Η πρόσφατη εκδήλωση βιβλιοπαρουσίαση στο Ρέθυμνο πραγματοποιήθηκε με αφορμή μια νέα συλλογική έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 και επιμελήθηκε το Τμήμα Υγείας – Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρόκειται για το βιβλίο
«Πρόληψη. Ταξική προσέγγιση της υγειονομικής ανισότητας», το οποίο παρουσίασε η Βιβή Δάγκα, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Υγείας – Πρόνοιας της ΚΕ και βουλευτής του ΚΚΕ.
Η συζήτηση που άνοιξε δεν αφορά την Υγεία με τη στενή ιατρική έννοια. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία οργανώνει τη ζωή: την εργασία, την κατοικία, τη διατροφή, το περιβάλλον, το σχολείο, την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, την ίδια τη δυνατότητα του ανθρώπου να μη φτάνει στην αρρώστια μόνος, αβοήθητος και ήδη εξαντλημένος.
Η πρόληψη δεν είναι ουδέτερη έννοια. Είναι ένας από τους πιο καθαρούς δείκτες του κοινωνικού προσανατολισμού της Υγείας. Όταν η Υγεία μπαίνει στη ζυγαριά του κόστους και του κέρδους, η πρόληψη παύει να είναι καθολικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε ατομική δυνατότητα, δηλαδή σε προνόμιο.
Σήμερα η λέξη «πρόληψη» χρησιμοποιείται παντού. Από υπουργεία, κυβερνήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικούς ομίλους. Πρόληψη βαφτίζεται το πακέτο εξετάσεων, η καμπάνια, το φυλλάδιο, η ατομική σύσταση: «φάε καλύτερα», «κινήσου περισσότερο», «κάνε εξετάσεις». Όμως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος άκουσε μια οδηγία. Είναι ποιος έχει τους υλικούς, κοινωνικούς και δημόσιους όρους για να προστατεύσει την υγεία του.
Διότι άλλο είναι να λες σε έναν άνθρωπο «φρόντισε την υγεία σου» και άλλο να του εξασφαλίζεις τους όρους για να μπορεί πράγματι να τη φροντίσει. Άλλο είναι να μιλάς για προληπτικό έλεγχο και άλλο να υπάρχει δημόσια, δωρεάν, οργανωμένη δομή που θα καλέσει, θα παρακολουθήσει, θα στηρίξει. Άλλο είναι να μεταθέτεις την ευθύνη στο άτομο και άλλο να αναγνωρίζεις ότι η Υγεία είναι κοινωνικό δικαίωμα και επομένως απαιτεί κοινωνική οργάνωση, επιστημονικό σχεδιασμό και κρατική ευθύνη.
Στο ιατρείο, καθημερινά
Ως παιδίατρος, βλέπω τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Η τακτική παρακολούθηση ενός παιδιού, ο εμβολιασμός, ο έλεγχος ανάπτυξης, η στήριξη της οικογένειας στα πρώτα χρόνια, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ιδιωτική υπόθεση στην περιοχή μας. Το πιο στοιχειώδες επίπεδο πρόληψης μετατρέπεται από δημόσιο δικαίωμα σε οικονομική δυνατότητα της κάθε οικογένειας.
Έτσι, η ανισότητα δεν ξεκινά όταν ένα παιδί αρρωστήσει βαριά. Ξεκινά πολύ νωρίτερα: από το αν η οικογένεια μπορεί να πληρώσει, να μετακινηθεί, να λείψει από τη δουλειά, να αντέξει την αναμονή. Ένα παιδί δύο ετών με σημάδια αναπτυξιακής καθυστέρησης δεν χρειάζεται ευχές. Χρειάζεται έγκαιρη ανίχνευση και δημόσια, σταθερή παρακολούθηση.
Όταν αυτά λείπουν, η πρόληψη γίνεται διαδρομή εμποδίων: παραπομπή, αναμονή, ιδιώτης αν αντέχει το πορτοφόλι, καθυστέρηση αν δεν αντέχει. Η ανισότητα μπαίνει στην ανάπτυξη του παιδιού από την πίσω πόρτα, ως χαμένος χρόνος που δεν επιστρέφει.
Το κενό στην ψυχική υγεία
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κατάσταση στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων. Στο Ρέθυμνο δεν μιλάμε θεωρητικά: ο εξαναγκασμός σε παραίτηση της μοναδικής παιδοψυχιάτρου που εξυπηρετούσε τη Δυτική Κρήτη άφησε ολόκληρη την περιοχή
ουσιαστικά χωρίς δημόσια κάλυψη. Η απάντηση που δόθηκε δεν ήταν άμεση στελέχωση με μόνιμο προσωπικό, αλλά μπαλώματα, μετακινήσεις, αποσπασματικές λύσεις, προγράμματα με ημερομηνία λήξης.
Αυτό δεν είναι πρόληψη. Είναι εγκατάλειψη με τη γλώσσα της πρόληψης. Και γίνεται σχεδόν παράλογο όταν, μετά από τραγικά περιστατικά αυτοκτονιών εφήβων, οι ίδιοι που άφησαν τις δημόσιες δομές γυμνές καλούν τα παιδιά «να απευθυνθούν» σε αυτές. Σε ποιες δομές; Σε αυτές που δεν έχουν προσωπικό, που έχουν μήνες αναμονής;
Στην ψυχική υγεία η αναμονή δεν είναι ουδέτερη. Πονάει, βαθαίνει το πρόβλημα, κάνει την κρίση πιο βαριά. Πρόληψη δεν είναι οι αφίσες και οι τηλεφωνικές παραινέσεις. Είναι δημόσιες, δωρεάν, μόνιμες δομές μέσα στην κοινότητα και στα σχολεία, με σταθερή στήριξη του παιδιού, του εφήβου και της οικογένειας, πριν η ανάγκη γίνει κραυγή.
Ο Μπρεχτ έβαλε κάποτε τον εργάτη να λέει στον γιατρό: «Μια ματιά να ‘χες ρίξει στα κουρέλια μας, θα σου ‘λεγε περισσότερα». Δεν είναι λογοτεχνικό στολίδι. Είναι κοινωνική διάγνωση.
Η αρρώστια δεν πέφτει από τον ουρανό. Πατάει πάνω σε σώματα ήδη κουρασμένα, σε οικογένειες ήδη πιεσμένες, σε παιδιά ήδη άνισα στηριγμένα. Πατάει πάνω στη δουλειά χωρίς δικαιώματα, στον μισθό που δεν φτάνει, στο σπίτι που δεν προστατεύει, στο σχολείο που δεν έχει δομές στήριξης, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα που δεν είναι δημόσια και καθολικά διαθέσιμη.
Στην παιδιατρική, τα «κουρέλια» δεν είναι μόνο η φτώχεια με τη στενή έννοια. Είναι όλο το αόρατο φορτίο που κουβαλά η λαϊκή οικογένεια: η δουλειά, η μετακίνηση, το κόστος, η αναμονή, η αγωνία. Εκεί αποκαλύπτεται η ταξικότητα της πρόληψης. Δεν ξεκινούν όλα τα παιδιά από την ίδια αφετηρία.
Η πρόληψη, λοιπόν, δεν αρχίζει στο ιατρείο. Αρχίζει εκεί που ο άνθρωπος ζει, εργάζεται, μεγαλώνει τα παιδιά του. Αρχίζει στις υλικές συνθήκες της ζωής. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να είναι ατομική υπόθεση. Είναι κοινωνικό δικαίωμα και υπόθεση πάλης.
Μια άλλη εμπειρία
Υπάρχει όμως και μια άλλη δυνατότητα. Δεν την αναφέρω νοσταλγικά ούτε άκριτα. Την αναφέρω γιατί έχει αξία να γνωρίζουμε ότι η σημερινή κατάσταση δεν είναι φυσικός νόμος.
Σπούδασα Ιατρική στη Σόφια, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Εκεί πρόλαβα να δω στοιχεία μιας διαφορετικής οργάνωσης της Υγείας: γιατρό περιοχής, σχολική ιατρική, φροντίδα μητέρας και παιδιού, με την αντίληψη ότι το σύστημα δεν περιμένει τον άνθρωπο να αρρωστήσει για να τον δει. Οφείλει να τον γνωρίζει και να παρεμβαίνει έγκαιρα.
Το κρίσιμο δεν είναι η μηχανική μεταφορά μιας εμπειρίας από άλλη εποχή. Είναι το κοινωνικό κριτήριο. Όταν η Υγεία δεν οργανώνεται ως εμπόρευμα και όταν ο επιστημονικός σχεδιασμός υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες, η πρόληψη μπορεί να είναι οργανωμένη κοινωνική λειτουργία, όχι ατομικό στοίχημα.
Σήμερα, με τις δυνατότητες της επιστήμης, της τεχνολογίας και της γνώσης, θα μπορούσαμε να έχουμε πρόληψη ασύγκριτα πιο ολοκληρωμένη. Να ξέρουμε νωρίτερα, να παρεμβαίνουμε νωρίτερα, να στηρίζουμε ουσιαστικά το παιδί, τον έφηβο, τη μητέρα, τον εργαζόμενο, τον ηλικιωμένο.
Δεν μας λείπουν οι επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες. Εμπόδιο είναι το κοινωνικό κριτήριο που τις υποτάσσει στο κόστος και στο κέρδος.
Όσο η Υγεία οργανώνεται με βάση το κόστος και το κέρδος, η πρόληψη θα παραμένει λειψή, αποσπασματική, ταξικά άνιση. Όχι επειδή δεν υπάρχουν επιστήμονες ή γνώση, αλλά επειδή η γνώση, η τεχνολογία, οι υποδομές και το προσωπικό μπαίνουν στη μέγγενη της κερδοφορίας, των δημοσιονομικών ορίων, της πολιτικής που μετρά τις λαϊκές ανάγκες ως κόστος.
Η πρόληψη δεν είναι τεχνικό αίτημα των γιατρών. Είναι λαϊκή ανάγκη. Είναι υπόθεση των γονιών, των εργαζομένων, των νέων, όλων όσοι δεν συμβιβάζονται να μετριέται η ζωή με λογιστικά κριτήρια.
Δεν ζητάμε λίγη περισσότερη διαχείριση της αρρώστιας. Διεκδικούμε αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, με ισχυρή Πρωτοβάθμια Φροντίδα, σχολική υγεία, ψυχική υγεία, ιατρική της εργασίας, φροντίδα μητέρας και παιδιού, χωρίς επιχειρηματική δράση.
Δεν ζητάμε η επιστήμη να γίνεται εμπόρευμα. Διεκδικούμε η επιστήμη, η τεχνολογία και ο κοινωνικός πλούτος να μπουν στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Γιατί δεν είναι μονόδρομος μια κοινωνία όπου η Υγεία μετριέται ως κόστος και η πρόληψη γίνεται προνόμιο. Το μέλλον που αξίζει στον λαό είναι να οργανώσουμε τη ζωή αλλιώς: με την Υγεία δικαίωμα και όχι εμπόρευμα, με την πρόληψη κοινωνική ευθύνη και όχι ατομικό στοίχημα, με τον άνθρωπο πάνω από το κέρδος.









