Είχαμε και τον περίφημο «Μινχάουζεν» με τις απίστευτες τερατολογίες του
Κάποτε που ο κόσμος δεν είχε την πολυτέλεια της ψυχαγωγίας, με τα μέσα που του παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία, κατέφευγε στις φάρσες να διασκεδάζει όταν η πλήξη γινόταν αφόρητη.
Και το Ρέθυμνο σεμνύνεται για αρκετούς συμπαθείς και ευφυείς φαρσέρ, αλλά και για τον πρύτανη των μυθομανών τον περίφημο «Κόκκινο», από την Πηγή, μαέστρο της μυθοπλασίας.
Αρχές του περασμένου αιώνα και μόλις που είχε το Ρέθυμνο απαλλαγεί από την τυραννική σκλαβιά, οι νέοι που είχαν και τις ευλογίες των γονέων να κάνουν συντροφιά με γόνους συγκεκριμένων οικογενειών, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν φιλία και με λιμενόβιους, (αντίληψη της εποχής) ήξεραν να διασκεδάζουν την πλήξη τους με φάρσες που κατέληγαν πάντα με γενναία κρασοκατάνυξη για την άρση πιθανής παρεξήγησης.
Είχαμε αναφερθεί σε προηγούμενα σημειώματα στον Χαράλαμπο Σπανδάγο που για να γελάσει με την παρέα του, μπήκε σε μια κοπιαστική διαδικασία προκειμένου να τους φέρει στον κινηματογράφο του (Ιδαίον Άντρον) να δουν ταινία από κολάζ φίλμς ατάκτως μοιρασμένα. Όταν κατάλαβαν οι θεατές τι είχε συμβεί έβαλαν στην αρχή τις φωνές (για την «τιμή των όπλων») και μετά κατέληξαν σε ταβερνάκι της γειτονιάς με πρωτοβουλία του φαρσέρ να πιουν με τα χρήματα που είχε πληρώσει η παρέα για εισιτήριο.
Απάνθρωπη ήταν η πλάκα σε βάρος του φουκαρά του Πεντεφούντη που τον υποχρέωσαν να κάνει με αδαμιαία περιβολή τον γύρο της προκυμαίας, στο καταχείμωνο με έπαθλο ένα τσουβάλι χάσιμο αλεύρι. Κι αυτός για να εξασφαλίσει ψωμί των παιδιών του υποχώρησε. Γίνονταν και τέτοια αλλά όχι ευτυχώς με τη συχνότητα άλλων που τουλάχιστον δεν είχαν ούτε παράπλευρες απώλειες αξιοπρέπειας.
Μια άλλη πλάκα που άφησε εποχή ήταν τον καιρό που κυκλοφορούσε στην παλιά πόλη ανάμεσα στους άλλους γραφικούς τύπους και μια γυναίκα σκέτη συμφορά. Η θέα της προκαλούσε δυσάρεστα συναισθήματα. Ιδιαίτερα υπέφερε η όσφρηση όποιου πλησίαζε.
Αυτή λοιπόν με το που εμφανιζόταν στα στιβανάδικα, άρχισαν εν χορώ οι τσαγκάρηδες το σφυροκόπημα που προκαλούσε εκκωφαντικό θόρυβο. Κι η γυναίκα της συμφοράς σαν να το απολάμβανε. Επιτέλους κάποιοι της έδιναν σημασία έστω και με τον τρόπο αυτό. Οι φαρσέρ διασκέδαζαν όχι τόσο με το ύφος τους όσο με τον οχετό των ύβρεων που τους περιέλουζε μέχρι να βγει από το δρομάκι τους.
Μια μέρα όμως σκέφτηκαν οι ταραξίες του στενού της Μεγάλης Πόρτας να αδιαφορήσουν για να κάνουν πλάκα της καθημερινής τους επισκέπτριας. Όπερ και εγένετο.
Πλησιάζει η γυναίκα κανένας δεν δίνει σημασία. Άκρα του τάφου σιωπή στο στενό. Καθένας ήταν σκυμμένος στη δουλειά του σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Εκείνη τα έχασε. Περιμένει, ρίχνει την «πρώτη δόση» από το συνηθισμένο υβρεολόγιο τα ίδια. Κανένας δεν αντιδρά μέχρι που εκείνη πια άρχισε να παρακαλά να ξεκινήσουν τα σφυριά και με τέτοια μάλιστα στενοχώρια που οι φαρσέρ ανταποκρίθηκαν με ιδιαίτερο κέφι και με ποτάμι το γέλιο. Ποτέ δεν είχαν διασκεδάσει τόσο. Αλλά και το «θύμα» έφυγε με ένα φαρδύ χαμόγελο ικανοποίησης. Επιτέλους δεν είχε περάσει απαρατήρητη.
Εκείνη την εποχή ήταν στις δόξες του και ο περίφημος «Κόκκινος» με τις τερατολογίες που άφησαν εποχή. Είχε το καφενείο του εκεί που βρισκόταν στο τέλος του ενετικού λιμανιού πάνω σε ένα λόφο. Μας έχει κάνει γι’ αυτόν μια γλαφυρή περιγραφή ο Γιώργης Καλομενόπουλος:
«Λίγο κουτσός, κοκκινωπός,
μουστακαλής κι αρρενωπός,
με πετεινού παράστημα
Γλυκού νερού ψευτονταής
στο Ρέθεμνος «καπανταής»
λίγο κοντός στ’ ανάστημα.
Χρόνια και χρόνια καφετζής
ή στου Ζαμπράκο μπουφετζής
«Καφέ Αμάν», «Περβόλα».
Να λέει τσούκους φοβερούς
να κάνει όρκους τρομερούς
πως είν’ αλήθεια όλα».
Όπως επιβεβαιώνει και ο Θεμιστοκλής Βαλαρής, στο βιβλίο του «Μια πόλη αναμνήσεις», ο Μανόλης Χαμαράκης, με το παρανόμι «Κόκκινος» γιατί ήταν κοκκινοτρίχης, δεν ήταν συνηθισμένος καφετζής. Γενικά ήταν ένας έξυπνος, ετοιμόλογος άνθρωπος και στη συζήτησή του σοβαρός και μετρημένος. Αδυναμία του να παριστάνει τον καπετάνιο κι ας του έλειπε το μπόι κι ας κούτσαινε. Σερμαγιά για το μαγαζί του που διέθετε και… μπιλιάρδο, ήταν οι φαντασιώσεις του. Αρκεί να του έδινε αφορμή πελάτης του και αράδιαζε στη στιγμή τερατολογίες που «έστελναν» την παρέα…
Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκι, ο «Κόκκινος» καταγόταν από την Πηγή.

Ο Μανόλης στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου ήταν οκτώ χρόνων. Κι ευτυχώς δηλαδή γιατί αν ήταν μεγαλύτερος, σύμφωνα με δηλώσεις του, αργότερα στο καφενείο, όποτε το έφερνε η κουβέντα, ήξερε τον τρόπο να… σφάξει τον Μουσταφά Πασά και να ελευθερώσει τον τόπο. (Προμηθεύς ο Πυρφορος τ.37).
Σαν πρώτο του κατόρθωμα αναφέρεται η τιμωρία Τούρκου που επιχείρησε να τον προσβάλει. Αν και ήταν σωματώδης και χεροδύναμος, ο Γκαρδιακός όπως τον έλεγαν, ο Χαμαράκης τον ακινητοποίησε, τον ευνούχισε και παρουσιάστηκε μετά στην πλατεία της Πηγής, νικητής με τρόπαιο το μαχαίρι του που έσταζε αίμα. Όσο για τη χαμένη αντροσύνη του Τούρκου λέγεται ότι απετέλεσε λίαν ευπρόσδεκτο «μεζέ» σκύλου, που περνούσε τυχαία από την περιοχή του ηρωικού συμβάντος.
Κι ενώ ο φουκαράς ο Κόκκινος καμάρωνε για το κατόρθωμά του, κάποιοι φαρμακόγλωσσοι βιάστηκαν να διαδώσουν ότι ένας ψόφιος… γάιδαρος ήταν το θύμα. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι είχαν δει τη μαχαιριά στο επίμαχο σημείο.
Και τι δεν κατέβαζε το κεφάλι του ευφάνταστου Μανόλη. Για γυμνασμένους ψύλλους, για ομιλούντες σκύλους, μέχρι και για ένα κροκόδειλο τους μίλησε που είχε δει στην Αίγυπτο και θα ήταν ίσαμε… δέκα μέτρα. Μια άλλη φορά είδε στο βάθος του ορίζοντα, πέρα από τη θάλασσα, ένα βοσκό να περπατά στα κύματα. Σε λίγο όμως συνειδητοποίησε έντρομος πως ήταν το κεφάλι ενός τεράστιου ψαριού, που χρειάστηκε μια μέρα να περάσει το σώμα του και κατά το βράδυ πέρασε και η… ουρά του.
Το αδύναμο σημείο του Κόκκινου ήταν να καθυστερεί ο πελάτης να δώσει παραγγελία. Λεπτομέρεια που την ήξεραν οι παρέες των φαρσέρ πελατών του και την αξιοποιούσαν δεόντως μέχρι να τον νιώσουν ότι βράζει από κρυμμένο θυμό. Κι όταν έδιναν πια την πολυπόθητη παραγγελία, εκείνος φρόντιζε να τους σερβίρει μια ιστορία ανάλογη με την περίπτωση. Αν τώρα ο υπερβάλλων ζήλος τον έφερνε πέρα από τα εσκαμμένα κι η παρέα τον «έκραζε», εκείνος φρόντιζε να αποκαταστήσει το γόητρό του στη γλώσσα του λιμανιού.
Φάρσα μεταξύ δημοσιογράφων
Είχαμε και στο σινάφι μας όμως φαρσέρ. Χαρακτηριστικό το περιστατικό που αναφέρει ο αείμνηστος Μάρκος Γιουμπάκης στο Βήμα Ρεθύμνης του 1957.

Το 1934 εκτός από την εφημερίδα «ΒΗΜΑ» και «Κρητική Επιθεώρησις», στην πόλη μας κυκλοφορούσε άλλη μα εφημερίδα η «ΑΣΤΡΑΠΗ» του συγχωρεμένου καθηγητή Στέλιου Δρακάκη. Ο Δρακάκης παρά την αντίθετη γραμμή της εφημερίδας του με τον κ. Λυκούργο Καφφάτο τον διευθυντή του «Βήματος» και με ευχαρίστηση δεχόταν τα πειράγματα του Καφφάτου, είτε από τις στήλες του «Βήματος» είτε στη διαλογική συζήτηση στο καφενείο ή στον δρόμο.
Τότε η «ΑΣΤΡΑΠΗ» τυπωνόταν σ’ ένα παμπάλαιο χειροκίνητο πιεστήριο τύπου Γουτεμβέργ στο τυπογραφείο του επίσης συχωρεμένου Σπύρου Μαραγκουδάκη.
Αρκετές φορές τα βράδια περνούσε ο Καφφάτος από το Τυπογραφείο του Μαραγκουδάκη είτε για να πειράξει τον κ Δρακάκη είτε να τον πάρει να πάνε στου Κουτσουρούμπη το Καφενείο όπου σύχναζαν τότε.
Μια βραδιά λοιπόν πέρασε και πάλι ο . Καφφάτος από την «Αστραπή», και βρήκε το Μαραγκουδάκη αρκετά νευριασμένο.
«Τί συμβαίνει βρε Σπύρο;» τον ρωτά
«Αστα βρε Λυκούργο μια ώρα είμαι έτοιμος να τυπώσω κι ακόμη
να’ ρθη ο Στέλιος να κάμει τη διόρθωση στη Σελίδα μόνο κάθεται στου
Κουτσουρούμπη και παίζει τάβλι».
«Σώπα δα Σπύρο μα δεν είναι χαλασμός κόσμου βγάλε μου εμένα ένα
φύλλο να σου κάμω διόρθωση».
Πράγματι βγάζει ο συχωρεμένος Μαραγκουδάκης ένα φύλλο και το δίδει στον Καφφάτο ο οποίος ενώ τάχα κάνει διόρθωση στην εφημερίδα με σβελτάδα και τρόπο αλλάζει και τροποποιεί τα ξύλινα στοιχεία του τίτλου πάνω στην πλάκα ο οποίος από «ΑΣΤΡΑΠΗ», γίνεται «ΑΣ ΝΤΡΑΠΗ», έπειτα γυρίζει προς το Μαραγκουδάκη και του λέει:
«Βγάλε μου Σπύρο ένα άλλο φύλλο για τούτονε δεν επατήθηκε καλά.
Φυσικά το δεύτερο φύλλο που έφερνε τον τίτλο «ΑΣ ΝΤΡΑΠΗ» διπλώθηκε και μπήκε στη τσέπη του Λυκούργου ο οποίος και πάλι με την ίδια σβελτάδα ξαναφτιάχνει τον τίτλο της Εφημερίδας κάνει τη διόρθωση και φεύγει γραμμή για του Κουτσουρούμπη το Καφενείο.
Μόλις έμπαινε, βλέπει τον Δρακάκη ο οποίος βιαστικός ετοιμαζόταν να φύγει.
«Που πας Στέλιο; Τον ρωτά ο Καφφάτος.
«Θα πεταχτώ βρε Λυκούργο δυο λεπτά να κάμω διόρθωση και θα γυρίσω μόνο μη φύγεις.
«Κάτσε βρε Στέλιο μα πέρασα γω και την έκαμα και τώρα τυπώνει ο Σπύρος.
«Α μπράβο, Λυκούργο μου, σ’ ευχαριστώ» του απαντά ο Δρακάκης και γυρίζει να τελειώσει το τάβλι του.
Ο Καφφάτος πηγαίνει, καθίζει απέναντι του, ανοίγει την εφημερίδα επιδεικτικά προς το Δρακάκη, προσποιείται πως διαβάζει, και περιμένει το ψάρι να τσιμπήσει.
Πράγματι σε λίγο ο Δρακάκης σηκώνει τα μάτια του από το τάβλι και τα καρφώνει στον τίτλο της εφημερίδας πίσω από την οποία σκούσε στα γέλια ο Καφφάτος.
Κοιτάζει, ξανακοιτάζει ο Δρακάκης και ξαφνικά σηκώνεται με βία τρέχει προς την πόρτα φωνάζοντας «Αμαν μωρέ Λυκούργο και συ στραβώθηκες;».
Μέχρι να τον σταματήσει ο κ. Καφφάτος είχε κι όλας φθάσει λαχανιασμένος στο Τυπογραφείο και από την πόρτα φωνάζει του Μαραγκουδάκη:
– Σπύρο για όνομα του Θεού σταμάτα το τύπωμα και με κατάστρεψες.
Ορμά αμέσως μέσα τρέχει προς τις τυπωμένες εφημερίδες βλέπει το τίτλο σωστό κοιτάζει και την πλάκα στο πιεστήριο βλέπει και πάλι τον τίτλο σωστό, κοιτάζει και προς την πόρτα και βλέπει τον Καφφάτο να σκάει από τα γέλια. Για να καταλάβει αμέσως ότι για άλλη μια φορά έπεσε θύμα του σπιρτάτου πνεύματος της εξυπνάδας και του δαιμόνιου μυαλού ενός ακόμα κορυφαίου της Ρεθεμνιώτικης Δημοσιογραφίας του Λυκούργου Καφφάτου.
Ο Καφφάτος όμως έχει μια ιστορία με τον «Κόκκινο» που λόγω της ημέρας αξίζει να τη θυμηθούμε. Όπως αναφέραμε σε άλλα περιστατικά ο Καφφάτος ήταν τακτικότατος θαμώνας στο καφενείο του «Κόκκινου».
Μια μέρα, που ήταν ο μοναδικός πελάτης του ζήτησε μια ιστορία για τον Κήπο. Φυσικά δεν εννοούσε τον σημερινό, που τότε ήταν νεκροταφείο των Τούρκων, αλλά εκείνον που βρισκόταν σε λόφο, ο οποίος ισοπεδώθηκε και στη θέση του κτίστηκε το σημερινό Τελωνείο. Ο λόφος αυτός μέχρι και το 1889 ήταν οχυρωμένος και χρησίμευε για την προστασία του λιμανιού. Εκεί με την επιστροφή του από την Αλεξάνδρεια ο Κόκκινος λειτουργούσε το καφενείο του.
Τι να πει λοιπόν στον εκδότη για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του; Σκέφτηκε λίγο και μετά αφού πήρε ξανά τη διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να δημοσιευθεί η ιστορία του, μίλησε για μια τρύπα που είχε ανοίξει ο ίδιος κι όταν αποφάσισε να διαπιστώσει τι μπορούσε να κρύβει βρέθηκε σε ένα περιβάλλον αχανές γεμάτο δαιμόνια… Έκανε το σταυρό του και συνέχισε να προχωρεί μέχρι που είδε φως ημέρας και άκουσε φωνές γυναικών (ήταν χανούμισσες). Αμέσως κατάλαβε ότι έφτασε σε πηγάδι. Περίμενε να φύγουν οι γυναίκες και μετά πατώντας από πέτρα σε πέτρα βγήκε στην επιφάνεια. Και τι να δει; Είχε φτάσει στη Φορτέτζα!
Δεν άντεξε ο Καφφάτος.
– Μα η Φορτέτζα απέχει 100 μέτρα του παρατήρησε. Κι εσύ έκανες μια νύχτα;
Ο Κόκκινος κούνησε καταφατικά το κεφάλι με μεγάλη σοβαρότητα. Κι όταν ο εκδότης του ζήτησε να τον πάει στην πέτρα για να δει κι εκείνος το αξιοπερίεργο, που άκουσε λίγο πριν, ο Κόκκινος του είπε απλά να ψάξει να τη βρει μόνος του. Και γύρισε ατάραχος στον πάγκο του.
Τελικά ποτέ δεν είπε μιαν αλήθεια ο άνθρωπος αυτός; θα αναρωτηθείτε. Βεβαίως Και ιδού πως και πότε, σύμφωνα με τον Καλομενόπουλο αυτή τη φορά.
«Ήρθαν γεράματα βαθιά
σβησμένη ολότελα η ματιά
πάψαν τα παραμύθια
«Ψεύτης ο κόσμος βρε παιδιά
έλεγε με βαριά καρδιά
η μόνη που πε… αλήθεια».

Μικρά διαβολάκια εν δράσει
Εκείνη την παλιά ωραία εποχή δεν ήταν μόνο οι μεγάλοι που έκαναν φάρσες. Τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση. Και τι δεν εύρισκε ο νους να σκαρώσουν για να γελάσουν.
Ούτε και την ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας υπολόγιζαν. Εκείνη η περίοδος άλλωστε τα ευνοούσε. Από τις συνηθισμένες πλάκες ήταν να περιμένουν βράδυ Μ. Πέμπτης, πότε θα λαγοκοιμηθούν οι κυρίες που παρακολουθούσαν τα 12 Ευαγγέλια, να πάνε σιγά-σιγά και να ράψουν τα στριφώματα μιας φούστας στην άλλη Πήγαιναν μετά οι κυρίες να επιστρέψουν στο σπίτι αλλά πώς να κουνήσουν έτσι που ήταν ραμμένες. Ήταν από τις ασυγχώρητες φάρσες αυτές αλλά ευτυχώς είχαν καιρό οι κυρίες να εξομολογηθούν πριν μεταλάβουν γιατί εκείνο το βράδυ από τα νεύρα τους για τους μικρούς διαβόλους δεν ήξεραν κι αυτές τι έλεγαν «κατεβάζοντας καντήλια».
Από τους διακριτικούς και όσο επέτρεπε το μέτρο της ευπρέπειας φαρσέρ ήταν ο σπουδαίος φαρμακοποιός Ιωάννης Κούνουπας. Είχαμε αναφέρει προ καιρού τη φάρσα που έκανε στις κυρίες του συλλόγου Κυριών που είχαν συγκεντρωθεί στο σαλόνι του σπιτιού του για συμβούλιο Πρόεδρός τους να θυμίσουμε ήταν η σύζυγος του φαρμακοποιού η Λέλα Κούνουπα.
Ο Κούνουπας εκμεταλλευόμενος μια καταπληκτική του αμφίεση σε Ελευθέριο Βενιζέλο και πεπεισμένος για την επιτυχία από τον μικρό του γιο Μανόλη που πρώτος τον είχε περάσει για τον Εθνάρχη και χαλούσε τον κόσμο από τον ενθουσιασμό του μπήκε στο σαλόνι και ως Βενιζέλος έκανε μέχρι και …εξαγγελίες. Μέχρι που μια κυρία τον αναγνώρισε και όπως ήταν φυσικό ξεκαρδίστηκαν όλοι και όλες στα γέλια.
Από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και μετά ήταν φυσικό να μην έχει κανένας μεγάλη διάθεση για πλάκες. Άλλωστε απαγορεύονταν οι συναθροίσεις. Και οι νέοι που μαζεύονταν για να συζητήσουν ενδιαφέρονταν για τις κοινωνικές επαναστάσεις περισσότερο παρά για το πώς θα διασκεδάσουν την πλήξη τους.
Δεκαετία του 50 και μετά κυρίως κοντά στις Απόκριες ξεκινούν και πάλι φάρσες που δυο από αυτές περνούν στην ιστορία ως οι πλέον μακάβριες. Δεν θα τις περιγράψουμε για να μην εκθέσουμε καταστάσεις αλλά εδώ που τα λέμε να κυκλοφορούν νεκρώσιμα για ανθρώπους που έχαιραν άκρας υγείας δεν ξεπερνιέται εύκολα.
Κάτι πιο χαριτωμένο μας αφηγείται ο Γιώργος Γιανναράκης που συνέβη μια μέρα – σε περίοδο Αποκριάς – που στο σινεμά «Ευφροσύνη» της πόλης πρώην «Αύρα» πρόβαλαν ταινία πορνό. Από κει σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της φάρσας πέρασε η πομπή του νεκρού με την ωρυόμενη χήρα, η οποία εισέβαλει στο σινεμά συνεχίζοντας να μαδιέται για τις τσόντες που έβλεπε ο εκλιπών σύζυγός της! Αυτή η πλάκα συνεχίστηκε ακόμη και στα χρόνια της Χούντας…
Από τους πιο χαριτωμένους φαρσέρ ήταν ο Μάρκος ο Γιουμπάκης που ήξερε να κρατά το μέτρο και σκόρπιζε γέλιο παντού.
Από σημερινούς 80 plus άκουσα πολλές φάρσες την εποχή που οι νέοι μας κατέφευγαν στα σπίτια της Φορτέτζας για να κάνουν σπονδή στον αγοραίο έρωτα. Έχοντας αναπτύξει και μια ιδιαίτερα φιλική σχέση με τις κοπέλες συνήθιζαν αθώες φάρσες σε βάρος ιδιαίτερα ντροπαλών νέων που επιχειρούσαν τις πρώτες εμπειρίες με τον έρωτα. Εκεί να δεις γέλιο.
Μα και στην πλατεία Τεσσάρων Μαρτύρων, όπως μου έλεγε ο αξέχαστος φίλος Γιώργος Δεληγιώργης γίνονταν φάρσες που έβγαζαν πολύ γέλιο. Μια μέρα μάλιστα έπεσε θύμα και ο ίδιος. Όπως θα θυμούνται οι παλιοί Ρεθεμνιώτες ο Γιώργος με την αθώα ψυχή διατηρούσε κατάστημα στην πλατεία. Ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο και κάποιος του ζητά να φωνάξει τον …Γιαμπουδάκη στο τηλέφωνο. Αφηρημένος ο ήρωάς μας βγαίνει στην πόρτα και βάζει φωνή…
«Γιαμπουδάκηηηης τηλέφωνο».
Όλη η πλατεία σπάραξε από τα γέλια. Κι όταν κατάλαβε ο φίλος μας ότι κάποιος αθεόφοβος ζητούσε το άγαλμα του ήρωα στο …τηλέφωνο γέλασε κι αυτός με τη σειρά του «κατεβάζοντας, όμως, και μερικά καντήλια» πάντα με καλή καρδιά…
Πάνε αυτοί οι καιροί. Πέρασαν ανεπιστρεπτί και μαζί τους εκείνοι οι υπέροχοι άνθρωποι που και με τις φάρσες τους ακόμα ήταν αξιαγάπητοι και σεβαστοί.

Πηγές:
Γιώργη Καλομενόπουλου «Ποιήματα»
Θεμιστοκλή Βαλαρή: «Μια πόλη αναμνήσεις»
Εύας Λαδιά: Ιδαίον Άντρον: Το μοναδικό θέατρο στην Κρήτη – Ο πρώτος κινηματογράφος στην Ελλάδα
Εύας Λαδιά: Ανώτερος από τον βαρόνο Μινχάουζεν ο περίφημος «Κόκκινος».