Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ιδρύθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα στη ΒΔ Μικρά Ασία στην πόλη Σετζούτ (σύγχρονη Επαρχία Μπιλετσίκ) από τον Ογούζο φύλαρχο Οσμάν Α’. Το 1354 οι Οθωμανοί κατάκτησαν τα Βαλκάνια ελέγχοντας πλέον μεγάλο μέρος της ΝΑ Ευρώπης, της δυτικής Ασίας και της βόρειας Αφρικής και συνέχισαν καταλύοντας τη Βυζαντινή αυτοκρατορία με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή το 1453. Στην Ελλάδα οι Οθωμανοί επικράτησαν από το ca 1669 μέχρι το 1821.
Με την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα και τον έλεγχο των εδαφών γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν στο επίκεντρο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού κόσμου επί έξι αιώνες. Εθεωρείτο ότι η αυτοκρατορία εισήλθε σε περίοδο παρακμής μετά τον θάνατο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, όμως αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται πλέον από την πλειονότητα των ιστορικών. Η αυτοκρατορία εξακολούθησε να διατηρεί ευέλικτη και ισχυρή οικονομία, κοινωνία και στρατό σε όλη την διάρκεια του ca 17ου και του 18ου αιώνα. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της περιόδου ειρήνης (1740-1768), το Οθωμανικό στρατιωτικό σύστημα έμεινε πίσω από εκείνο των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της, των αυτοκρατοριών των Αψβούργων και της Ρωσίας. Έτσι, οι Οθωμανοί υπέστησαν σοβαρές στρατιωτικές ήττες στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, γεγονός που τους ώθησε να ξεκινήσουν διαδικασία μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού γνωστή ως Τανζιμάτ (Μiller, 1913). Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το Οθωμανικό κράτος έγινε πολύ πιο ισχυρό και οργανωμένο, παρά τις περαιτέρω εδαφικές απώλειες που υπέστη ειδικά στα Βαλκάνια, όπου εμφανίστηκαν αρκετά νέα κράτη.
Η κυριαρχία των Οθωμανών στην Ελλάδα εδραιώθηκε μόνο κατά τον 15ο αιώνα και επεκτάθηκε σε όλη την έκταση της σημερινής Ελλάδας εκτός των Ιονίων νήσων και άλλων μικρών περιοχών. Οι Έλληνες έκαναν επαναστάσεις και τοπικές εξεγέρσεις. Τελευταία ήταν η Επανάσταση του 1821, μετά την οποία ιδρύθηκε το ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και τυπικά τελείωσε η τουρκοκρατία, παρ’ ότι δεν είχαν ακόμη απελευθερωθεί όλες οι περιοχές της σημερινής επικράτειας της Ελλάδας, ιδίως στα βόρειο τμήμα της.
Την Οθωμανική περίοδο, στην πρώην επαρχία και πεδιάδα της Φυλλίδας (στην περιοχή του Παγγαίου και της Νέας Ζίχνης, Σερρών), κατασκευάστηκαν τα οθωμανικά («τουρκικά») υδραυλικά έργα, που περιλαμβάνουν παραδοσιακά συστήματα υδρομάστευσης, υπόγειες υδρομαστευτικές στοές, γνωστά ως κανατ (qanat) και γέφυρες. Η γέφυρα του Αγγίτη στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Αγγίστας, είναι ένα ιστορικό πέτρινο γεφύρι μήκους 59 m και πλάτους 4,5 m, χτισμένο στο τέλος του φαραγγιού του ποταμού Αγγίτη, στην περιοχή των Σερρών (Εικ. 1). Άλλα έργα κατασκευάστηκαν για την ύδρευση και την άρδευση αγροτικών οικισμών.
Στην πεδιάδα της Φυλλίδας (κοιλάδα / περιοχή Σερρών), ο ερευνητής και συγγραφέας Βαβλιάκης (1989) κατέγραψε και περιέγραψε πλήθος από υπόγειους ή ανοιχτούς αγωγούς και κανάλια (ή πηγές/υδραυλικά έργα), των οποίων τα μήκη ποικίλλουν σημαντικά. Αυτά τα υδραυλικά έργα χρησιμοποιούνταν για την ύδρευση χωριών και μοναστηριών κατά την τουρκοκρατία και μερικά λειτουργούν ακόμη και σήμερα. Αρκετά καταστράφηκαν από πλημμύρες και σεισμούς, από απόφραξη , απόθεση αλάτων ασβεστίου και άλλα αίτια (Voudouris et al., 2016).
Οι Τούρκοι πίστευαν ότι το νερό έχει άμεση σχέση με τη θρησκεία και τη ζωή τους. Γι’ αυτό κατασκεύασαν κρήνες ή τροποποίησαν προ υπάρχουσες, δημιούργησαν μικρά έργα μεταφοράς νερού και μετέτρεψαν εκκλησίες σε τζαμιά. Όπως ανέφερε στο οδοιπορικό του ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, στο Χάνδακα στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι κρήνες έφταναν τις εβδομήντα. Επίσης, ο Μηνάς Βαρδαβάς διέσωσε αρκετά στοιχεία εκείνης της εποχής και κατέγραψε τις βρύσες του Μεγάλου Κάστρου σε κάθε συνοικία. Σε κάθε περιοχή συνήθως υπήρχε ένα τζαμί και τουλάχιστον μια βρύση (Εικ. 2 και 3). Παρόμοια κατάσταση υπήρχε στην ύπαιθρο. Σε αρκετούς συνοικισμούς διατηρούνται, ως μνημεία, βρύσες εκείνης της εποχής, όπως αυτές των Εικόνων 4 και 5 σε οικισμούς της Μεσαράς. Η εξασφάλιση και η κατανάλωση νερού σήμαινε για τους Τούρκους συγχώρεση στους νεκρούς τους και καλυτέρευση της ζωής τους, κυρίως μακροζωία.




Τα έργα υδατικών πόρων την Οθωμανική αυτοκρατορία αποτελούν κυρίως συνέχιση και προσαρμογή βυζαντινών προτύπων και την αξιοποίηση του θεσμού των βακουφιών (Waqf) για τη χρηματοδότησή τους. Χαρακτηριστικά των κατασκευών τους είναι τα τοξωτά υδραγωγεία και οι δεξαμενές-κρήνες.
Αξίζει τέλος να αναφερθεί η συγκλονιστική συνέντευξη του Τούρκου ακαδημαϊκού και ιστορικού Τανέρ Ακσάμ (2008), στη διαδικτυακή εφημερίδα Ahval, αναφέρει μεταξύ άλλων το 2020 ότι: «…όσο κι αν ζούμε στον 21ο αιώνα διατηρούμε τη νοοτροπία του κατακτητή του 1453. Εμείς ακόμα και στον 21ο αιώνα δεν έχουμε την αγωνία να προστατεύσουμε μια παγκόσμια κληρονομιά της ανθρωπότητας». Και συνέχισε: «Οι Τούρκοι ποδοπατούν σε κάθε βήμα που κάνουν στη Βαλκανική χερσόνησο τα έργα πολιτισμού χιλιάδων χρόνων. Ο Τούρκος όπου βρει δένδρο θα το κόψει. Οι Τούρκοι εξαφάνισαν παντού πολιτισμούς και δεν προστάτευσαν ποτέ αυτά που βρέθηκαν στην ιδιοκτησία τους». Σε αυτό το άρθρο του («Turkey’s Test of Civilization») στην Ahval τον Ιούλιο του 2020, ο Ακσάμ κατήγγειλε τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί ως πράξη πολιτιστικού βανδαλισμού και νοοτροπίας του 1453. Ανέφερε πως η ενέργεια αυτή εκπέμπει διεθνώς μια εικόνα καταστροφικότητας και έλλειψης σεβασμού στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.
Βιβλιογραφία
1. Akcam, T. (2008). A Shameful act. The Armenian Genocide and the Question of Turkish Responsibility. ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Athens, Greece, ISBN13 9789600221626.
2. Βαβλιάκης, Ε. (1989). Τα συστήματα Qanat στην Ελλάδα. Μελέτη των συστημάτων Qanat στην Επαρχία Φυλλίδας Σερρών, από μορφολογική, υδρογραφική και κοινωνικο-οικονομική άποψη, Επιστ. Επετ. Τμ. Γεωλ. ΑΠΘ, παρ. 9, (Μονογραφία), Θεσσαλονίκη σελ. 93.
3. Miller, W (1913). The Ottoman Empire, 1801-1913. Cambridge University Press, Cambridge, UK.
Voudouris, K., Tsatsanifos, C., Yannopoulos, S., and Angelakis, A. N. (2016). Evolution of Underground Aqueducts in the Hellenic World. Water Sci. & Techn.: Water Supply, 16 (5): 1159-1177, DOI: 10.2166/ws.2016.054.













