Προς τα τέλη του Μάη έχει προγραμματιστεί η έναρξη των φετινών πανελληνίων εξετάσεων για τα παιδιά του Λυκείου, που συμβαδίζει με το τέλος της σχολικής τους ζωής και συχνά με το πιο κρίσιμο χρονικό σημείο της ζωής τους, τα μετά την εφηβεία πρώτα βήματα της ενηλικίωσης.
Οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν είναι απλώς μια πολυποίκιλα δύσκολη στιγμή για τους μαθητές. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο η κοινωνία, διά του υπουργείου παιδείας, προκρίνει ποιοι νέοι, εφόσον πληρούν τις βαθμολογικές προϋποθέσεις που τίθενται ανά έτος, θα συνεχίσουν τις σπουδές τους και αργότερα θα αναλάβουν σημαντικούς ρόλους. Έτσι, θα συμφωνούσαμε όλοι ότι οι εξετάσεις επηρεάζουν όχι μόνο άμεσα το εγγύς και το απώτερο μέλλον κάθε τωρινού εφήβου, αλλά έμμεσα και την πορεία της χώρας.
Η μεγάλη συμμετοχή των τελειόφοιτων αλλά και των απόφοιτων του Λυκείου στις εξετάσεις νομίζω πως φανερώνει ότι οι οικογένειες και η κοινωνία εξακολουθούν να πιστεύουν στη δύναμη της γνώσης και στη βοήθεια που αυτή δύναται να προσφέρει στην αναζήτηση εργασίας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως περισσότεροι νέοι θέλουν να σπουδάσουν, τόσο πιο πιθανό είναι να έχουμε μια κοινωνία με επιστήμονες, τεχνολογική πρόοδο, πολιτισμό και πολίτες που ξέρουν τι θέλουν και που σκέφτονται κριτικά.
Συχνά το κοινωνικό σύνολο, λοιπόν, συνδέει τις πανελλαδικές με την επαγγελματική αποκατάσταση, σαν να εξασφαλίζει κανείς αυτόματα μια καλή δουλειά. Εάν το καλοσκεφτούμε όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Το να βρει ένας νέος και μια νέα το κατάλληλο και προσοδοφόρο επάγγελμα απαιτεί χρόνια προσπάθειας μετά το σχολείο, συνεχή κοπιαστικό αγώνα, νέες γνώσεις και εμπειρίες. Οι εξετάσεις ίσως να ανοίγουν μια πόρτα, αλλά η επαγγελματική πορεία, όπως όλοι στις μέρες μας ξέρουμε, χτίζεται βήμα-βήμα.
Για πολλά παιδιά, λένε κάποιοι, η επιτυχία στις πανελλαδικές είναι το πρώτο βήμα να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο και να ενταχθούν αρμονικά στο γύρω μας κοινωνικό σύνολο. Και για το λόγο αυτό, ας στεκόμαστε δίπλα στα παιδιά μας στον αγώνα τούτο και ενθαρρύνοντάς τα και επουδενί πιέζοντας ή αγχώνοντάς τα.
Υπάρχει, όμως, και η αποτυχία, η μη επαρκής βαθμολογική επίδοση. Είτε δεν πετυχαίνεις πουθενά, είτε εισάγεσαι σε σχολή που δε θες. Παρά ταύτα, η αποτυχία δεν μπορεί να θεωρηθεί πάντα προσωπική ευθύνη. Συχνά δείχνει ότι υπάρχουν ανισότητες: γονείς που δεν έχουν δυνατότητα να προσφέρουν υλική βοήθεια και ψυχική στήριξη στα παιδιά τους, σχολεία με λιγότερες δυνατότητες, ή πίεση που δεν μπορούν όλοι να αντέξουν. Όταν μια κοινωνία θεωρεί μια μόνο εξέταση ως απόλυτο κριτήριο αξίας, κινδυνεύει να αφήσει πολλούς νέους στο περιθώριο και να τους γεμίσει απογοήτευση για το μέλλον ή να τους στρέψει στην αποχή από τα κοινά.
Κατόπιν των παραπάνω, στοιχείων φρονώ ότι η πραγματική κοινωνική πρόοδος δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι πέτυχαν απλώς στις εξετάσεις ή στην σχολή που ονειρεύονταν, αλλά από το αν η ίδια η κοινωνία προσφέρει ίσες ευκαιρίες σε όλους — είτε πέρασαν είτε όχι. Το αληθινά ζητούμενο είναι να υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να προχωρήσει ένας νέος ή μια νέα, χωρίς να εξαρτάται όλη του/ της η ζωή από μία και μόνο στιγμή ή μια λανθασμένη επιλογή.









