Με ένα «βαρύ» ενδεχομένως θέμα, αλλά άκρως επίκαιρο και εύστοχο για την εποχή μας, επέστρεψαν οι «Βραδιές Οικολογίας», την περασμένη Τετάρτη, στο Φοιτητικό και Πολιτιστικό Κέντρο Ξενία. Οι εξελίξεις της εποχής μας που όσο ποτέ άλλοτε κατακλύζεται από τον προβληματισμό του «τι οφείλουμε να κάνουμε» ώστε να διασώσουμε το περιβάλλον από τους κινδύνους στους οποίους το έχουν υποβάλει οι πράξεις μας, η ανεξέλεγκτη εκμετάλλευσή του προς όφελός μας, η μάλλον ασυνείδητη πια στάση μας απέναντι στη φύση και τα ζώα τα οποία αντιμετωπίζουμε με όρους «χρηστικούς», ωφελιμιστικούς, έρχονται σαν «μπούμερανγκ» να μας υπενθυμίσουν πως ο άνθρωπος είναι αυτός που στο τέλος της μέρας λογοδοτεί για τις πράξεις του στον πλανήτη, που έχει υποχρεώσεις και που οφείλει να επαναπροσδιορίσει πως στέκεται μέσα στον κόσμο αυτόν και πως τον αντιμετωπίζει. Πέρα από τις αρχές της οικολογίας, η ηθική σκέψη, οι ηθικοί προβληματισμοί, είναι επίσης εργαλεία που βοηθούν τον άνθρωπο να ανοίξει νέους τέτοιους δρόμους που ίσως τον οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στα «Ρ.Ν.» ο Στέργιος Πυρίντσος, καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, επιστημονικά υπεύθυνος του Βοτανικού Κήπου και συντονιστής της εκδήλωσης, τα θέματα «ηθικής» θα κάνουν τον άνθρωπο να σκεφτεί και απέναντι σε ποιον λογοδοτεί: στον τωρινό και μελλοντικό άνθρωπο, στα ζώα, στα φυτά, στο περιβάλλον, στο ίδιο το οικοσύστημα;
Τα ερωτήματα αυτά και πολλά άλλα, επομένως, κλήθηκαν να απαντήσουν οι ομιλητές της εκδήλωσης, οι οποίοι αν και δεν παραβρέθηκαν δια ζώσης στην εκδήλωση, πραγματοποίησαν τις ομιλίες τους εξ’ αποστάσεως και σίγουρα καθήλωσαν το κοινό και το προβλημάτισαν. Οι δύο ομιλητές ήταν ο Βασίλειος Βουτσάκης, Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου από τη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ και η Σταυρούλα Τσινόρεμα, καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Βιοηθικής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Χαιρετισμό έκανε ο Νεκτάριος Παπαδογιάννης, αντιδήμαρχος Παιδείας του δήμου Ρεθύμνης, ενώ οι καθιερωμένες πια «Βραδιές Οικολογίες» διοργανώνονται από τον Δήμο Ρεθύμνης και το Πανεπιστήμιο Κρήτης με τη σύμπραξη του Βοτανικού Κήπου του Πανεπιστημίου Κρήτης, της Κοσμητείας Σχολής Επιστημών Αγωγής, του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Πράσινη Βιολογία» και του Τμήματος Παιδείας του δήμου Ρεθύμνης, με τη συμμετοχή της Εθελοντικής Ομάδας «Νοιάζομαι και δρω».
«Βαθιά οικολογία»: Ρήξη με τον ανθρωποκεντρισμό και σοβαρές αδυναμίες
Την αναγνώριση από όλο και περισσότερους ανθρώπους ανά τα χρόνια πως η κατάσταση του περιβάλλοντος επιδεινώνεται εξαιτίας (σε μεγάλο βαθμό) των πράξεων και των ενεργειών του ανθρώπινου είδους και πως νέα οικολογικά κινήματα, νέες στάσεις και τάσεις αναδύονται σε συνάρτηση με αυτό το γεγονός ανέδειξε στην αρχή της ομιλίας του ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Βασίλειος Βουτσάκης.
Ως αποτέλεσμα αυτού είναι όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε «όλο και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται ότι πρέπει να χρησιμοποιούν λιγότερο χαρτί για να μην καταστραφεί ο Αμαζόνιος». Όμως όπως σημείωσε ο ίδιος, τέτοιες πράξεις, παρότι επιθυμούν να έρθουν σε ρήξη με τον λεγόμενο ανθρωποκεντρισμό, την ιδέα δηλαδή ότι ο άνθρωπος λειτουργεί κατά πως θέλει εις βάρος της φύσης και των ζώων έχοντας ως αξίωμα ότι είναι ανώτερος όλων – θεώρηση εξαιτίας της οποίας μάλλον φτάσαμε το περιβάλλον στην υφιστάμενη κατάστασή του- εστιάζουν στην προστασία του περιβάλλοντος πάλι με γνώμονα την ανθρώπινη ευημερία. Αυτές οι ευρέως διαδεδομένες «οικολογικές» πράξεις ονομάστηκαν «ρηχή οικολογία» και κατά τον φιλόσοφο Arne Naess είναι ανεπαρκείς. Ο ίδιος ανέπτυξε στον αντίποδα της «ρηχής οικολογίας» τη «βαθιά οικολογία», η οποία αποτέλεσε και το κεντρικό θέμα της ομιλίας του κ. Βουτσάκη. Μια κοσμοθεώρηση που γεννήθηκε στη βάση της ανάγκης για μια πιο ριζική και ουσιαστική αλλαγή των ανθρώπων και του πως σχετίζονται με τη φύση.
Ο καθηγητής εξήγησε πως η «βαθιά οικολογία» είναι η φιλοσοφία που υποστηρίζει ότι όλη η φύση έχει «εγγενή αξία», ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά της για τον άνθρωπο, και ότι οι άνθρωποι είναι απλώς ένα μέρος ενός «πλέγματος σχέσεων», όπως είπε, όχι κυρίαρχοι. Έτσι, κατά τη «βαθιά οικολογία», ο κ. Βουτσάκης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «οι ανάγκες της φύσης έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, ηθική βαρύτητα, έναντι των όντων που τη συναποτελούν. Στο ερώτημα τι πρέπει να κάνουμε, αυτές είναι που πρώτα πρέπει να υπολογίσουμε. Αυτές πρέπει να λάβουμε υπόψη, αυτές είναι που θα μετρήσουν περισσότερο». Ο ίδιος σημείωσε πως η «βαθιά οικολογία» είναι μια «διδασκαλία η οποία αναδεικνύει μια σειρά από ανεπάρκειες της τρέχουσας και ανέξοδης ευαισθησίας με τον φυσικό κόσμο», η οποία καλεί τον άνθρωπο τελικά να «ξεβολευτεί» ειδικά στο πως αντιμετωπίζει τα άλλα έμβια όντα τα οποία πλέον είναι ίσα με αυτόν. «Πρέπει να εξασφαλιστεί η βαθύτερη αρμονία που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ όλων των όντων που συναποτελούν τη φύση με την απαγόρευση της εκμετάλλευσης, και της εξαφάνισης μιας κατηγορίας όντων από μια άλλη», τόνισε μεταξύ άλλων ο κ. Βουτσάκης.
Παρόλα αυτά, δεν παύει, όπως είπε ο ίδιος η «βαθιά οικολογία» να έχει «σοβαρές αδυναμίες» ως κοσμοθεώρηση που απαιτεί από τον άνθρωπο να υιοθετήσει όπως λένε οι επικριτές της μια μη ρεαλιστική προσέγγιση για τη σχέση του με τη φύση η οποία προσέγγιση απομακρύνεται από τα ανθρώπινα δικαιώματα και κοινωνικά ζητήματα, δίνοντας προτεραιότητα στον μη ανθρώπινο κόσμο. Την ίδια ώρα, όπως σημείωσε ο κ. Βουτσάκης, η βαθιά οικολογία είναι σαν να αποφεύγει την κριτική των βαθύτερων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών παραγόντων που προκαλούν την οικολογική κρίση, εστιάζοντας περισσότερο σε ατομικές συνειδησιακές αλλαγές. «Είναι σαν η οικολογία να αποτελεί κάτι που δεν μας ενδιαφέρει με πολιτικούς όρους αλλά με καθαρά υπαρξιακούς», σχολίασε χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων.

«Πέρα από το χρήσιμο»
Στη δική της ομιλία με τίτλο «Η ηθική ματιά: Η δύσκολη τέχνη να βλέπουμε τη Φύση πέρα από το χρήσιμο», η Σταυρούλα Τσινόρεμα, καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Βιοηθικής του Τμήματος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, ανέδειξε το πως η ηθική ματιά, η ικανότητα του ανθρώπου να αξιολογεί τις ενέργειές του παρελθοντικές και μελλοντικές αναρωτώμενος «περί τίνος όλα αυτά», είναι τελικά ένα προνόμιο του ανθρώπου αποκλειστικό. Αυτό συνεπάγεται βέβαια και την ανάλογη ευθύνη και λογοδοσία απέναντι στον κόσμο, τη φύση, τα ζώα, πράγμα που τελικά τον καθιστά τον μόνο υπεύθυνο για τις πράξεις του. Πράξεις οι οποίες έχουν να λογοδοτήσουν στους «μακρινούς άλλους», όπως είπε, στον χώρο και στον χρόνο. «Μια δική μας ενέργεια εδώ στην Κρήτη μπορεί να επηρεάσει μακρινούς «άλλους» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μας ενδιαφέρουν στον χώρο τα άλλα πρόσωπα αλλά μας ενδιαφέρουν και οι μέλλουσες γενεές διότι με τον τρόπο που αξιοποιούμε εμείς τη φύση μπορεί να τους αφήσουμε ένα περιβάλλον καταληστευμένο από φυσικούς πόρους, και πριν καν γεννηθούν να έχουμε καταστρέψει τους όρους της δυνατότητας να ζήσουν, πόσο μάλλον να ζήσουν καλά».
Η κ. Τσινόρεμα επεσήμανε πως δεν αρκούν η οικολογία και ο ορθολογισμός της επιστήμης για να οριοθετήσουν, ωστόσο, τις πράξεις του ανθρώπου που βλάπτουν τη φύση και τα ζώα. «Η σχέση της φύσης και του ανθρώπου δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως μια απλή επίκληση οικολογικών επιστημονικών αρχών, φυσικών νομοτελειών, από το άλλο μέρος ούτε η εκ μέρους του ανθρώπου αντιμετώπισης της φύσης μπορεί να δεχθεί κριτική απλώς επειδή παραβιάζει κάποια υποτιθέμενα φυσικά όρια και συναφώς κάποια επιστημονικά δεδομένα», σχολίασε σχετικά.
Ούτε επίσης, δεν αρκούν κάποιες επιταγές, όπως αυτές της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως είπε να μας κάνουν να μεριμνούμε για το περιβάλλον και τα ζώα, διότι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Πολύ καλό και σοβαρό το αίτημα της βιώσιμης ανάπτυξης, να κάνουμε ό,τι μπορούμε, να μην χρησιμοποιούμε τα ορυκτά για την ενέργεια – τα data centers ωστόσο για την ΤΝ τα οποία φτιάχνονται για αυτή καταναλώνουν απίστευτη ορυκτή ενέργεια και εδώ μια μεγάλη απορία του πολιτισμού: θέλουμε να προστατεύουμε τη φύση, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την ΤΝ να κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, πιο παραγωγική την οικονομία; Αλλά καταστρέφουμε το περιβάλλον σαν να μην υπάρχει αύριο μόνο με την κατασκευή αυτών των κέντρων δεδομένων. Αυτό είναι ένα πραγματιστικό κριτήριο, ένα κριτήριο που λέει ότι αν είναι να έχουμε οικονομία και να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι να γεύονται τα αγαθά θα πρέπει η ανάπτυξη και το μοντέλο της ανάπτυξης να είναι τέτοιο ώστε να μην μας καταστρέψει. Αυτό είναι μια πραγματιστική σκοπιμότητα απόλυτα θεμιτή. Αλλά δεν φτάνει για να ονομαστεί ηθική. Το ερώτημα λοιπόν είναι υπάρχουν ηθικοί λόγοι για να μεριμνούμε για τα υπόλοιπα ζώα, να τα προστατεύουμε, να διατηρούμε τη φύση;».
Η καθηγήτρια επεσήμανε πως περιβαλλοντική ηθική και τα θέματά της είναι αυτή που αναγκάζει τον άνθρωπο να βλέπει τη φύση «πέρα από το χρήσιμο», να αναθεωρήσει το πως θέλει να στέκεται απέναντι στο περιβάλλον και τα ζώα, αλλά και να αξιολογήσει την υφιστάμενη στάση του, τον καταναλωτισμό του, την ανάπτυξη γενικότερα και τα όριά της. «Όσο διευρύνεται η ικανότητα της πράξης μας, όσο μετασχηματίζεται με τη χρήση της τεχνολογίας τόσο διευρύνονται και οι υποχρεώσεις μας σε σχέση με αυτούς οι οποίοι θίγονται, τους μακρινούς άλλους στον χώρο και στον χρόνο.
Έχουμε δυνατότητες παρέμβασης. Χρειαζόμαστε μια νέα ομολογία με τη φύση. Ηθικά όρια τίθενται στο εργαλειακό πράττειν ώστε να μην γίνει η εργαλειακή λογική πάνω στον άνθρωπο και τη φύση, απειλώντας να διαλύσει του όρους του πράττειν και της ζωής της ίδια. Πρέπει να περιορίσουμε ή να ξανασκεφτούμε και το μοντέλο της ανάπτυξης και τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση και να υιοθετηθούν θεσμοί, συμπεριφορές που να αποτρέπουν τη βαναυσότητα στη μεταχείριση. Η περιβαλλοντική ηθική όμως είναι συναρτημένη με τους προβληματισμούς μιας κοινωνικής και πολιτικής ηθικής που επιβάλλει στο αίτημα υπέρ μιας νέας έννοιας κυριαρχίας. Αυτό όμως το αίτημα συνδέεται με τον μείζον προβληματισμό της εποχής μας που είναι η δημοκρατία. Η δημοκρατία στον σύγχρονο κόσμο», κατέληξε μεταξύ άλλων η κ. Τσινόρεμα.













