχνά στον καδή με αίτημα
διαζυγίου για κατ’ εξακολούθηση οινοποσία και μέθη του συζύγου τους.










