Δράκος Ανυφαντής – Καλλιόπη Γιουλούντα
Οι Πασχαλιές δεν είχαν πάντα το χρώμα της χαράς για την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Κάποιες από αυτές σημαδεύτηκαν από τον ηρωικό θάνατο Ρεθεμνιωτών που είχαν τάξει τη ζωή τους στον αγώνα για τα ιδανικά του ανθρώπου. Ήρωες και ηρωίδες όπως ο Δράκος Ανυφαντής και η Καλλιόπη Γιουλούντα.
Κάθε φορά που η ιστορική μνήμη πλησιάζει αλλοτινές πασχαλιές δεν μπορεί να μη δακρύσει συναντώντας μια τραγωδία που γράφτηκε βραδιά Ανάστασης στο Βιζάρι Αμαρίου, έναν ευλογημένο τόπο που απέχει περίπου 40 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο.
Αυτό το χωριό σε κερδίζει από την πρώτη ματιά. Η πανέμορφη φύση στη μέση του Ασωμαθιανού Κάμπου, σε σαγηνεύει μέσα στην υπέροχη απλότητά της.
Όσο για τα κτίσματα που σεβάστηκε ο χρόνος και κυρίως οι κάτοικοι με τη φημισμένη αρχοντιά αποτελούν μνημεία αρχιτεκτονικής τη Ενετικής περιόδου όπως το palazzo dei Saonazzi ενώ η πληθώρα των βυζαντινών εκκλησιών φανερώνει τη βαθειά ευσέβεια των κατοίκων.
Για το Βυζάρι ακούσαμε και μάθαμε πολλά από τον εκλεκτό συμπολίτη μας τον αξέχαστο Λεωνίδα Καούνη. Κι ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τη γενέτειρα του μεγάλου μας λαογράφου Παύλου Βλαστού.
Έτσι όπως περιδιαβαίνεις τα γραφικά δρομάκια, σε περίοπτη θέση σε καλωσορίζει η προτομή του ήρωα που έγινε αφορμή για το ματωμένο αυτό χρονικό που θα ιστορήσουμε, η προτομή του Δράκου Ανυφαντή.
Με τη μεγάλη αυτή μορφή ασχολήθηκε ιδιαίτερα η σπουδαία μας λαογράφος Ειρήνη Ταχατάκη. Και με τα στοιχεία που παραθέτει σε δημοσίευμά της στην «Πατρίδα» Ηρακλείου συμπληρώνει δική μας ταπεινή αναφορά στο βιβλίο «Ρεθεμνιώτες Ήρωες στην επανάσταση του 1821». Αναφορά που προέκυψε μετά από έρευνα καθώς είχαμε εντυπωσιαστεί από όσα μας είχε πει σε τυχαία μας συνάντηση ο καλός φίλος κ. Νίκος Σιλιγάρδος.
Σύμφωνα με τη σπουδαία ιστορική μελέτη, της κ. Ταχατάκη, τη μνήμη και τα ηρωικά κατορθώματα του Ανυφαντή Βυζαριανού διέσωσε ο Μιχ. Λέκκας ή Λεκκομιχελής από τον Φουρφουρά, που πέθανε στη Μαθουσάλειο ηλικία των 127 ετών.
«Ο ήρωας δεν ανεχόταν τις βδελυρότητες των Αμπαδιωτών Τούρκων που σκότωναν ακόμα και αλλόθρησκους και μέλη της οικογένειάς τους. Για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερη κατηγορία εξαιρετικά αιμοβόρων Τουρκοκρητών της υπαίθρου. Κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή του Αμαρίου, νοτιοανατολικά της Ίδης. Η πλειοψηφία των Τουρκοκρητών ήταν ιδιαίτερα βίαιη και καταβασάνιζε ακατάπαυστα τους Ορθοδόξους. Αρχές του 19ου αιώνα (1812) και μετά από διαμαρτυρίες δεκαετιών του χριστιανικού στοιχείου αλλά και των Οθωμανών πασάδων που υπηρετούσαν στην Κρήτη, εδέησε η Πύλη και έστειλε τον κουρδικής καταγωγής χατζή Οσμάν Πασά με διαταγή να εξολοθρεύσει τους ανυπότακτους γενιτσάρους, πράγμα που σε αρκετά μεγάλο βαθμό το κατάφερε. Οι Τουρκοκρητικοί του έδωσαν το παρατσούκλι «Παπαγιάννης» θεωρώντας τον Κρυπτοχριστιανό, οι δεν Κρητικοί τον ονόμασαν «Πνίγαρη» αφού οι εκτελέσεις γινόταν δι’ απαγχονισμού.
Αυτούς τους αιμοσταγείς Τουρκοκρητικούς δεν άντεχε ο Ανυφαντής. Κι αφού δεν γινόταν από τις συνθήκες να τους αντιμετωπίσει διαφορετικά εκπατρίστηκε στη Γαλλία τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Κατετάγη σαν εθελοντής στον αγγλικό στρατό και όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου τον ακολούθησε και διακρίθηκε σε πολλές μάχες, μετά αποβιβάστηκε στην Κρήτη με πολεμικές γνώσεις και πείρα. Κάποια μέρα εμφανίστηκε ξαφνικά στους δικούς του και γνωστούς στο χωριό Βυζάρι με πλήρη πολεμική στολή. Εκεί έμαθε τις νέες βδελυρές πράξεις των Αμπαδιωτών και την ερήμωση που είχαν δημιουργήσει. Οι παλιές αρχοντικές οικογένειες του Βυζαρίου είχαν σχεδόν εξοντωθεί. Οι Βλαστοί, οι Βαρούχοι, οι Σιλιγάρδοι, οι Δετοράκηδες, οι Σαουνάτσοι, οι Σιγανοί.

Όρκος βαρύς πάνω στα ερείπια
Οι επαύλεις τους ήταν κατερειπωμένες γιατί εγκατέλειπαν τον τόπο τους, άλλοι λόγω των δεινών και άλλοι γιατί κατακρεουργήθηκαν από τους Τούρκους. Πήγε λοιπόν ο Ανυφαντής στο πατρικό του σπίτι και ορκίστηκε όρκο βαρύ και μεγάλο. Κατέφυγε μετά στα γνωστά του από τα παιδικά του χρόνια όρη και δημιούργησε αρματολικό σώμα και άρχισε τις επιθέσεις κατά των αιμοσταγών τυράννων, που καταλήφθηκαν από δέος ανέκφραστο, διότι ο τρομερός εκδικητής εμφανιζόταν εκεί που δεν περίμεναν και σκορπούσε τον θάνατο. Οι αγριότεροι Αμπαδιώτες πλήρωσαν με την κεφαλή τους τα φοβερά τους κακουργήματα. Οι Χριστιανοί πήραν θάρρος και άρχισαν να αναπτύσσουν θαρραλέα αντίσταση. Οι Αγάδες του Ρεθύμνου μα και της άλλης Κρήτης τον θεωρούσαν πια σα μυθικό Δράκο. Από το κρησφύγετο του Ψηλορείτη έκανε με τους θαρραλέους οπαδούς του γενναίες επιδρομές κατά των εχθρών. Μια απρονοησία του όμως και παράτολμη πράξη του στοίχισε τη ζωή.
Έτσι άρχισε η τραγωδία
Ήταν νύχτα του Πάσχα. Ο Ανυφαντής με σιγανές κωδωνοκρουσίες καλούσε τους κατοίκους στη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Παγωμένος άνεμος ερχόταν από το χιονισμένο Ψηλορείτη και φυσούσε τις κορφές των δασών του Αμαρίου. Οι κάτοικοι όμως άρχισαν να σιγοφτάνουν στον ναό. Η ψυχή του ήρωα ζητούσε τη γαλήνη ύστερα από τους αγώνες χρόνων ολόκληρων. Κανείς εχθρός δεν υποπτεύτηκε την εκεί παρουσία του.
Πάνοπλος λοιπόν εμφανίστηκε στη μέση των συγχωριανών του χωρίς οπαδούς. Και όλοι με φωνές έκπληξης και χαράς τον υποδέχτηκαν. Εκείνος ευθυτενής και σοβαρός προχώρησε προς την Ωραία Πύλη και γονάτισε στο πέτρινο σκαλοπάτι. Ο σεβάσμιος ιερέας με δάκρυα ευλόγησε το άξιο τέκνο της πατρίδας και της εκκλησίας.
«Φύγετε να σώσετε τις οικογένειές σας»
Ξαφνικά και ενώ εψάλοντο τα αναστάσιμα μελωδικά τροπάρια, ένας πυροβολισμός ακούστηκε και μετά δεύτερος και τρίτος με βλασφημίες και απειλές. Όλοι τρομαγμένοι κοίταζαν τον γενναίο αρματολό, που, αμέσως από τον πρώτο πυροβολισμό εννόησε τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε μόνος του, μεταξύ άοπλων και κατάλαβε ότι μεσολάβησε προδοσία. Ήταν όμως όχι μόνο αδύνατον να φύγει αλλά και ανάρμοστο για τη γνωστή γενναιοψυχία του. Φώναξε όμως προστατευτικά με θάρρος στους ομοχώριούς του. «Παιδιά από σας κανείς σας δεν μπορεί να με υπερασπιστεί. Φύγετε και σώσετε τις οικογένειές σας. Ψυχή να μη μείνει εδώ… ακούτε.;».
Ξερίζωσαν την καρδιά του
Όλοι τότε όρμησαν έξω ενώ οι πυροβολισμοί δονούσαν τα παλιά παράθυρα του ναού και φωνές πόνου ακολούθησαν…
Ο Λεκκομιχελής λοιπόν διηγείται πως ήταν απερίγραπτες εκείνες οι στιγμές. Εξήντα (60) θηριώδεις Αμπαδιώτες με λύσσα για εκδίκηση, πολιορκούσαν τον μικρό ναό της Παναγίας και πυροβολούσαν ομαδικά.
Έκαναν εξορμήσεις μα στη συνέχεια οπισθοδρομούσαν μ’ ένα ή δύο λιγότερους. Ο ήλιος προχωρούσε στο μεσουράνημα και ο αγώνας συνεχιζόταν. Επτά εχθροί είχαν πέσει γύρω από τον ναό δίχως τους Χριστιανούς που έπεσαν κατά τη νυχτερινή από τον ναό εξόρμηση.
Η άμυνα πια ήταν αδύνατη διότι ο ήρωας άυπνος, αποκαμωμένος, δίχως εφόδια, θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών εντός ολίγου. Κι όταν μανιώδης με τα μαχαίρα ετόλμησε να βγει, αλαλαγμός φρικτός ακούστηκε και όλοι οι εχθροί έπεσαν πάνω του με πυροβολισμούς και μαχαίρια. Έτσι ο ήρωας έπεσε καταπονημένος από πολλά βόλια… Και πριν ξεψυχήσει οι κανίβαλοι εκείνοι έσχισαν τα ευρέα στήθη του και ξερίζωσαν την πάλλουσα ακόμη καρδιά του, το σώμα του το τεμάχισαν και το άφησαν να γίνει βορρά στα σκυλιά και τα όρνια και τούτο ήταν το ηρωικό τέλος του γενναίου Ανυφαντή του Βυζαριανού».
Με αυτά τα στοιχεία η κυρία Ταχατάκη συμπληρώνει τη βιογραφία του μεγάλου ήρωα που αποτελεί καύχημα του Βυζαρίου και οι συγχωριανοί του τον τιμούν ιδιαίτερα όπως του αξίζει.
Καλλιόπη Γιουλούντα
Εκείνο το Πάσχα του ’41 οι Γερμανοί έδειξαν περίτρανα ότι δεν είχαν ούτε ιερό ούτε όσιο. Με ανηλεείς βομβαρδισμούς προσπαθούσαν να επικρατούσαν. Ούτε τα νοσοκομεία με τους ανήμπορους να αντιδράσουν στρατιώτες εξαιρούνταν από την εγκληματική τους αυτή δραστηριότητα.
Εκείνο το Πάσχα βρήκε ηρωικό θάνατο η Καλλιόπη Γιουλούντα.
Η ατρόμητη νοσοκόμα που δεν θέλησε να σώσει τη ζωή της εγκαταλείποντας τους αρρώστους της, ενώ προλάβαινε να φύγει όταν άρχισε η επιδρομή.
Ήταν από τη δική μας γη και η ηρωική αυτή γυναίκα. Γεννήθηκε στο Γιαννούδι το 1911. Αν και η εποχή της δεν ευνοούσε τις σπουδές των κοριτσιών εκείνη κατάφερε να τελειώσει το Γυμνάσιο και να μάθει Γαλλικά. Αγαπούσε τη μουσική κι έπαιζε μάλιστα με αρκετή δεξιοτεχνία και μαντολίνο. Από μικρή έδειχνε μια αγάπη στον συνάνθρωπο. Διψούσε για κοινωνική προσφορά. Η Καλλιόπη Γιουλούντα πρώτα έγινε εθελόντρια νοσηλεύτρια του «Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού» και μετά ακολούθησε τη Νοσηλευτική ως κύριο επάγγελμα που το έκανε όμως λειτούργημα. Ο πράος χαρακτήρας της, το ήθος και η αξιοπρέπεια που την χαρακτήριζαν την έκαναν ξεχωριστή και αξιαγάπητη. Είχε το σπάνιο χάρισμα να εμπνέει το θάρρος στον άρρωστο να αγωνιστεί για τη θεραπεία του. Και έγινε περισσότερο πειστική όταν ανέλαβε τους πρώτους τραυματίες του μετώπου. Γιατί ο πόλεμος του ’40 τη βρήκε πρόθυμα να οδεύει στο καθήκον για να βοηθήσει τους τραυματισμένους στρατιώτες. Η απόφασή της φανερώνει και τη γενναιότητά της. Γιατί ήταν ως τότε διευθύνουσα του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας». Θα μπορούσε ν’ αποφύγει την πρώτη γραμμή του μετώπου. Κανένας δεν την υποχρέωνε να καταταγεί. Η συνείδησή της όμως ήταν εκείνη που της καθόριζε την πορεία της. Έτσι η φήμη της έφτανε παντού πριν από την ίδια. Αρκετοί θυμούνται αυτόν τον μικροκαμωμένο άγγελο με το αιώνιο χαμόγελο και την ιώβειο υπομονή. Άλλοι πάλι τη θυμούνται να μοιράζει γάλα στους στρατιώτες που οδοιπορούσαν μετά την κατάρρευση του μετώπου. Ήταν συνεπής, αφοσιωμένη στο λειτούργημά της, άριστα καταρτισμένη και αντιμετώπιζε όλους τους αρρώστους σαν στενούς συγγενείς της. Η φρίκη του πολέμου αντί να τη λυγίσει την έκανε πιο δυνατή. Το αποκρουστικό θέαμα ανοικτών πληγών σε μέλη ηρωικών νέων ανθρώπων, οι γάγγραινες και η ανυπόφορη μυρωδιά από σάρκα που σάπιζε σιγά-σιγά αντί να την απωθεί τη γέμιζε από το μεγαλείο του ελέους.
Η αγγελική της ψυχή ήταν γεμάτη από αγάπη για τα ανήμπορα πλάσματα που βογκούσαν στο κρεβάτι του πόνου.
Ο ματωμένος Απρίλης
Εκείνο τον Απρίλη του ’41, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου η ατμόσφαιρα είχε γίνει ακόμα πιο επικίνδυνη. Ο θάνατος καιροφυλακτούσε για να δρέψει ψυχές. Τα νοσοκομεία είχαν πλημμυρίσει από τραυματισμένους στρατιώτες. Και το νοσηλευτικό προσωπικό έκανε και τη νύχτα μέρα για να προλάβει να ανταποκριθεί στις πιεστικές ανάγκες που δημιουργούσε ο πόλεμος.
Οι Γερμανοί, παραβιάζοντας τις διεθνείς συνθήκες και τους άγραφους νόμους της συνείδησης, βομβαρδίζουν ακόμα και τα νοσοκομεία.
Δεν σέβονται ούτε και τη μεγάλη μέρα της Χριστιανοσύνης, Ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα βομβαρδίζουν το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Είχε προηγηθεί μια Μεγάλη Εβδομάδα που ήταν των παθών και για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Νοσοκομείου αυτού των Ιωαννίνων.
Οι αδελφές, μέσα στα πολλαπλά καθημερινά τους καθήκοντα, είχαν και την ανύψωση του πεσμένου ηθικού των παλικαριών. Τις μεσημβρινές ώρες που δεν πήγαιναν να ξεκουραστούν, τους μιλούσαν για την Ανάσταση που μηνούσε η καρδιά τους και που περίμεναν.
Τη Μεγάλη Τρίτη και τη Μεγάλη Τετάρτη εξακολουθούσαν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο των Ιωαννίνων να συρρέουν από το Μέτωπο δεκάδες τραυματίες, που περίμεναν στα φορεία τις αδελφές να τους τακτοποιήσουν. Κι εκείνες, χωρίς να σκεφθούν την ξεκούραση και τον εαυτό τους, με το χαμόγελο της καρτερίας, άπλωναν το χέρι να προσφέρουν ανακούφιση και σωτηρία. Μέσα στα άλλα τους φάρμακα τους έδιναν και το λάδι από το Άγιο Ευχέλαιο που κατάφεραν να πάρουν.

Πάσχα θανάτου
Η βραδιά της Ανάστασης κυλά μέσα στο ίδιο φοβερό κλίμα της ασυγκράτητης βίας που καταλύει τα πάντα. Σε έναν από τους προθαλάμους του νοσοκομείου, οι φαντάροι ετοίμασαν την Τράπεζα, όπου ο ιερέας θα άπλωνε το άγιο αντιμήνσιο για να λειτουργήσει. Στρατιώτες, αξιωματικοί, αδελφές με τις πάλλευκες στολές τους, γιατροί και τραυματίες παρακολουθούν με κατάνυξη και συγκίνηση την τελευταία ελεύθερη Ανάσταση.
Όταν τέλειωσε η θεία Λειτουργία, η διευθύνουσα Αθηνά Μεσολωρά, νοσηλεύτρια με φλογερή πίστη και ευρεία μόρφωση, διευθύνουσα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που είχε την ευθύνη όλων των Αδελφών ψέλλισε: «Αύριο θα είμεθα πλέον υπόδουλοι! Χριστός Ανέστη!». Και όλοι μαζί σύσσωμοι απάντησαν «Αληθώς Ανέστη», αφήνοντας τα δάκρυα να τρέξουν από τα μάτια τους για την Ελλάδα που χανόταν.
Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941. Οι αδελφές καλημερίζουν με το «Χριστός Ανέστη» και με το χαμόγελο στο στόμα, προσπαθώντας να κρύψουν τον φόβο τους. Το διαισθάνονται πως κάτι κακό θα συμβεί. Ήδη τα στούκας που σφυρίζουν δαιμονισμένα γεμίζουν τρόμο την ατμόσφαιρα.
Το μεσημέρι με μανία πρωτόγνωρη, άρχισαν να εξαπολύουν βόμβες προς το νοσοκομείο. Ο καθηγητής Κοντιάδης διατάσσει τις αδελφές να κατεβούν στο καταφύγιο. Αυτές αρνούνται, γιατί θα έπρεπε ν’ αφήσουν μόνους τους χειρουργημένους τους. Οι αδελφές μένουν και… ΜΕΝΟΥΝ εκεί για πάντα. Το ξαφνικό βρήκε τους γιατρούς να χειρουργούν, τις αδελφές εμπρός στο τραπεζάκι με τα εργαλεία, τους τραυματίες ναρκωμένους και εκείνες τις καημένες που δίπλωναν τις γάζες!

Αντικείμενα επιβεβαίωναν ταυτότητες
Κρότος φοβερός τραντάζει το οικοδόμημα. Τα φώτα σβήνουν. Τα τζάμια σπάζουν, φοβερός καπνός, πηκτή μαύρη σκόνη που πνίγει. Στον καταχθόνιο κρότο, νεκρική σιγή ακολουθεί. Αρκετοί τραυματίες μαζί με τον ιατρό καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη, τους βοηθούς χειρουργούς, και έξι επώνυμες αδελφές, (σύνολο πενήντα επτά άτομα) δεν υπήρχαν πλέον στη ζωή αυτή. Αναγνωρίσθηκαν από ένα δακτυλίδι, από ένα κέντημα, από ένα σήμα. Ό,τι απόμεινε από τα σώματά τους έχει ταφεί στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου των Κοπάνων στα Γιάννενα, σε έναν κοινό ολομάρμαρο τάφο.
Τρεις διπλωματούχες και τρεις εθελόντριες αδελφές αναφέρονται μεταξύ άλλων στον τραγικό απολογισμό.
Η Ελένη Παρασκευοπούλου, παλαίμαχος Προϊσταμένη Αδελφή, διευθύνουσα των Αδελφών της Βάσεως Ηπείρου, ετών πενήντα επτά (57).
Η δική μας Καλλιόπη Γιουλούντα, διευθύνουσα του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου, ετών 30. Η Ελένη Καλογερίδου, διπλωματούχος αδελφή, ετών 20. Η Λουκία Κυριακού, ετών 35, η Ελένη Μητροπούλου ετών 30 και η Ελένη Τσάλλη, δόκιμη διαιτολόγος αδελφή, ετών 60. Και μαζί με αυτές μια έβδομη άγνωστη αδελφή, μια έφηβη Γιαννιώτισσα δεκαεπτά (17) χρονών, που έχοντας συγκλονιστεί από το έργο των αδελφών, ερχόταν κάθε πρωί από το σπίτι της να προσφέρει κι αυτή ότι μπορούσε.
Είναι γεγονός όπως καταθέτουν μάρτυρες των γεγονότων που επέζησαν ότι εκτός από τον καθηγητή Κοντιάδη και η Αθηνά Μεσωλορά δεν έπαυσε να παρακαλεί τις αδελφές να φροντίσουν τον εαυτό τους. Ένιωθε μεγάλη ευθύνη για τις ζωές τους. Κι όμως καμιά δεν επωφελήθηκε από τη μεταφορά τραυματιών σε άλλους χώρους που κινδύνευαν λιγότερο για να σωθεί. Έπεσαν στο καθήκον.
Η Καλλιόπη Γιουλούντα έμεινε καύχημα των νοσηλευτών και έμβλημα των εθελοντριών του ΕΕΣ. Με μεγάλη επισημότητα έγιναν πριν από πολλά χρόνια τα αποκαλυπτήρια της προτομής της στο αύλειο χώρο του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.
Η Καλλιόπη η «Ρεθυμνία Μούσα του Εθελοντισμού» όπως αναφέρει ο Νικολέων Τσουπάκης, τιμήθηκε το Σάββατο 26 Μαΐου του 1981 με τα αποκαλυπτήρια της υπέροχης προτομής της που κοσμεί την αυλή του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης. Τα αποκαλυπτήρια είχε κληθεί να πραγματοποιήσει ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελος Αβέρωφ, παρουσία τοπικών βουλευτών, των αρχηγών ΓΕΕΘΑ και Γενικού Επιτελείου Στρατού, την γενικό επιθεωρητή Σώματος Αδελφών «Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού» κ. Παπαμικρούλη και τον διευθυντή ιατρό κ. Μαραγκουδάκη εκ μέρους του Αντικαρκινικού Ινστιτούτου «Άγιος Σάββας» στο οποίο η Καλλιόπη Γιουλούντα υπηρέτησε με μεγάλη συνέπεια.













