Της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ*
Παρακολουθώντας τη συνέντευξη της προέδρου της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, Πελαγίας Νεονάκη, σε συνέχεια της πρόσφατης παρέμβασης του νοσηλευτικού προσωπικού της παιδιατρικής κλινικής Ρεθύμνου, δεν μπορώ παρά να σταθώ σε αυτό το θέμα.
Ένα θέμα που με θίγει βαθιά – όχι μόνο ως κάτοικο Ρεθύμνου, αλλά και ως μητέρα δύο μικρών παιδιών.
Μιλάμε για παιδιά που έχουν ήδη βιώσει δύσκολες και συχνά τραυματικές συνθήκες. Παιδιά που απομακρύνονται από κακοποιητικά ή ανασφαλή περιβάλλοντα ή από οικογένειες που αδυνατούν να τα φροντίσουν, κουβαλώντας ήδη ένα βαρύ ψυχολογικό φορτίο. Και όμως, αντί να ενταχθούν σε ένα προστατευμένο και κατάλληλα οργανωμένο περιβάλλον, καταλήγουν να ζουν για μέρες ή και για εβδομάδες μέσα σε ένα νοσοκομείο.
Όχι ως ασθενείς, αλλά ως λύση ανάγκης.
Και αυτό δεν είναι μόνο ακατάλληλο – είναι και επικίνδυνο. Ένα νοσοκομείο είναι χώρος έκθεσης σε λοιμώξεις και μικρόβια. Η παραμονή υγιών παιδιών εκεί για τόσο μεγάλο διάστημα τα εκθέτει σε κινδύνους που δεν δικαιολογούνται από καμία έννοια προστασίας.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα σοβαρό κενό στο σύστημα παιδικής προστασίας. Το νοσοκομείο καλείται να καλύψει έναν ρόλο που δεν του ανήκει, υποκαθιστώντας δομές που θα έπρεπε να λειτουργούν οργανωμένα.
Έχοντας προσωπική εμπειρία από τη νοσηλεία των δικών μου παιδιών, μπορώ να αναγνωρίσω την ποιότητα και την αφοσίωση του νοσηλευτικού προσωπικού. Με επαγγελματισμό και ευαισθησία ανταποκρίνονται καθημερινά σε απαιτητικές συνθήκες.
Ακριβώς όμως γι’ αυτό, δεν είναι δυνατόν να επιφορτίζονται και με τη φροντίδα παιδιών που δεν βρίσκονται εκεί για λόγους υγείας. Οι ανάγκες αυτών των παιδιών είναι διαφορετικές και δεν μπορούν να καλυφθούν ουσιαστικά σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Η φιλοξενία σε νοσοκομείο, έστω και προσωρινά, δεν συνιστά προστασία. Ο περιορισμός, η απουσία καθημερινότητας και η έλλειψη ερεθισμάτων ενισχύουν την ανασφάλεια και την απομόνωση.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο να καταγραφεί, αλλά να αντιμετωπιστεί.
Απαιτείται η δημιουργία μεταβατικών δομών φιλοξενίας σε τοπικό επίπεδο, με εξειδικευμένο προσωπικό – κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και παιδαγωγούς – και σαφή προσανατολισμό στην επανένταξη.
Παράλληλα, είναι αναγκαίος ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ εισαγγελικών αρχών, κοινωνικών υπηρεσιών και υγειονομικών μονάδων, ώστε να αποφεύγονται λύσεις ανάγκης που τελικά επιβαρύνουν τα ίδια τα παιδιά.
Το Ρέθυμνο οφείλει να αναγνωρίσει ότι το φαινόμενο δεν είναι παροδικό. Η αύξηση των περιστατικών απαιτεί σχεδιασμό και συνεργασία μεταξύ δήμου, περιφέρειας και κράτους.
Ο ρόλος του δήμου μπορεί να είναι καθοριστικός. Υπό την αιγίδα του, μπορούν να προχωρήσουν άμεσα παρεμβάσεις: Δημιουργία ή παραχώρηση χώρων φιλοξενίας, ενίσχυση κοινωνικών υπηρεσιών, συνεργασία με οργανώσεις παιδικής προστασίας, διεκδίκηση χρηματοδότησης, αλλά και ενεργοποίηση της τοπικής κοινωνίας – μέσω εθελοντισμού και πρωτοβουλιών οικονομικής και μη στήριξης.
Παράλληλα, μπορεί να λειτουργήσει ως συντονιστικός φορέας, φέρνοντας όλους τους εμπλεκόμενους σε ένα κοινό σχέδιο δράσης.
Γιατί το ζήτημα αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο. Τα παιδιά δεν είναι απλώς μια ευάλωτη ομάδα. Είναι το μέλλον κάθε κοινωνίας. Και ο τρόπος που τα φροντίζουμε σήμερα, διαμορφώνει όχι μόνο τη δική τους πορεία, αλλά και το παράδειγμα που δίνουμε για το τι σημαίνει ευθύνη και κοινωνική συνοχή.
Όταν ένα παιδί βιώνει τον περιορισμό και την πρόχειρη διαχείριση, διαμορφώνεται και ο τρόπος που θα αντιληφθεί τον κόσμο.
Και αυτό το κόστος δεν μένει στο παρόν – μεταφέρεται στο μέλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζεται ολοένα και πιο έντονα μια κοινή προσδοκία της τοπικής κοινωνίας.
Ως πολίτες, μαζί με τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλους όσοι βρίσκονται καθημερινά κοντά σε αυτές τις πραγματικότητες, προσβλέπουμε σε πρωτοβουλίες από τον δήμο και την Εισαγγελία Ρεθύμνου που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας πιο οργανωμένης και ουσιαστικής προσέγγισης.
Μιας προσέγγισης που θα ενισχύσει την προστασία και τη φροντίδα των παιδιών, με τρόπο σταθερό, ανθρώπινο και αποτελεσματικό.
Γιατί η προστασία των παιδιών δεν είναι μόνο υποχρέωση. Είναι ευθύνη και επένδυση για το μέλλον.
Και ο τρόπος που θα ανταποκριθούμε σήμερα θα καθορίσει την κοινωνία που θα έχουμε αύριο.
* Η Κυριακή Κ. Αντωνογιαννάκη είναι BSc in Economics, Πανεπιστήμιο Αθηνών, MSc in Business Management, Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενική διευθύντρια, Kreta Eiendom A.E.T.E.









