Αναζητείται ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και την απαγόρευση – Υψηλές οι πιέσεις που βιώνουν οι έφηβοι από την εκπαίδευση και τις εξωσχολικές δραστηριότητες
Το πρόσφατο περιστατικό της εκπαιδευτικού που πέθανε στη Θεσσαλονίκη, έχοντας καταγγείλει ότι υπέστη εκφοβισμό για σειρά μηνών από μαθητές, αλλά και η δολοφονία 51χρονου στην Καρδίτσα με θύτες δύο ανήλικους, φέρνει εκ νέου στον δημόσιο λόγο τις ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου της ανήλικης παραβατικότητας. Οι έντονοι ρυθμοί ζωής, το απαιτητικό εκπαιδευτικό σύστημα, η υπερπροστατευτικότητα και η υπερεμπλοκή των γονέων, η ευρεία έκθεση στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν όλα παράγοντες που οδηγούν τους εφήβους στην υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών και προκαλούν ανησυχία και προβληματισμό σε γονείς και εκπαιδευτικούς. Η νεανική παραβατικότητα εξακολουθεί να είναι ένα επίκαιρο ζήτημα, το οποίο δεν διακρίνεται μόνο από αποσπασματικά περιστατικά, αλλά σχηματίζει τάσεις, που αποτυπώνονται ως επιθετικές συμπεριφορές, αντίδραση και απαξίωση των διαπροσωπικών σχέσεων, των γονέων και των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, το διαδίκτυο δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο, αλλά το βασικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι νέοι κοινωνικοποιούνται, επικοινωνούν και διαμορφώνουν την ταυτότητά τους, έχοντας ουσιαστικά απορρίψει την δια ζώσης επικοινωνία και έχοντας θέσει σε δεύτερη μοίρα τις διαπροσωπικές σχέσεις τους με την οικογένεια και το σχολικό τους περιβάλλον. Αντίστοιχα, το εκπαιδευτικό σύστημα, συχνά δεν αφήνει χώρο για την έκφραση βασικών ψυχοκοινωνικών αναγκών των εφήβων, όπως η αυτονομία, η συναισθηματική επεξεργασία και η σεξουαλική ταυτότητα, ενώ η συναισθηματική υπερεμπλοκή των γονέων στις ζωές των παιδιών τους ή αντίθετα η παραμέλησή τους από αδιάφορους γονείς, εντείνει το άγχος, αυξάνει τα επίπεδα κατάθλιψης και εξωθεί σε παραβατικές συμπεριφορές τους έφηβους με εκδήλωση ακραίων συναισθημάτων, είτε ως θύτες είτε ως θύματα. Επιπλέον, η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων μειώνει την ικανότητα των παιδιών να διαχειρίζονται δύσκολες καταστάσεις, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα σε φαινόμενα διαδικτυακού εκφοβισμού. Η ανήλικη παραβατικότητα και η υπερέκθεση στο διαδίκτυο αποτελούν αλληλένδετα φαινόμενα, που απαιτούν μια ολιστική προσέγγιση για την υγιή ανάπτυξη των εφήβων στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή.
«Έχουμε ένα σχολείο που δεν υπάρχει η έννοια της εφηβείας»
Περίπλοκο και πολυπαραγοντικό είναι το ζήτημα της νεανικής παραβατικότητας, σύμφωνα με όσα σχολίασε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Ηλίας Κουρκούτας, καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας – παιδικών και εφηβικών διαταραχών/ΕΕΑ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, διευκρινίζοντας αρχικά ότι η ελληνική κοινωνία διαφέρει από αυτήν πριν από μερικές δεκαετίες. Σύμφωνα με σχετική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη πριν από μερικά χρόνια, ο κ. Κουρκούτας επεσήμανε ότι «Τα παιδιά δηλώνουν ότι οι γονείς τα αγαπούν πολύ, οι γονείς είναι σε πολλές περιπτώσεις υπερπροστατευτικοί. Τα παιδιά που δηλώνουν ότι έχουν υπερεμπλεκόμενους και υπερπροστατευτικούς γονείς στην αρχή της εφηβείας είναι αυτά που έχουν πολύ περισσότερη εμπλοκή στο μπούλινγκ από τα άλλα παιδιά, είτε ως θύτες, είτε ως θύματα και ήταν και αυτά που δηλώνουν υψηλά επίπεδα κατάθλιψης. Αυτό είναι ανησυχητικό, αλλά είναι μία πραγματικότητα». Σε κάθε περίπτωση, πολλά παιδιά δεν εκδηλώνονται απαραίτητα μέσω της βίας, αλλά με άγχος και καταθλιπτικά συναισθήματα, υψηλά συνδεδεμένα με το σχολείο και εκπαιδευτικό σύστημα. «Έχουμε ένα σχολείο που δεν υπάρχει η έννοια της εφηβείας. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο έφηβος ως ψυχοκοινωνικό ον, έχει ανάγκες, όπως η ένταξη στο πεδίο της σεξουαλικότητας, που είναι εξωθημένη από το εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν υπάρχει ο χώρος για τον έφηβο για να συζητήσει με τους καθηγητές, για τη σεξουαλική αγωγή και τις σχέσεις. Το σύστημα είναι μαθησιοκεντρικό και αυτό δεν βοηθάει καθόλου. Μπαίνοντας τα παιδιά στην εφηβεία στο γυμνάσιο, δεν είναι τυχαίο ότι η κορύφωση του εκφοβισμού είναι εκεί», υπογράμμισε επίσης ο κ. Κουρκούτας.
«Οι συναισθηματικά υπερεμπλεκόμενοι γονείς λειτουργούν καταπιεστικά για τους εφήβους»
Σημαντικό χαρακτηριστικό μάλιστα των σημερινών εφήβων είναι ανασφάλεια για την εξωτερική εμφάνιση, το άγχος για τις σχολικές υποχρεώσεις και κυρίως η έλλειψη ελεύθερου χρόνου να επεξεργαστούν τα ζητήματα που τους απασχολούν. «Βλέπουμε πολύ έντονα στα κορίτσια, τα οποία υπερεπενδύουν στην εξωτερική εμφάνιση και αντίστοιχα προβλήματα βλέπουμε και στις αρχές της φοιτητικής ζωής. Ακόμα και ως φοιτητές ενήλικοι, αυτά τα παιδιά υπερεπενδύουν υπερβολικά στην εξωτερική εικόνα, ενώ στην πραγματικότητα είναι απλά παιδιά. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι λοιπόν είναι η σεξουαλικότητα, που είναι εξοβελισμένη από το ελληνικό σχολείο και η αυτονομία του εφήβου από τους γονείς. Οι συναισθηματικά υπερεμπλεκόμενοι γονείς λειτουργούν καταπιεστικά για τους εφήβους και τις προσωπικές τους ανάγκες», σχολίασε ο κ. Κουρκούτας, τονίζοντας ότι πολλές φορές οι γονείς δεν σέβονται τα συναισθηματικά όρια του εφήβου. «Οι γονείς από την μία πλευρά έχουν μεγάλη εμπλοκή και μεγάλο άγχος στη ζωή του παιδιού και αυτό δεν τα βοηθάει να ωριμάσουν και να αυτονομηθούν πιο ισορροπημένα. Οι γονείς δεν σέβονται τα όρια του εφήβου συναισθηματικά και τα παιδιά έτσι υπέρ αντιδρούν», ανέφερε. Τέλος, σχετικά με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Κουρκούτας τόνισε την ανάγκη να μπουν όρια τόσο στο χρόνο, όσο και στο περιεχόμενο στο οποίο εκτίθενται οι ανήλικοι. «Όλη αυτή η υπερέκθεση στο διαδίκτυο, δεν θα έλεγα ακριβώς ότι διαφθείρει τους εφήβους, όσο τους καταναλώνει χρόνο χωρίς νόημα. Το να σπαταλάς χρόνο χωρίς νόημα σε αυτήν την ηλικία, σε συνδυασμό με την απουσία ζωντανής και δια ζώσης επαφής δεν δημιουργεί τον χώρο για την οικογένεια, το σχολείο και το ίδιο το παιδί, να καταλάβει ότι σιγά σιγά αυτονομείται». κατέληξε.
«Ζητούμενο όχι μόνο η απαγόρευση της χρήσης του διαδικτύου, αλλά και η υπόδειξη εναλλακτικών τρόπων ενασχόλησης»
Για τη σχέση των ανήλικων και εφήβων με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και με τον ρόλο των γονέων στην διαχείριση της υπερέκθεσης παιδιών στην τεχνολογία μίλησε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.», η Λύβια – Κουτσάκη Τρουλλινού, αναπληρώτρια επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Πρόληψης Π.Ε. Ρεθύμνου. Το Κέντρο Πρόληψης διοργανώνει το τελευταίο χρονικό διάστημα μία σειρά από ομιλίες σχετικά με την ασφάλεια στο διαδίκτυο, παρέχοντας συμβουλευτική και ενημέρωση για τα διαθέσιμα εργαλεία, γονέων και εκπαιδευτικών και παιδιών απέναντι στους ψηφιακούς κινδύνους. «Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την τεχνολογία γιατί είναι μέσα στη ζωή μας και για την νέα γενιά δεν είναι πλέον εργαλείο, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και χτίζει σχέσεις, επικοινωνεί, ψυχαγωγείται και χαλαρώνει. Εμείς ως ενήλικες χρειάζεται να φροντίσουμε αυτό το περιβάλλον των παιδιών να είναι όσο περισσότερο ασφαλές. Χρειάζεται να είμαστε ενημερωμένοι και αυτό το ταξίδι της πλοήγησης των ανηλίκων στο διαδίκτυο να γίνεται μαζί με τους γονείς. Σίγουρα όσο μπορούμε καθυστερούμε την επαφή του παιδιού με το να έχει δικό του κινητό», σχολίασε η κ. Τρουλλινού. Σύμφωνα με την κ. Τρουλλινού, δεν έχει νόημα απλώς να απαγορεύονται στα παιδιά συγκεκριμένες ενέργειες σχετικά με την πλοήγηση στο διαδίκτυο, αλλά και να παρέχονται λύσεις και εργαλεία για το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση εκδήλωσης μίας παραβατικής συμπεριφοράς. «Τα παιδιά είναι σίγουρα ευάλωτα στο διαδίκτυο, που είναι ένας τεράστιος κόσμος. Τα παιδιά χρειάζεται να έχουν δεξιότητες, να χτίζονται αυτές, όσο πιο νωρίς τα παιδιά εκτίθενται στους ψηφιακούς κινδύνους, τόσο λιγότερο έχουν την ευκαιρία να χτίσουν αυτές τις δεξιότητες διαχείρισης καταστάσεων πιο δύσκολες και συναισθηματικά φορτισμένες και επικίνδυνες».
Μάλιστα, σύμφωνα με την κ. Τρουλλινού, οι ίδιοι οι ενήλικες καλούνται να δώσουν το παράδειγμα: «Δεν μπορούμε να απαιτούμε από τα παιδιά, όταν και εμείς δεν τα κοιτάμε στα μάτια όταν μας μιλάνε ή όταν διακόπτουμε πολύ εύκολα ό,τι κάνουμε μαζί τους, για να απαντήσουμε σε ένα τηλεφώνημα και ένα μήνυμα, μία ειδοποίηση. Όταν ο τρόπος που εμείς χαλαρώνουμε και θα ξεκουραστούμε είναι μόνο το κινητό, αυτά είναι λάθος μηνύματα που περνάνε στα παιδιά». Τέλος, σχολιάζοντας την επικείμενη απαγόρευση των social media στους ανήλικους, η κ. Τρουλλινού υπογράμμισε ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απαγόρευση, αλλά και η υπόδειξη εναλλακτικών τρόπων ενασχόλησης για τα παιδιά: «Χρειάζεται δηλαδή να είμαστε κοντά στα παιδιά, να χτίζουμε επικοινωνία, σχέση και να τους δείξουμε εκείνες τις εναλλακτικές επιλογές, που μπορούν να συναγωνιστούν ουσιαστικά στην συγκίνηση που τους δίνει το διαδίκτυο και τα σόσιαλ μίντια. Ο έλεγχος σε κάθε περίπτωση χρειάζεται και είναι απαραίτητος, γιατί οι έρευνες δείχνουν ότι επιδρούν και διαμορφώνουν αρνητικά την ψυχοσύνθεση των εφήβων».












