Υψηλά επίπεδα έκθεσης των δημοσίων υπαλλήλων σε περιστατικά εργασιακού εκφοβισμού – Μονιμότητα, έλλειψη θεσμικής προστασίας και επαφές με τρίτους παράγοντες που οδηγούν σε mobbing
Παρά τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις και τις βαρύγδουπες υποθέσεις που έρχονται συχνά στην «επιφάνεια» του δημόσιου διαλόγου, ο εργασιακός εκφοβισμός (mobbing) είναι συνήθως μία δύσκολα ανιχνεύσιμη, δυσδιάκριτη, ήπια, αλλά ταυτόχρονα αρνητική συνθήκη με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι εργαζόμενοι. Μάλιστα, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται ο εργασιακός εκφοβισμός βασίζεται συνήθως σε ελλιπή ενημέρωση, απουσία ευαισθητοποίησης και δόλο υποτίμησης περιστατικών και υποθέσεων, καθώς ούτε συμπεριλαμβάνει απαραίτητα χρήση βίας, αλλά ούτε και αφορά τη σχέση εργοδότη και εργαζόμενου. Ο εκφοβισμός σε έναν εργασιακό χώρο μπορεί να ξεκινά από μία λεκτική παρατήρηση, ένα κακόβουλο σχόλιο και μία προσβλητική συμπεριφορά, μέχρι μία συστηματική και επαναλαμβανόμενη προσπάθεια υποβάθμισης και ευτελισμού του εργαζομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να προέρχεται από έναν εργοδότη, έναν συνάδελφο, αλλά κυρίως, και συχνά αυτό αγνοείται, ένα τρίτο μέρος, με πρόσκαιρη, αποσπώμενη παρουσία στον εργασιακό χώρο. Τέτοιου είδους περιπτώσεις αφορούν τον δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα το κομμάτι της εξυπηρέτησης πολιτών σε δημόσιες υπηρεσίες, αλλά μπορούν να αφορούν και τον ιδιωτικό τομέα, σε επαγγέλματα σχετικά με τον τουρισμό – επισιτισμό. Ο εκφοβισμός θεωρείται συνήθως ως πράξη ή λεκτική παρατήρηση από άτομο ή ομάδα ατόμων με σκοπό να βλάψουν ή να απομονώσουν ένα άλλο άτομο στον χώρο εργασίας. Μερικές φορές, ο εκφοβισμός μπορεί να περιλαμβάνει και αρνητική φυσική επαφή, ενώ συνήθως συνεπάγεται επανειλημμένα περιστατικά ή συμπεριφορά που αποσκοπεί να εκφοβίσει, να προσβάλει, να υποβαθμίσει ή να εξευτελίσει ένα συγκεκριμένο άτομο.
Τα χαρακτηριστικά της μονιμότητας στην εργασία, της έκθεσης σε μεγάλο τμήμα άγνωστων τρίτων προσώπων και της ελλιπούς θεσμικής και οργανωμένης προστασίας σε περίπτωση κάποιου περιστατικού είναι παράγοντες που οδηγούν στον εργασιακό εκφοβισμό εργαζομένων. Το πρόσφατο περιστατικό του ηλικιωμένου που εισέβαλε σε δημόσια υπηρεσία στην Αθήνα οπλοφορώντας, η καθηγήτρια Λυκείου στη Θεσσαλονίκη που υπέστη σημαντικές πιέσεις εντός της σχολικής αίθουσας από μαθητές, αλλά και η καταγγελία πολιτικού προσώπου σε επιθεωρητή εργασίας για τον τρόπο που διεξήγαγε τη δουλειά του αποτελούν παραδείγματα έκθεσης εργαζομένων σε κινδύνους εκφοβισμού και εργασιακής επισφάλειας τα οποία προκαλούν ανησυχία και για τα οποία αναζητούνται λύσεις αποτροπής και προστασίας. Σαφώς, η διάκριση ανάμεσα σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον σκληρής διαχείρισης και εργασιακού εκφοβισμού συνήθως δεν είναι ξεκάθαρη, επομένως τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και όλοι οι παρευρισκόμενοι σε χώρους εργασίας οφείλουν να ενημερώνονται και να αναθεωρούν τη στάση τους και τη συμπεριφορά τους σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον. Επιπλέον, η στροφή προς συνδικαλιστικούς φορείς και σωματεία για τη θεσμική υποστήριξη του εργαζομένου είναι επίσης ένα πρώτο στάδιο αναζήτησης λύσεων απέναντι στον εργασιακό εκφοβισμό, παρότι συνήθως όμως αυτό κρίνεται ανεπαρκές και αναποτελεσματικό.
Τα παραπάνω και πολλά ακόμα επισημάνθηκαν κατά τη διάρκεια εργαστηρίου ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης που διοργάνωσε το Ν.Τ. ΑΔΕΔΥ Ρεθύμνου στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη με τίτλο «Εργασιακός Εκφοβισμός» και στόχο είχε να αναδειχθούν οι πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου και να προταθούν πρακτικά εργαλεία διαχείρισης. Την εκπόνηση του εργαστηρίου ανέλαβε η πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Χριστίνα Καρακιουλάφη, με κεντρική εστία ενδιαφέροντος τις περιπτώσεις των δημόσιων υπαλλήλων, αναλύοντας παραδείγματα από την επικαιρότητα και τη διεθνή βιβλιογραφία. «Σύμφωνα με τους ποσοτικούς δείκτες, δίνουμε βάση στις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, γιατί οι συνθήκες για να εκδηλωθούν τέτοιες συμπεριφορές, παρότι θεωρητικά είναι πιο εύκολο να εντοπιστούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, τα δεδομένα μας λένε ότι τα ποσοστά είναι πιο υψηλά στον δημόσιο τομέα», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», η κ. Καρακιουλάφη. Όπως εξήγησε, «αυτό έχει να κάνει κυρίως με την έντονη παρενόχληση από τρίτους, δηλαδή από εξωτερικά ως προς τον φορέα άτομα, για παράδειγμα χρήστες υπηρεσιών, πολίτες, μπορεί να είναι ασθενείς, γονείς μαθητών κ.ά. Άρα επειδή ο δημόσιος τομέας λειτουργεί αρκετά στη βάση της παροχής υπηρεσιών, εκδηλώνονται τέτοιες μορφές εκφοβισμού και λεκτικής κυρίως βίας από τρίτους. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι πολλές φορές αυτή η αίσθηση της μονιμότητας κατά κάποιον τρόπο δημιουργεί ένα περιβάλλον που ευκολότερα μπορούν να εκδηλωθούν τέτοιες συμπεριφορές, γιατί ο άλλος πολύ απλά δεν φοβάται να το κάνει. Δεν αισθάνεται με κάποιον τρόπο ότι θα υπάρξει κάποια επίπτωση ή κάποια ποινή ή κάποια πειθαρχική διαδικασία», συμπλήρωσε.
«Μορφές παρενόχλησης, βίας και εκφοβισμού που προέρχονται από τρίτους»
Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ δημοσιευμένη το 2026, το 51% των εργαζομένων αναγνωρίζει ότι η ψυχολογική πίεση από την εργασία επηρεάζει αρνητικά την προσωπική και κοινωνική του ζωή, ενώ οι κλάδοι με τα υψηλότερα ποσοστά εντατικοποίησης της εργασίας είναι η εκπαίδευση (79%), οι επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες (77%), η μεταποίηση (76%), οι υπηρεσίες εστίασης και φιλοξενίας (76%) και οι μεταφορές (72%). Σημαντική ένταση καταγράφεται και στην υγεία (71%), τις κατασκευές (70%) και το λιανεμπόριο (67%). «Φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια όπως προκύπτει και από την βιβλιογραφία, μέσα από τις δηλώσεις, τα κείμενα, τις καμπάνιες των συνδικάτων του δημοσίου τομέα στην Ευρώπη και διεθνώς βλέπει ότι δίνει κυρίως έμφαση στις μορφές παρενόχλησης, βίας και εκφοβισμού που προέρχονται από τρίτους. Ένα σημαντικό κομμάτι όλου αυτού είναι και της εργασίας ενός εργαζόμενου δημόσιου τομέα, που δουλεύει σε frontdesk είναι να έρχεται σε συνδιαλλαγή με τον πολίτη. Αυτό που είδαμε για παράδειγμα με τον ΕΦΚΑ, παρόλο που είναι ένα πολύ ακραίο περιστατικό, δείχνει ακριβώς και το πόσο ευάλωτος μπορεί να είναι ένας εργαζόμενος πρώτης γραμμής, όταν έρχεται σε επαφή με έναν πολίτη, γιατί ουσιαστικά αυτός είναι εκείνη την ώρα το πρόσωπο του οργανισμού, το πρόσωπο του φορέα και άρα αυτός δέχεται όλη τη δυσαρέσκεια του τρίτου απέναντι στον φορέα», σημείωσε η κ. Καρακιουλάφη. Σύμφωνα με στοιχεία της Επιθεώρησης Εργασίας που δημοσιεύτηκαν το 2025, οι καταγγελίες για βία και παρενόχληση στον χώρο εργασίας αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, οι καταγγελίες από 151 το 2022 έφτασαν τις 318 το 2024. Από αυτές, περίπου το 78% αφορούσε περιστατικά εργασιακού εκφοβισμού, όπως ψυχολογική πίεση, λεκτική βία και ηθική παρενόχληση, ενώ μέχρι και τον Οκτώβριο του 2025 είχαν πραγματοποιηθεί πανελλαδικά 1.806 έλεγχοι και είχαν καταγραφεί 374 νέες καταγγελίες.
Αναφορικά με τους τρόπους αντιμετώπισης και διαχείρισης του φαινομένου, η κ. Καρακιουλάφη ανέφερε: «Το βασικό κομμάτι της πρόληψης είναι πρώτα πρώτα η ευαισθητοποίηση, δηλαδή το να μάθω να αναγνωρίζω ποιες είναι αυτές οι συμπεριφορές, γιατί πολλοί έχουν στο μυαλό τους όταν ακούν για παρενόχληση, βία, εκφοβισμό, ότι είναι κάτι πολύ ακραίο. Αλλά σε περιπτώσεις είναι μικρές συμπεριφορές που μεμονωμένα μπορεί να μην έχουν βαρύτητα, το να ταπεινώνεις κάποιον, το να του αφαιρείς καθήκοντα, το να του επιβάλλεις υπερβολικό φόρτο εργασίας ή προθεσμίες που δεν είναι εφικτές. Όλα αυτά ίσως μεμονωμένα δεν παραπέμπουν σε εκφοβισμό, αλλά συσσωρευμένα, όταν αυτό γίνεται επαναλαμβανόμενο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε έχεις μία συμπεριφορά, που με βάση τις τυπολογίες και τους ορισμούς που έχουν δοθεί, ενέχουν μία μορφή βίας, παρενόχλησης και εκφοβισμού. Αυτό είναι το πιο δύσκολο νομίζω, ότι πολλές φορές το έχουμε στο μυαλό μας σαν κάτι πολύ ακραίο, αλλά δεν ισχύει». Επιπλέον, εξίσου σημαντική και απαραίτητη είναι η δημιουργία αποτελεσματικών δικτύων εξέτασης καταγγελιών. «Το δεύτερο βήμα προφανώς είναι συνεχείς ενημερώσεις στους χώρους εργασίας, δημιουργία μηχανισμών καταγγελίας, συνεργασία με τα σωματεία. Ο δημόσιος τομέας έχει και το πλεονέκτημα ότι στους περισσότερους χώρους με κάποιον τρόπο οι εργαζόμενοι καλύπτονται. Υπάρχει είτε σωματείο, είτε μία ομοσπονδία. Δεν είναι όπως τον ιδιωτικό τομέα, όπου σε πολλούς χώρους δεν υπάρχουν συνδικάτα και εκπρόσωποι. Ο δημόσιος τομέας έχει αυτό το πλεονέκτημα», σημείωσε η κ. Καρακιουλάφη.
Θεσμική – ηθική παρενόχληση
Κατά την διάρκεια του εργαστηρίου, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εργασιακού εκφοβισμού που αναλύθηκε είναι αυτό της εταιρείας France Telecom. Πρόκειται ουσιαστικά για μία επιχείρηση που από τη δεκαετία του 1990 άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας ενός εργασιακού περιβάλλοντος και άρχισε να θέτει αυστηρούς στόχους αξιολόγησης ασκώντας έντονη πίεση στους εργαζομένους. Ουσιαστικά η εταιρεία ακολούθησε ένα μοντέλο ιδιωτικοποίησης μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000. «Εφαρμόστηκε ένα τόσο σκληρό μέτρο διαχείρισης που ουσιαστικά σκοπό είχε το πώς θα ξεφορτωθεί 20.000 εργαζόμενους που δούλευαν με ένα καθεστώς πιο προστατευμένο, όχι δημόσιου υπαλλήλου, αλλά με το καθεστώς που δούλευαν παλαιότερα οι εργαζόμενοι σε εταιρείες τύπου ΔΕΚΟ», εξήγησε η κ. Καρακιουλάφη. Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν ένα μαζικό κύμα αυτοκτονιών υπαλλήλων της εταιρείας. «Το 2010 είχαμε περίπου 27 αυτοκτονίες και είχαν προηγηθεί και κάποιες τα προηγούμενα χρόνια και όλες αποδόθηκαν στο πολύ σκληρό μάνατζμεντ, γιατί ακριβώς αυτό είχε σκοπό να εξωθήσει εργαζόμενους κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας σε παραίτηση. Όταν αυτό έφτασε στα δικαστήρια το 2019, το κατηγορητήριο και η απόφαση αφορούσε θεσμική, ηθική παρενόχληση, δηλαδή μία μορφή παρενόχλησης που δεν είναι μεταξύ μεμονωμένων ατόμων, είτε προϊσταμένων, υφισταμένων, είτε μεταξύ συναδέλφων, αλλά είναι απόρροια ενός συγκεκριμένου τύπου διοίκησης της επιχείρησης που δημιούργησε ένα κλίμα τρομοκρατίας μέσα στους χώρους εργασίας. Υπάρχει λοιπόν και αυτή η διάσταση που τη βρίσκουμε κυρίως σε ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις».












