Σε μια χώρα γεμάτη βελούδινα γραφεία, βαριές σφραγίδες και μεγάλες κουβέντες, η κυβέρνηση αποφάσισε πως χρειάζεται μια καινούργια φυλακή.
«Η τάξη πάνω απ’ όλα», είπε ο αρμόδιος υπουργός στους συμβούλους του ένα πρωί. Κι αμέσως, άρχισαν οι απανωτές συνεδριάσεις, τα επίσημα έγγραφα, οι υπογραφές και οι λόγοι οι φουσκωμένοι σαν ψωμί με πολύ αέρα και λίγο αλεύρι.
Διάλεξαν μέρος σε μιαν απομακρυσμένη επαρχία, ξεκίνησαν τα δημοσιεύματα και οι συνεντεύξεις στα εθνικά και τοπικά ΜΜΕ, μέτρησαν πέτρες, κάλεσαν έμπειρους μηχανικούς, έφτιαξαν σχέδια τόσο όμορφα που άμα τα κορνίζαρες και τα έβαζες στη σαλοτραπεζαρία τα περνούσες άνετα για έργα τέχνης. Κι επειδή στη χώρα εκείνη όλα πάντοτε αρχινούσαν απ’ το τέλος, πρώτα – πρώτα, κατά παρέκκλιση των σε ισχύ νόμων και με τη διαδικασία του κατεπείγοντος ως τροπολογία σε ένα άσχετο νομοσχέδιο του υπουργείου Υγιεινής και όχι του Δημοσίας Τάξεως, οι κυβερνητικοί βουλευτές έδωσαν «χαρτάκι» στους ανθρώπους του υπουργείου και διόρισαν φύλακες, επιλέγοντάς τους από τους τοπικούς ψηφοφόρους, τους «ημέτερους».
Οι νεοπροσληφθέντες φύλακες φόρεσαν λαμπροστόλιστες στολές, πήραν σοβαρό ύφος και παρουσιάστηκαν καλοχτενισμένοι και κορδονάτοι να πιάσουν δουλειά. Μόνο που φυλακή δεν υπήρχε ακόμη. Υπήρχε μονάχα ένα χέρσο και άδειο χωράφι, κάτι σκουριασμένα από τα χρόνια λιθάρια, δυο βαθιά στη γη φυτεμένοι πάσσαλοι κι ένας αργόσχολος σκύλος που κοιμόταν στη σκιά.
Κάθε πρωί, όμως, οι φύλακες πήγαιναν κανονικά στη δουλειά. Περπατούσαν πέρα δώθε στο οικόπεδο, κοιτούσαν αυστηρά την περιοχή, κουβέντιαζαν μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων επί ώρες και σφύριζαν τάχα μου ελέγχοντας την περιοχή και όσους περνούσαν από εκεί.
Οι περαστικοί τούς ρωτούσαν: «Τι φυλάτε, βρε παιδιά;» Κι εκείνοι, με ύφος σπουδαίο χιλίων καρδιναλίων, απαντούσαν: «Το σωφρονιστικό ίδρυμα…»
Κι αν ρωτούσε ένας περίεργος από τους ανθρώπους «Μα πού είναι;», «Θα γίνει!», απαντούσε, για λογαριασμό όλων, ένας ψηλός που οι άλλοι φύλακες φώναζαν «αρχιφύλακα».
Και πέρασαν μήνες. Μετά, χρόνια. Οι πολίτες είχαν ξεχάσει πόσες βουλευτικές εκλογές είχαν διεξαχθεί από τη μέρα της πρώτης – πρώτης υπουργικής εξαγγελίας!
Η φυλακή δεν έγινε ποτέ, γιατί – όπως έγραφαν οι εφημερίδες – όλο έλειπε μια υπογραφή, ένα κονδύλι, ένας φάκελος, ένας κουμπάρος, ένας καφές, μια επιτροπή, μια νέα μελέτη.
Μα οι φύλακες έμεναν εκεί. Φρουροί του αέρα. Δεσμοφύλακες του τίποτα. Στο τέλος, ο κόσμος συνήθισε τόσο το παράλογο, που κανείς δεν απορούσε πια. Μόνο κάτι παππούδες, ενώ έπαιζαν χαρτιά ή τάβλι, στο καφενείο κάθε φορά που ερχόταν η κουβέντα για την φυλακή, κουνούσαν πάνω κάτω το κεφάλι και έλεγαν: «Σ’ αυτόν τον τόπο πρώτα φυλακίζεται η λογική και μετά χτίζονται οι τοίχοι…»
Κι έτσι έμεινε παροιμία: «Μη δουλεύεις σαν φύλακας σε άχτιστη φυλακή» – για όσους κάνουν φασαρία, υπηρετούν τίτλους και στο τέλος δεν προστατεύουν απολύτως τίποτα.
* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
* Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων









