Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ο θεσμός που θα έπρεπε να αποτελεί την εγγύηση της δικαιοσύνης και της διαφάνειας στην κατανομή των αγροτικών ενισχύσεων, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που απειλεί να αποκαλύψει το μεγαλύτερο σύστημα στρέβλωσης επιδοτήσεων της τελευταίας εικοσαετίας. Οι καταθέσεις στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών: Ο μηχανισμός που θα έπρεπε να υπηρετεί τον αγρότη, λειτούργησε ως εργαλείο για λίγους και «εκλεκτούς».
Από τις πρώτες κιόλας καταθέσεις προκύπτει πως το πρόβλημα δεν ήταν μεμονωμένο. Ήταν βαθιά ριζωμένο. Τεχνικές εταιρείες που συνεργάζονταν με τον οργανισμό μίλησαν ανοιχτά για «παραθυράκια» που ευνοούσαν την απάτη, για διαδικασίες που δεν ήταν ποτέ πραγματικά ασφαλισμένες και για έναν μηχανισμό ελέγχου που έμοιαζε σχεδόν επί τούτου διαβρωμένος.
Όταν οι ίδιες οι εταιρείες που παρείχαν τεχνογνωσία ομολογούν πως το σύστημα είχε τις πόρτες ανοιχτές σε όσους ήξεραν πώς να το παρακάμψουν, τότε το πρόβλημα παύει να είναι τεχνικό. Γίνεται πολιτικό. Γίνεται θεσμικό.
Οι καταθέσεις στελεχών από ΚΥΔ, τα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, αποκάλυψαν ένα ακόμη πιο σκοτεινό κομμάτι της υπόθεσης. Δηλωμένες εκτάσεις που δεν υπήρχαν. Βοσκότοποι μέσα σε λίμνες. Ζώα που δεν είδε ποτέ κανείς. Πραγματικοί παραγωγοί που αποκλείστηκαν την ώρα που επιτήδειοι μοίραζαν μεταξύ τους επιδοτήσεις με «δημιουργική γεωργική λογιστική».
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν ήταν οι ψευδείς δηλώσεις αυτές καθαυτές. Ήταν ότι πέρασαν – και επί χρόνια μάλιστα – χωρίς να ενεργοποιηθεί κανένας ουσιαστικός μηχανισμός ελέγχου.
Ποιος επόπτευε;
Κανείς.
Ή, όπως άφησαν να εννοηθεί μάρτυρες, επόπτευε μόνο «όσο δεν ενοχλούσε».
Στις καταθέσεις εμφανίζεται και ένα άλλο φαινόμενο: η εκχώρηση κρίσιμων λειτουργιών του κράτους σε ιδιωτικές εταιρείες συμβούλων. Πτήσεις δεδομένων, προεγκρίσεις, τεχνικά συστήματα, ακόμα και λειτουργίες που θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά στον δημόσιο έλεγχο, παραχωρήθηκαν σε εξωτερικούς συνεργάτες που κατέληξαν να έχουν ρόλο σχεδόν ισχυρότερο από τον ίδιο τον οργανισμό.
Όταν μια εταιρεία μπορεί να «παγώσει» διαγωνισμούς ή να επηρεάζει ροές πληρωμών, τότε μιλάμε για βαθιά παθογένεια – όχι για παρεξήγηση.
Η ευθύνη δεν είναι ανώνυμη – είναι διαχρονική.
Πολλοί μάρτυρες επανέλαβαν κάτι που ακούγεται συχνά αλλά σπάνια λέγεται δημόσια: «Ευθύνη έχουν όλες οι διοικήσεις».
Η φράση αυτή, παρότι εύκολη, κρύβει μια δυσάρεστη αλήθεια.
Το πρόβλημα δεν είναι νέα μόδα.
Δεν γεννήθηκε στην τελευταία θητεία.
Δεν ανήκει σε ένα μόνο κόμμα ή σε μια περίοδο.
Το πρόβλημα «ωρίμαζε» χρόνια, με μικρές και μεγάλες παραλείψεις, με πολιτικές παρεμβάσεις, με διοικήσεις που ανέχτηκαν ή δεν τόλμησαν να συγκρουστούν με συμφέροντα, με μηχανισμούς που δεν είχαν κανέναν απολύτως έλεγχο.
Πίσω από τα πρακτικά και τα σκάνδαλα, πίσω από τους μάρτυρες και τις «μεγάλες κουβέντες», υπάρχει μια αλήθεια που δεν πρέπει να διαφύγει: ο πραγματικός χαμένος της υπόθεσης είναι ο Έλληνας αγρότης.
Αυτός που περιμένει την επιδότηση για να ζήσει.
Αυτός που παλεύει με κόστος παραγωγής, με κλιματικές κρίσεις, με αγορές που τον πιέζουν.
Αυτός που τελικά βλέπει το σύστημα να επιβραβεύει όχι τον κόπο, αλλά την απάτη.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να «πέσουν κεφάλια» – είναι να μπει και τάξη.
Η εξεταστική επιτροπή είναι η αρχή, όχι το τέλος. Το ζητούμενο δεν είναι η πολιτική αντιπαράθεση, ούτε η συγκυριακή στοχοποίηση. Το ζητούμενο είναι ένα πράγμα:
Να μη μπορεί ποτέ ξανά να στηθεί μια ολόκληρη «βιομηχανία επιδοτήσεων» πάνω σε τρύπες του συστήματος.
Αυτό σημαίνει τεχνική αναβάθμιση, διαφάνεια, πραγματικούς ελέγχους, ηλεκτρονική διασταύρωση, επαναξιολόγηση του ρόλου των ιδιωτικών συμβούλων, και πάνω απ’ όλα, πολιτική βούληση.
Γιατί οι επιδοτήσεις δεν είναι προνόμιο.
Είναι κοινωνικό συμβόλαιο.
Και αυτό το συμβόλαιο έχει παραβιαστεί.







