Πειράγματα και γλέντια που πέρασαν στα χρονικά του τόπου
Σε εποχές που δεν υπήρχαν διέξοδοι ψυχαγωγίας, οι παρέες έσωζαν την κατάσταση στο Ρέθυμνο. Κάποιες βέβαια έγραψαν και ιστορία. Εννοείται ότι από το τέλος του 19ου αιώνα άρχισαν να δημιουργούνται οι παρέες αυτές.
Ήταν η εποχή που η λευτεριά άνοιγε νέους δρόμους ελπίδας. Οι άνθρωποι έρχονταν πιο κοντά. Και οι νεολαίοι είχαν όλο τον καιρό μπροστά τους να χαρούν τη ζωή. Από τις πρώτες παρέες, αυτή που μας περιγράφει ο Ιωάννης Δετοράκης, ο έμπορος, ήταν και οι πρωτεργάτες του Καρναβαλιού. Αυτά τα νιάτα ήξεραν να γλεντούν.
Κάποιοι από τους παραδοσιακούς αυτούς γλεντζέδες «είχαν τον τρόπο τους». Κάποιοι άλλοι κυνηγούσαν το μεροκάματο. Όταν έσμιγαν όμως κανένας δεν τους ξεχώριζε. Κι ήταν μια ομορφιά να τους βλέπεις να γλεντούν τόσο όμορφα κυρίως αποκριάτικες μέρες και νύχτες.
Σε επόμενα αφιερώματά μας θα αναφερθούμε και στις «τρέλες» τους που έκαναν τα γλέντια τους αξέχαστα.
Αυτοί οι άνθρωποι σχημάτιζαν το περίφημο «Κομιτάτο» με ειδικότητες και ιδιότητες που θα βοηθούσαν και στην οργάνωση Καρναβαλιού.
Με το άνοιγμα του Τριωδίου ήταν σε γενική …επιστράτευση όλοι αυτοί, ηθοποιοί, γελωτοποιοί, μουσικοί, ερασιτέχνες όλοι, εραστές της καθωσπρέπει διασκέδασης και της αθώας, έστω και με κάποιες υπερβολές σάτιρας.
Όπως μας ενημερώνει ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκις, οι μουσικοί, οι οργανοπαίκτες και οι τραγουδιστές της εποχής όλων των τάξεων, επιστήμονες, μαραγκοί, υποδηματοποιοί, υπάλληλοι ήταν άριστα καταρτισμένοι τόσο στην κλασική μουσική όσο και στη σύγχρονη της μαντολινάτας, της τετραφωνίας και την Κρητική. Καθόλου τυχαίο αυτό από τη στιγμή που η Δημοτική Φιλαρμονική ήταν ένα σχολείο και μάλιστα με άριστους δασκάλους. Και να δεις που το Ρεθεμνάκι μας ξεχώριζε, γιατί καμιά άλλη πόλη, πουθενά στην Ελλάδα, δεν είχε τόση πρόοδο στη Μουσική και στις Τέχνες.
Σε μια από τις «ιστορικές» παρέες αναφέρεται και ο Κώστας Μαμαλάκης.
Παρέες που έδιναν ζωή
Μια παρέα που έδιδε «ζωή» στο Ρέθυμνο και δεν άφηνε να πέσει ο τόνος της κοσμικής και κοινωνικής του κίνησης.
Γλεντζέδες αμεριμνοαμέριμνοι τις ώρες της «σχολής» τους, αετοί όμως τις ώρες της «αιχμής» στους τομείς της δραστηριότητάς τους.
Ο καλόκαρδος λεβέντης Μιχάλης Βαλαρής. Ο γλυκομίλητος – ροδόσταμο έσταζε η ομιλία του – Βαγγέλης Πλειαδάκης.
Ο εγκάρδιος, με το γερμένο ελαφρά κεφάλι στον ώμο και το ύφος το συλλογισμένο, Μανόλης Σκευάκης. Ο «υψικάρηνος» εύστροφος και δημοφιλέστατος ρέκτης δήμαρχος Μανώλης Γοβατζιδάκης, με «κορώνα» της παρέας τον ψυχικά αριστοκράτη Αριστείδη Κορωνάκη.
«Απόψε θα το κάψουμε και θα πεθάνει ο χάρος!», μονολογούσε συμβολικά ένας ακόμα ρέκτης, ο Βασίλης Τζανιδάκης, ο Καναρίνης με το όνομα.
Ένας ομορφάνθρωπος, καθώς ντυμένος πάντα στην «τρίχα» χρησιμοποιούσε και μια αργκό που δεν σόκαρε όμως.
Και το καλαμπούρι δεν θέλει κόπο θέλει τρόπο.
Ο Ζαχαρίας Πωλιουδάκης κοσμαγάπητος όταν περπατούσε δεν πρόφταινε να ανταποδίδει χαιρετισμούς. Ήταν περιζήτητος στις συντροφιές, γιατί δεν στέρευε ποτέ η ανεξάντλητη δεξαμενή ανεκδότων που διέθετε. Είχε το θείο χάρισμα να σκορπίζει τη χαρά και το γέλιο ελιξίριο της ζωής.
Κι ένα από τα μεγαλύτερα πειραχτήρια επίσης και πάντα έτοιμος για καλή παρέα ήταν ο Στέλιος Δρακάκης, που τάραζε τον Γεώργιο Δαφέρμο με την απαίτησή του να αλλάξει την επωνυμία «Πυρφόρος» από το περιοδικό και να το κάνει «Καραφωτιάς»!!!
Πειράγματα μεταξύ εκδοτών
Μα έκανε και άλλες χαριτωμένες «πλάκες» ο εκδότης αυτός.
Μας αφηγείται σχετικά ο Μάρκος Γιουμπάκης (Βήμα Ρεθύμνης 1958): «Το 1934 εκτός από την εφημερίδα «Βήμα» και «Κρητική Επιθεώρησις», στην πόλη μας κυκλοφορούσε άλλη μια εφημερίδα η «Αστραπή» του καθηγητή Στέλιου Δρακάκη.
Ο Δρακάκης παρά την αντίθετη γραμμή της εφημερίδας του με τον Λυκούργο Καφφάτο τον διευθυντή του «Βήματος» με ευχαρίστηση δεχόταν τα πειράγματά του είτε από τις στήλες του «Βήματος» είτε στη διαλογική συζήτηση στο καφενείο ή στον δρόμο.

Τότε η «Αστραπή» τυπωνόταν σ’ ένα παμπάλαιο χειροκίνητο πιεστήριο τύπου Γουτεμβέργ στο τυπογραφείο του επίσης Σπύρου Μαραγκουδάκη.
Αρκετές φορές τα βράδια περνούσε ο Καφφάτος από το Τυπογραφείο του Μαραγκουδάκη είτε για να πειράξει τον κ. Δρακάκη είτε να τον πάρει να πάνε στου Κουτσουρούμπη το Καφενείο όπου σύχναζαν τότε.
Μια βραδιά λοιπόν πέρασε και πάλι ο Καφφάτος από την «Αστραπή», και βρήκε τον Μαραγκουδάκη αρκετά νευριασμένο.
«Τί συμβαίνει βρε Σπύρο;» τον ρωτά.
«Άστα βρε Λυκούργο μια ώρα είμαι έτοιμος να τυπώσω κι ακόμη να’ ρθη ο Στέλιος να κάμει τη διόρθωση στη σελίδα μόνο κάθεται στου Κουτσουρούμπη και παίζει τάβλι».
«Σώπα δα Σπύρο μα δεν είναι χαλασμός κόσμου βγάλε μου εμένα ένα φύλλο να σου κάμω διόρθωση».
Πράγματι βγάζει ο συχωρεμένος Μαραγκουδάκης ένα φύλλο και το δίδει στον Καφφάτο. Παίρνει εκείνος το φύλλο, προσποιείται ότι κάνει διόρθωση ενώ στην πραγματικότητα έβαλε χέρι στα συνθετήρια. Με κινήσεις ταχυδακτυλουργού άλλαξε τα ξύλινα στοιχεία πάνω στην πλάκα και σε λίγο το «ΑΣΤΡΑΠΗ» είχε γίνει «ΑΣ ΝΤΡΑΠΗ».
Γυρίζει μετά και ζητά από τον Μαραγκουδάκη ένα ακόμα φύλλο γιατί λέει το προηγούμενο δεν είχε τυπωθεί καλά.

Πρόλαβε το έμφραγμα
Φυσικά το δεύτερο φύλλο που έφερνε τον τίτλο «ΑΣ ΝΤΡΑΠΗ» διπλώθηκε και μπήκε στη τσέπη του Λυκούργου ο οποίος και πάλι με την ίδια σβελτάδα ξαναφτιάχνει τον τίτλο της Εφημερίδας κάνει τη διόρθωση και φεύγει γραμμή για του Κουτσουρούμπη το Καφενείο.
Μόλις έμπαινε, βλέπει τον Δρακάκη ο οποίος βιαστικός ετοιμαζόταν να φύγει.
«Που πας Στέλιο;» τον ρωτά ο Καφφάτος.
«Θα πεταχτώ βρε Λυκούργο δυο λεπτά να κάμω διόρθωση και θα γυρίσω μόνο μη φύγεις».
«Κάτσε βρε Στέλιο μα πέρασα γω και την έκαμα και τώρα τυπώνει ο Σπυρος».
«Α μπράβο, Λυκούργο μου, σ’ ευχαριστώ» του απαντά ο Δρακάκης και γυρίζει να τελειώσει το τάβλι του.
Ο Καφφάτος πηγαίνει, καθίζει απέναντί του, ανοίγει την εφημερίδα επιδεικτικά προς τον Δρακάκη, προσποιείται πως διαβάζει, και περιμένει το ψάρι να τσιμπήσει.
Πράγματι σε λίγο ο Δρακάκης σηκώνει τα μάτια του από το τάβλι και τα
καρφώνει στον τίτλο της εφημερίδας πίσω από την οποία σκούσε στα γέλια ο Καφφάτος.
Κοιτάζει, ξανακοιτάζει ο Δρακάκης και ξαφνικά σηκώνεται με βία τρέχει προς την πόρτα φωνάζοντας «Αμάν μωρέ Λυκούργο και συ στραβώθηκες;»
Μέχρι να τον σταματήσει ο Καφφάτος είχε κι όλας φθάσει λαχανιασμένος στο Τυπογραφείο και από την πόρτα φωνάζει του Μαραγκουδάκη:
– «Σπύρο για όνομα του Θεού σταμάτα το τύπωμα και με κατάστρεψες».
Ορμά αμέσως μέσα τρέχει προς τις τυπωμένες εφημερίδες βλέπει τον τίτλο σωστό κοιτάζει και την πλάκα στο πιεστήριο βλέπει και πάλι τον τίτλο σωστό, κοιτάζει και προς την πόρτα και βλέπει τον Καφφάτο να σκάει από τα γέλια. Για να καταλάβει αμέσως ότι για άλλη μια φορά έπεσε θύμα του σπιρτάτου πνεύματος της εξυπνάδας και του δαιμόνιου μυαλού του πρωτομάστορα της Ρεθεμνιώτικης Δημοσιογραφίας του Λυκούργου Καφφάτου».
«Στ’ Αμαριανού το μαγαζί…»
Περίφημοι γλεντιστές ήταν μεταξύ άλλων, οι αδελφοί Μουντριανάκηδες, ο Κούνουπας, οι Κανακάκηδες που έδιναν με το μεταδοτικό κέφι τους, άλλη γεύση στην αποκριά.
Προσάναμμα στο γλέντι που ξεκινούσαν είχαν πάντα το αστείρευτο κέφι ορισμένων που ήταν η «ψυχή» της παρέας.
Όπως και να κυλούσε η μέρα βρίσκανε τον καιρό με την παρέα να διώχνουν την κακοκεφιά.
Στ’ Αμαριανού το μαγαζί-πατέρα, ώρα σου καλή!
μοσκομυρίζει καπαμάς και ευωδιάζει βούπα
κι αυτός στην πόρτα καρτερεί το πέρασμα του Καυγαλή
να γνέψει ο ένας τ’ αλλουνού να πιούν από μια κούπα.
Ο μεγάλος βάρδος του Ρεθύμνου Γιώργης Καλομενόπουλος αναφέρεται συχνά στα γλέντια αυτά. Και κατονομάζει τους μεγάλους γλεντζέδες της εποχής, Χασές, Καούνης, Γοβατζης, Τίτος Ζακάκης, Δερμιτζής, Καφάτος, Πενθερούδης, ο Μανουσάκης κι ο Άστρινός, Καλομενόπουλος Γιαννιός, Κούνουπας και Σκουλούδης.

Από τους σημαντικότερους γλεντζέδες στη συνέχεια ο Θεμιστοκλής Βαλαρής αυτή η μεγάλη μορφή του, που χωρίς να προδώσει ποτέ το επιχειρηματικό πνεύμα που τον χαρακτήριζε, ήταν μέχρι το τέλος της ζωής του η «ψυχή» κάθε συντροφιάς. Έδινε ζωή, σκόρπιζε το μήνυμα της πραγματικής ευτυχίας, ξεσηκώνοντας τις παρέες. Οι μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής του συμμετείχαν στα ανεπανάληπτα γλέντια στ’ αρχοντικό του κυρίως στο Ατσιπόπουλο. Κι όλα με σύνεση και μέτρο. Ακόμα κι όταν βρισκόταν στο τσακίρ κέφι. Οικογενειακή ατμόσφαιρα, γευστικότατοι μεζέδες και άφθονο κρασί έκαναν εκείνα τα γλέντια ανεπανάληπτα.
Oι Περβολιανοί γλεντζέδες
Περίφημοι για τα γλέντια τους ήταν οι Περβολιανοί.
Εκτός από τον δάσκαλο Δημήτρη Βιβυλάκη, που αναφέρεται στα γλέντια αυτά στο βιβλίο του «Περιβόλια στο γύρισμα του χρόνου» ο Γιάννης Δογάνης εξασφάλισε πολύτιμα ιστορικά στοιχεία μιλώντας με τον αξέχαστο Μανούσο Μανουσάκη (ΠαπάΜανούσο) έναν από τους τέσσερις διασωθέντες από την εκτέλεση στην άμμο των Μισσιρίων τον Μάιο του 1941.
Και από τη συνέντευξη αυτή του κ. Δογάνη μαθαίνουμε πως οι περίφημοι γλεντζέδες της δεκαετίας του ’20 ήταν ο Μανόλης Λαγός που έπαιζε λύρα, Γιώργης Πωλιός που έπαιζε λαγούτο και οι Κωστής Σκανδάλης, Αλέκος Χαριτάκης, Μήτσος Μιχελιδάκης, Γιώργης Γαγάνης από το Ατσιπόπουλο και φυσικά ο Γιώργης Καλομενόπουλος.
Από δικές μου σημειώσεις όταν άκουγα παλιούς Περβολιανούς μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο μια παρέα να κάνει μεταμεσονύκτιες επισκέψεις στα σπίτια, όπου η νοικοκυρά όχι μόνο δεν δυσανασχετούσε αλλά έσπευδε να σφάξει μια κότα για να περιποιηθεί τους απροσδόκητους επισκέπτες.
Αμέτρητες φορές άνοιξε και στην Πηγή η πόρτα του σπουδαίου μερακλή της Πηγής, του ΜεταξοΓιώργη που με την αγαπημένη σύζυγό του, Νικολέττα τση Μύγιαινας, καλοδέχονταν ακόμα και ξημερώματα τους απροσδόκητους επισκέπτες και τους περιποιούνταν.
Αυτά μας μεταφέρει ο αγαπημένος μας Κωστής Καλλέργης ΚΙΓΚ προσθέτοντας και μια αναφορά του επιφανούς δικονομολόγου Μανόλη Γιαννακάκη που αναφέρεται στην Πηγή του 1973.
«Την επομένη του Πάσχα έτους 1973, ήτοι την 30 Απριλίου 1973, (Δευτέρα της Διακαινησίμου) και περί ώρα 23.00 είχα επιστρέψει στην Πηγή από το Ρέθυμνο οδηγώντας το πρώτο μου αυτοκίνητο μάρκας Volkswagen.
Τα καφενεία της Πηγής ήταν κλειστά, πλην του καφενείου του Τσαγκάρη.
Όταν περνούσα από το καφενείο, κάποια παρέα που καθότανε έξω απ’ αυτό στον υπερυψωμένο από το έδαφος ασκεπή χώρο του με εκάλεσε να σταματήσω να πιω καφέ.
Σταμάτησα το αυτοκίνητο προσωρινά στο δρόμο απέναντι από το παντοπωλείο του Αλκιβιάδη (δεν περνούσε κανένα αυτοκίνητο) κατέβηκα και κάθισα στην παρέα τους.
Σε λίγα λεπτά ακούσθηκαν τραγούδια από παρέα που ερχότανε (πεζή από το Άδελε, με συνοδεία μπουζουκιού.
Είδαν προφανώς φως στο πιο πάνω καφενείο, το οποίο ήξεραν και έστριψαν αριστερά και ήλθαν προς εμάς.
Η παρέα αυτή αποτελείτο από γνωστά φιλικά και συγγενικά πρόσωπα, που ήταν: 1) Κωστής Καλλέργης (που έπαιζε το μπουζούκι), 2) Κωστής Περακάκης, 3) Ιωάννης Τουτουντζιδάκης, όλοι από την Λούτρα (το επόμενο χωριό από την Πηγή) και 4) ο εξάδελφός μου Παντελής Ιακ. Μαθιουδάκης από το Άδελε. Δεν ενθυμούμαι αν ήταν κανείς άλλος.
Τους καλέσαμε να κάτσουν. Κάθισαν. Τους κεράσαμε. Ήπιαν τσικουδιές. Ήταν ήδη πιωμένοι, πολύ στο κέφι και συμμετείχαμε στην συνέχεια κι εμείς στο τραγούδι με την συνοδεία του μπουζουκιού.
Μετά από λίγα λεπτά λέει ο Κωστής ο Καλλέργης ή ο Περακάκης (δεν ενθυμούμαι ποιος) «άντεστε να πάμε στη Λούτρα». Χωρίς δεύτερη κουβέντα μπαίνομε στο αυτοκίνητό μου, στο οποίο επιβιβάσθηκε και ο νεαρός καφετζής του πιο πάνω καφενείου Νίκος Π. Κουλούρης (σύνολο 6 άτομα) και μεταβήκαμε στην Λούτρα.
Όταν φθάσαμε (στην Λούτρα) ήταν γύρω στα μεσάνυχτα και αναζητούσαμε καφενείο ανοιχτό να μας φιλοξενήσει.
Με μεγάλη μας ικανοποίηση διαπιστώσαμε ότι το μοναδικό καφενείο που ήταν ανοιχτό, αλλά ουδείς πελάτης υπήρχε, λόγω του προχωρημένου της ώρας, ήταν του Μανώλη (Μαχαίρα), ο οποίος μας είπε ότι έκλεινε. Όμως ήταν άνθρωπος της παρέας και καλοσυνάτος, εχάρηκε που μας είδε και με χαμόγελο μας διαβεβαίωσε ότι για χάρη μας δεν θα κλείσει και να καθίσουμε.
Καθίσαμε γύρω από ένα τραπέζι. Στην μέση ο Κωστής Καλλέργης, ως οργανοπαίχτης άρχισε να παίζει το μπουζούκι του, ενώ εμείς τραγουδούσαμε, διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλο στις μαντινάδες και παράλληλα ο καφετζής έφερε κρασί και άρχισε να τηγανίζει μεζέδες συνοδευτικές του κρασιού.
Όλοι μας, τρώγαμε, πίναμε συνέχεια και τραγουδούσαμε μαντινάδες χωρίς διακοπή όλη τη νύχτα.
Κάποια στιγμή, ύστερα από αρκετές ώρες συνεχές φαγοπότι, είχε τελειώσει όλο το κρασί που είχε στο μαγαζί του ο καφετζής και τότε φεύγει ο Κωστής ο Περακάκης και επιστρέφει με μια νταμιτζάνα γεμάτη κόκκινο κρασί, που πήρε από το πατρικό του σπίτι.
Συνεχίσθηκε το γλέντι και λίγο πριν ξημερώσει όλο το κρασί που είχε φέρει ο Κωστής ο Περακάκης είχε καταναλωθεί.
Αμέσως λέει ο Καλλέργης «αντέστε να πάμε στο σπίτι».
Εγώ έφερα προς στιγμήν αντιρρήσεις συνιστάμενες στο ότι η ώρα ήταν ακατάλληλη και θ’ ανησυχούσαμε τους γονείς του. Εκάμφθηκαν οι αντιρρήσεις μου όταν με διαβεβαίωσε ότι οι γονείς του όχι μόνο δεν θα δυσαρεστούντο, αλλ’ απεναντίας θα ευχαριστούντο και μάλιστα πολύ.
Πήγαμε στο σπίτι του Καλλέργη που ήταν λίγο πιο πάνω από το καφενείο που γλεντούσαμε.
Οι γονείς του κοιμόντουσαν. Όμως αμέσως με το που μπήκαμε, όχι μόνο δεν δυσαρεστήθηκαν, αλλά σηκώθηκαν αμέσως από το κρεβάτι τους και μας υποδέχθηκαν με τόση ειλικρινή και ιδιαίτερα εμφανή ευχαρίστηση που η μητέρα του Κωστή έσπευσε και έσφαξε μιαν όρνιθα, την οποία στην συνέχεια έβρασε και ενώ ξημέρωνε τρώγαμε την όρνιθα, πίναμε κρασί κι ετραγουδούσαμε συμμετέχοντας στην παρέα με τον άνδρα της γνωστό μαντιναδολόγο και γλεντζέ Γεώργιο Καλλέργη.
Κάποιος στην συνέχεια κατέβηκε στον δρόμο, έκοψε λουλούδια από τον κήπο του Καλλέργη και εστόλισε το αυτοκίνητο, (ξημέρωνε Πρωτομαγιά, Τρίτη της Διακαινησίμου), ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζαμε το πιοτό και το τραγούδι και στη συνέχεια, είχε πια ξημερώσει, βγήκαμε στο ταρατσάκι και χορεύαμε.
Είμαστε, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, όλοι μεθυσμένοι, «φέσι», κατά το κοινώς λεγόμενο, με την ολονύχτια συνεχή οινοποσία, αλλά χωρίς καμιά παρεκτροπή.
Κάποια στιγμή λέει ο Κωστής ο Περακάκης, «πάμε στις Λαμπιώτες στου γαμπρού μου»!!
Όλοι, πλην του Νίκου του Κουλούρη, ο οποίος έπρεπε «ν’ ανοίξει το μαγαζί», (καφενείο) του αποδεχθήκαμε ευχαρίστως την πρόταση, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και, αφού αφήσαμε περνώντας από την Πηγή τον Κουλούρη, συνεχίσαμε μέσω Πλατανιά ακολουθώντας τον δύσκολο, με πολλές στροφές και ανωμαλίες (σαμαράκια) Αμαριώτικο δρόμο και φθάσαμε στις Λαμπιώτες, όπου οι συμπέθεροι του Κωστή Περακάκη μας υποδέχθηκαν με ανυπόκριτη χαρά και αρχίσαμε νέο φαγοπότι με μπριζόλες από μωρογούρουνο νοστιμότατο που συνεχώς τηγάνιζε η μητέρα του γαμπρού του συνοδεία πάντοτε θαυμάσιου κόκκινου κρασιού που δεν σταματήσαμε να πίνομε τραγουδώντας όπως και πριν με την συνοδεία του μπουζουκιού που έπαιζε συνεχώς ο ακούραστος Κωστής Καλλέργης (ΚΙΓΚ).
Μετά το μεσημέρι (απόγευμα) ξεκινήσαμε επιστρέφοντες με τραγούδια και κάνοντας το αυτοκίνητο να «χορεύει».
Επιστρέψαμε αβλαβείς στον προορισμό μας. Εγώ μόνο ξέρω με πόση προσπάθεια τα κατάφερα, παρ’ όλο που ήμουν, όπως γίνεται εύκολα, μεθυσμένος από την συνεχή οινοποσία και έλλειψη ύπνου …ελέγχοντας όμως την κατάσταση».
Θα συνεχίσουμε και με άλλες ιστορικές παρέες στο επόμενο φύλλο μας.










