Οι μικροί ντόπιοι παραγωγοί μπορεί να χαρακτηρίζονται «μικροί» ωστόσο στην πραγματικότητα είναι αυτοί που κρατάνε όρθια την τοπική οικονομία και ταυτότητα, εκπροσωπώντας επάξια στην αγορά τη γαστρονομία ενός τόπου. Το Ρέθυμνο έχει την τύχη να έχει χιλιάδες τέτοιους παραγωγούς. Είτε επεξεργάζονται πρώτες ύλες που προέρχονται από το ζωικό κεφάλαιο είτε το φυτικό, άλλοι με βιολογικές πρακτικές, άλλοι με εντελώς παραδοσιακές μεθόδους και άλλοι ενσωματώνοντας καινοτομίες, όλοι στο τέλος της μέρας αντιπροσωπεύουν το ίδιο πράγμα: τον σεβασμό στη φύση, την αξία των αγνών ποιοτικών προϊόντων, την αυθεντικότητα. Οι δυσκολίες των παραγωγών του Ρεθύμνου να σταθούν βέβαια στην τόσο ανταγωνιστική αγορά είναι τεράστιες. Βρίσκουν συχνά μπροστά τους το υψηλό κόστος παραγωγής και την κυριαρχία των μεγάλων κολοσσών της αγοράς, το δύσκολο φορολογικό και τραπεζικό ελληνικό περιβάλλον, ακόμη και την οικονομική αδυναμία του κόσμου να ανταποκριθεί, συχνά, στην τιμή που δικαιωματικά έχουν αυτά τα «premium» ποιοτικά τρόφιμα και αγαθά. Οι άνθρωποι πίσω από τα Ρεθεμνιώτικα προϊόντα με άλλα λόγια δίνουν και αυτοί τον δικό τους καθημερινό αγώνα για να παράξουν την ποιότητα που γνωρίζουμε, αλλά και για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.
Αυτά μας εξομολογήθηκαν κάποιοι από τους παράγωγους που συναντήσαμε στη 12η Γιορτή Κρητικής Διατροφής η οποία πραγματοποιείται αυτές τις μέρες στον Δημοτικό Κήπο και σήμερα ολοκληρώνεται, ενώ το φεστιβάλ είναι μια σύμπραξη της Περιφέρειας Κρήτης, του δήμου Ρεθύμνης και του Επιμελητηρίου Ρεθύμνης. Όπως χαρακτηριστικά πάντως αναφέρουν οι εκθέτες με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, η έμπρακτη στήριξη της τοπικής παραγωγής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο τέλος συνιστά μια πράξη επένδυσης στη διατήρηση της ίδια της πολιτιστικής και γαστρονομικής ταυτότητας του Ρεθύμνου.
O μελισσοκομικός κλάδος δοκιμάζεται
Ο μελισσοκομικός κλάδος δοκιμάζεται φέτος όπως εξηγεί η Χριστίνα Κουβαρά, πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Ρεθύμνης «Μελιττεύς», ο οποίος συμμετέχει με το δικό του περίπτερο στη Γιορτή. Σύμφωνα με την ίδια είναι ελάχιστοι οι μελισσοκόμοι οι οποίο έχουν καταφέρει φέτος να παράξουν μέλι εξαιτίας των απρόσμενων διαθέσεων του καιρού – έκανε ζεστό χειμώνα και κρύα άνοιξη, πράγμα που επηρέασε πάρα πολύ την παραγωγικότητα του εντόμου αυτού, εξηγεί χαρακτηριστικά η ίδια και συμπληρώνει «Μέλι δεν έχει βγει. Το μέλι που έχουμε στο περίπτερο είναι από τα περυσινά μας μέλια. Δεν έχει βγει τίποτα ακόμη και είναι Ιούλιος μήνας. Και δεν ξέρουμε πως θα πάει». Σε αυτό το εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον, οι παραγωγοί του Ρεθύμνου προσπαθούν να επιβιώσουν έχοντας παράλληλα να ανταγωνιστούν τα οικονομικά προϊόντα αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας, όπως τονίζει η πρόεδρος του Συλλόγου. «Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για τους μελισσοκόμους μας. Γιατί δεν έχει χρήματα ο κόσμος. Και η ποιότητα πληρώνεται. Ας πούμε για να πάρεις ένα κιλό μέλι δίνεις 12€. Είναι πάρα πολύ φτηνό. Και όμως βλέπουμε ότι ο κόσμος δυσκολεύεται. Για να πάρει βασιλικό πολτό θέλει 30€ τα 10 γραμμάρια. Είναι πάρα πολύ δύσκολο ειδικά στην Κρήτη, στα νησιά, να βγει η παραγωγή. Ο κόσμος δεν το ξέρει, δεν μπορεί να το καταλάβει αλλά δικαιολογημένα δεν μπορεί πολλές φορές να ανταποκριθεί οικονομικά κιόλας και αυτό το κάνει πολύ δύσκολο και για εμάς τους παραγωγούς». Η κ. Κουβαρά πάντως τονίζει: «Ο κόσμος να στηρίζει τους ντόπιους μελισσοκόμους, να παίρνουν μέλι από τον παραγωγό και όσο μπορούν να προστατεύουν τις μέλισσες».

Ποιοτικά προϊόντα από έναν αγροτικό συνεταιρισμό
Το να ανταγωνιστεί ένας τοπικός συνεταιρισμός τους μεγάλους βιομηχανικούς κολοσσούς της αγοράς είναι ένας άθλος. Ωστόσο όπως εξηγεί η Ελένη Ιερωνυμάκη, υπάλληλος στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ρεθύμνης η ποιότητα των προϊόντων που παράγονται από γάλα ντόπιων κτηνοτρόφων δεν βρίσκεται εύκολα στα κοινά τυριά του σούπερ μάρκετ. «Ένας συνεταιρισμός έχει πολλές δυσκολίες διότι εμείς πάμε και μαζεύουμε το γάλα από τους παραγωγούς και δεν είναι εύκολο. Πρέπει να το ελέγξουμε, πρέπει να κάνουμε συμφωνίες. Ενώ μια ξένη βιομηχανία έρχεται το παίρνει, είναι στάνταρ η τιμή. Εμείς το μετράμε με τα λιπαρά, με την ποιότητα για να είναι όλοι ευχαριστημένοι και να στηρίξουμε στο τέλος τους παραγωγούς της Κρήτης. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει ότι τα προϊόντα μας είναι από ντόπιους παραγωγούς και μόνο του Ρεθύμνου. Και επίσης ότι οι τιμές είναι οι πιο οικονομικές της αγοράς για να στηρίξουμε τους παραγωγούς. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ρεθύμνου στηρίζει και τους παραγωγούς αλλά και τους καταναλωτές. Και το ίδιο περιμένουμε από αυτούς». Το περίπτερο πάντως του συνεταιρισμού ήταν από τα πιο πολυσύχναστα που είδαμε, και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η κ. Ιερωνυμάκη: «Αρέσουν πάρα πολύ στον κόσμο τα προϊόντα. Και οι ξένοι τουρίστες λατρεύουν πολύ τη γραβιέρα και τη γαλομυζήθρα».

Αρτοποιήματα με συνταγές από το ’60
Η Μαρίτα Λυρώνη, υπεύθυνη στη Έκθεση στο περίπτερο του παραδοσιακού ξυλόφουρνου «Μυστράκης» μας αναφέρει ότι η επιχείρηση κρατά γερά στην αγορά του Ρεθύμνου εδώ και τρεις γενιές. Παρότι έχει να ανταγωνιστεί μια χαοτική αγορά γεμάτη εδέσματα και γεύσεις αν μη τι άλλο λαχταριστές, η οικογενειακή τους επιχείρηση καταφέρνει να κρατά έναν πιστό πυρήνα πελατών με τις απλές, παραδοσιακές γεύσεις, χωρίς συντηρητικά και με συνταγές που κρατάνε από το ’60. «Φτιάχνουμε παξιμάδι αποκλειστικά ψημένο στο ξύλο, αγνές γεύσεις, με αγνό ελαιόλαδο παρθένο, χωρίς βούτυρο, χωρίς γάλα», σχολιάζει χαρακτηριστικά. Αν και ο ανταγωνισμός είναι στα ύψη η ίδια αναφέρει ότι «Ο κόσμος έχει αγκαλιάσει τα προϊόντα μας πάρα πολλά χρόνια τώρα. Από παππούδες, παιδιά και εγγόνια συνεχίζουν να τα αγοράζουν γιατί μένουν σταθερά στην ποιότητα όλα αυτά τα χρόνια. Για εμάς δεν είναι δυσκολία να κρατήσουμε τους πελάτες μας γιατί παραμένουμε οι ίδιοι, αγνοί, ποιοτικοί όπως όταν ξεκινήσαν οι πρόγονοί μας». Στο εργαστήριο μέσα δουλεύει όλη η οικογένεια, όπως μας λέει η κ. Λυρώνη. Δεν είναι εύκολο πράγμα για μια οικογενειακή επιχείρηση να λειτουργεί σήμερα σε μια γειτονιά, καθώς όπως λέει «η δυσκολία είναι να προσπαθήσεις να ανταγωνιστείς τα μεγαθήρια που έχουν ρίξει την ποιότητα οπότε έχουν ρίξει και την τιμή για να τραβήξουν τους πελάτες», τονίζει η ίδια και επισημαίνει καταλήγοντας: «Να αγκαλιάζει ο κόσμος τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και να στηρίζει τις τοπικές προσπάθειες».
Μια οικοτεχνία στο πεδίο του «skin care»
Το πεδίο των προϊόντων περιποίησης έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια ως ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ωστόσο όπως μας εξηγεί η Παρασκευή, από το εργαστήριο – οικοτεχνία, «Αθός» στα Αγγελιανά, η αυθεντικότητα, η ποιότητα της πρώτης ύλης και η στροφή στην παράδοση αποτελούν το «κλειδί» για να ξεχωρίσει μια μικρή επιχείρηση και να χτίσει το δικό της πελατολόγιο, υπηρετώντας τον κλάδο με σεβασμό στη φύση και την πρώτη ύλη.
«Είμαστε παραγωγοί, έχουμε το δικό μας βιολογικό ελαιόλαδο το οποίο μεταποιούμε και δημιουργούμε σαπούνια με την ψυχρή μέθοδο σαπονοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι το ελαιόλαδο δεν βράζει, αλλά όλη η σαπονοποίηση γίνεται σχεδόν σε θερμοκρασία δωματίου δηλαδή γύρω στους 35-38 βαθμούς. Δηλαδή κρατάμε όλες τις πολυθενόλες και τα πολύτιμα συστατικά του ελαιολάδου μέσα στο σαπούνι. Άρα το αποτέλεσμα είναι ένα μαλακτικό σαπούνι κατάλληλο όχι μόνο για τα χέρια αλλά και για το πρόσωπο, το σώμα και τα μαλλιά. Τώρα ανάλογα με τα βότανα που θα προσθέσουμε μέσα όπου κάποια από αυτά τα καλλιεργούμε εμείς μέσα στις ελιές μας, προσθέτουμε και άλλες ιδιότητες: για ξηροδερμίες, για μικτά και λιπαρά δέρματα, για ακμή. Δεν θα πω ψέματα, δεν είναι εύκολο για εμάς. Γενικότερα το επιχειρείν στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου εύκολο. Όμως όταν πρόκειται για μια καθετοποιημένη μονάδα και έχεις μια εξαιρετική πρώτη ύλη βρίσκεις τον τρόπο και προωθείς το προϊόν σου», περιγράφει χαρακτηριστικά.
Μάλιστα το εργαστήριο έχει κάνει και το επόμενο βήμα, τη διασύνδεση με τον τουρισμό και τις δράσεις εξωστρέφειας μετατρέποντάς το σε επισκέψιμο και δίνοντας την ευκαιρία σε όποιον το επιθυμεί να συμμετάσχει στα διάφορα workshop που πραγματοποιούνται. «Έχουμε ξεκινήσει το 2012, κάθε χρόνο πάμε και καλύτερα οπότε θέλω να πιστεύω πως είμαστε ένα καλό παράδειγμα για την περιοχή μας».

Ποτά από κρητική τσικουδιά
Ο Ζαχαρίας Παραγιουδάκης, εκπροσωπεί το «Spitiko Meraki» που δραστηριοποιείται στο πεδίο της ποτοποιίας στο Πέραμα Μυλοποτάμου. «Εμείς παράγουμε ποτά με βάση την κρητική τσικουδιά με φυσικά προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας δηλαδή λικέρ, ρακόμελα με διάφορες γεύσεις, παλαιωμένα τσικουδιά σε βαρέλια δρύινα στη φυσική της κατάσταση. Είναι μια πολύ μεγάλη γκάμα προϊόντων περίπου 20 διαφορετικά παράγουμε σε πολλές διαστάσεις φιαλών. Έχουμε δώσει πάρα πολύ βάρος στην ποιότητα και χρησιμοποιούμε μόνο φυσικά υλικά, δεν έχουμε χρωστικές ύλες, χημικά κ.λπ. Για αυτό είμαστε και περιορισμένης παραγωγής και είμαστε οικογενειακή επιχείρηση. Είμαστε περίπου 15 χρόνια στον κλάδο. Οι δυσκολίες δεν έχουν να κάνουν τόσο με το θέμα «οικογενειακή επιχείρηση». Είναι δύσκολος ο συγκεκριμένος κλάδος. Γιατί έχει πολύ υψηλά κόστη. Και μέσα σε αυτή τη θολή αγορά όπως την αντιλαμβανόμαστε όσοι είμαστε μέσα στον κλάδο είναι λίγο δύσκολα αλλά ο κόσμος μας στηρίζει», περιγράφει, ενώ παράλληλα στέλνει κα το μήνυμα: «Ο κόσμος να μην πίνει όταν οδηγεί, να τα λέμε και αυτά. Εμείς πουλάμε αλκοόλ αλλά δεν θέλουμε το κακό κανενός. Αν έχεις πιει ας οδηγήσει άλλος».

Επένδυση στον τόπο από το μηδέν
Ο Ηλίας Μανούσακας, ιδιοκτήτης της «Creta Carob», με έδρα την Αργυρούπολη επέστρεψε από τον Καναδά για να επενδύσει στον τόπο του, παρά τις γραφειοκρατικές και οικονομικές αντιξοότητες της Ελλάδας όπως μας τις περιγράφει. Ξεκινώντας το 2006 από το μηδέν, κατάφερε να συστήσει στο κοινό ξανά το χαρούπι και να το εντάξει δυναμικά στην καθημερινή διατροφή. Σήμερα, η εταιρεία του διαθέτει όπως μας λέει περίπου 70 κωδικούς προϊόντων, από χαρουπάλευρο και ζυμαρικά μέχρι «καφέ» και υποκατάστατα κακάο, και εξάγει σε 38 χώρες του εξωτερικού, φτάνοντας μέχρι την Κορέα. Ο ίδιος τονίζει ότι αν και δεν είναι καθόλου εύκολα και στρωμένα τα πράγματα και οι συνθήκες στο τέλος της μέρας «Είναι η προσωπική μου ευχαρίστηση γιατί ήθελα να αναπτύξω τα προϊόντα της Κρήτης τα οποία ήταν κατεστραμμένα, δεν ήταν καθόλου στην ανθρώπινη διατροφή. Έχω κάνει πολλές καινοτομίες, δουλεύω με πολλά πανεπιστήμια και ινστιτούτα, όπως είναι το ΕΛΓΟ, το ΑΠΘ και κάνουμε πολλές έρευνες πάνω στο τελικό προϊόν. Δουλεύουμε πάρα πολύ πάνω στη θρεπτική αξία του προϊόντος αλλά και στη θεραπευτική του ιδιότητα». Όπως εξηγεί σε μια αγορά που βρίθει από συντηρητικά και «δηλητήρια», το χαρούπι δεν παράγεται καθόλου με φυτοφάρμακα και το τελικό προϊόν όπως επισημαίνει λέει «την αλήθεια» στον καταναλωτή. «Και οι ντόπιοι αγαπάνε πολύ το προϊόν. Θέλει όμως πολλή δουλειά, μάρκετινγκ, θέλει να είσαι παρών, να ξέρεις τη δουλειά σου. Πρέπει να είσαι ο καλύτερος για να σταθείς στην αγορά, αυθεντικός και να λες την αλήθεια στον καταναλωτή γιατί δυστυχώς στην αγορά οι ετικέτες των προϊόντων άλλα γράφουν και άλλη είναι η πραγματικότητα».

Κρητικό ελαιόλαδο μέχρι την Ιαπωνία
Η παραγωγή του ποιοτικού ελαιολάδου όπως μας την περιγράφει ο Σταύρος Μανωλάκης, ιδιοκτήτης της Kreta Natura Eleones Manolakis με έδρα την Επισκοπή Ρεθύμνου είναι μια τέχνη στην πραγματικότητα, που στη δική του περίπτωση έχει κληροδοτηθεί από γενιά σε γενιά. Μια οικογενειακή επιχείρηση όπως μας την παρουσιάζει η οποία είναι καθετοποιημένη, δηλαδή από τον καρπό μέχρι το μπουκάλι είναι διαδικασία που περνάει από τα «δικά του» χέρια. Ο ίδιος εξηγεί ότι αυτό που ξεχωρίζει στο τέλος της μέρας μια τέτοια μονάδα είναι η εμπειρία, η ποιότητα, η «μερακλίδικη» μεταχείριση του προϊόντος, πράγμα που όταν παράγεται με τέτοιο τρόπο είναι ικανό να φτάσει μέχρι την Ιαπωνία. «Εμείς είμαστε μια μονάδα που λειτουργούμε περίπου από το 1970. Είμαστε τρίτης γενιάς οικογένεια πάνω στο ελαιόλαδο και είμαστε καθετοποιημένη μονάδα. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε κάποιους ελαιώνες που είναι δικοί μας, σε κάποια πολύ επίλεκτα λάδια, έχουμε ελαιουργείο δικό μας και η εμφιάλωση είναι επίσης δική μας. Από την παραγωγή μέχρι και το μπουκάλι είναι δικό μας το προϊόν», περιγράφει και μεταξύ άλλων αναφέρει: «Η ξένη αγορά το αναγνωρίζει σε εμάς όλο αυτό που κάνουμε για αυτό έχουμε πάρει και πολλά βραβεία. Κατά κύριο λόγο κάνουμε εξαγωγές. Έχουμε στείλει ελαιόλαδα μέχρι την Ιαπωνία. Εύχομαι το κρητικό ελαιόλαδο όχι μόνο το δικό μου, να πάει παντού».

*Σημείωση: Το ρεπορτάζ των «Ρ.Ν.» περιλαμβάνει ενδεικτικές συνομιλίες με εκπροσώπους από διάφορους παραγωγικούς κλάδους και πεδία, καθώς ο περιορισμένος χώρος καθιστούσε αδύνατη τη φιλοξενία του συνόλου των εκθετών. Η επιλογή των επιχειρήσεων είναι τυχαία και σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε η πρόθεση διαχωρισμού ή υποτίμησης της εξαιρετικής προσπάθειας των υπόλοιπων συμμετεχόντων.













