Ο τραγικός θάνατος της Καλλιόπης Γιουλούντα σε βομβαρδισμό
Ο Απρίλης του 1917 βρήκε και το Ρέθυμνο επηρεασμένο από τη δίνη του εθνικού διχασμού. Όπως ήταν αναμενόμενο είχε και αυτό ταχθεί με το μέρος της Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη.
Για τους νεότερους αναγνώστες μας να κάνουμε τις αναγκαίες διευκρινίσεις.
Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1922) προκλήθηκε από την πλήρη διάσταση απόψεων Ελευθερίου Βενιζέλου και ο Βασιλιά Κωνσταντίου Α’ σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πλευρά Βενιζέλου δηλαδή το Κόμμα Φιλελευθέρων πίστευε ότι η Ελλάδα έπρεπε να συμμαχήσει με τους συμμάχους της Αντάτ (Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) προκειμένου να μην κινδυνεύσει η επέκταση της χώρας σε πρώην οθωμανικά εδάφη αλλά και για να της επιτρέψουν να διευρυνθεί μέσω θαλάσσης, καθώς μόνο αυτές οι χώρες διέθεταν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Από την άλλη ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ και το φιλομοναρχικό Κόμμα Εθνικοφρόνων, του Δημητρίου Γούναρη, πρόκρινε την «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ (αφού οι ακτές της Ελλάδας ήταν ευπρόσβλητες στο συμμαχικό ναυτικό), μια στάση που όμως ήταν βολική για τις Κεντρικές Δυνάμεις αφού δυσχέραινε το ναυτικό των αντιπάλων τους στο Αιγαίο και δεν επέτρεπε να ανοίξει το Μακεδονικό Μέτωπο για βοήθεια της συμμάχου της Ελλάδας, Σερβίας.
Αν και η Βενιζελική παράταξη κυριαρχούσε απόλυτα στον τόπο μας υπήρχε καχυποψία και αυστηρός έλεγχος προς οποιονδήποτε θεωρούνταν φίλα προσκείμενος στον Βασιλιά Κωνσταντίνο.
Αυτή την περίοδο που μιλάμε είχαν στρατωνιστεί στον περίβολο του τζαμιού Ανκεμπούτ Αχμέτ Πασά (τη σημερινή Μικρή Παναγιά) στρατιώτες του 8ου Σ.Π
Ήταν χωρισμένοι σε δύο διμοιρίες και χρησιμοποιούσαν τον περίβολο και τα βοηθητικά κτίσματα του τζαμιού ως προσωρινό κατάλυμα (στρατώνα).
Ήταν στρατιώτες της Εθνικής Άμυνας (του κινήματος του Ελευθερίου Βενιζέλου). Πολλοί από αυτούς ήταν Μικρασιάτες ή πρόσφυγες που είχαν καταταγεί για να πολεμήσουν στο πλευρό της Αντάντ (Σύμμαχοι).
Η στρατοπέδευση εντός της πόλης ήταν συνηθισμένη εκείνη την εποχή για τον έλεγχο της τάξης και την επιτήρηση των στρατηγικών σημείων. Το συγκεκριμένο τζαμί διευκόλυνε αφάνταστα καθώς διέθετε ευρύχωρο περίβολο, γεγονός που το καθιστούσε ιδανικό για στρατωνισμό μονάδων.
Για την ιστορία να προσθέσουμε ότι ο ναός που υπήρχε μια τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Οθωμανούς (1646) μετατράπηκε σε τζαμί.
Το πάνω μέρος του μιναρέ γκρεμίστηκε από σεισμό και στην πάροδο του χρόνου ποτέ δεν ανακατασκευάστηκε -γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία ως «Κομμένος Μιναρές» ή «Κουτσοτρούλης». Η λαϊκή ρεθεμνιώτικη παράδοση αναφέρει ότι η χάρη της Παναγίας δεν άφηνε να ολοκληρωθεί ο μιναρές.
Αναφέρεται ότι προ της επανάστασης του 1866 υπήρχε ακόμα στο εξώθυρο του προαύλιου χώρου εγχάρακτη επιγραφή: «Μαριάμ Κυρία των Αγγέλων».

Ο Giuseppe Gerola με την ομάδα του, φωτογράφησε τον ναό με τον κομμένο μιναρέ, όταν επισκέφτηκε την Κρήτη για την καταγραφή των βενετσιάνικων μνημείων του Νησιού, περί το 1900.
Ο χώρος όμως μετά τα γεγονότα του 1917 αποτυπώθηκε ως μα από τις συγκλονιστικότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας
Ανάστατη η μικρή Παναγία
Το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα 3ης Απριλίου 1917 και κατά τις 11 τη νύκτα, ακούστηκαν πυροβολισμοί, κωδωνοκρουσίες στο χώρο του «κομμένου μιναρέ».
Μπροστά στο πλήθος στεκόταν ο αρχιμανδρίτης Γρηγόρης Βοργιαδάκης (πρόσφυγας από τη Μ. Ασία), που κρατούσε την εικόνα της Παναγίας και όλοι έψαλαν το «Χριστός Ανέστη», κρατώντας λαμπάδες.
Τη στιγμή εκείνη φτάνει ένας έφιππος ανώτερος αξιωματικός και ζητά από τον επικεφαλής του στρατωνισμού εξηγήσεις για τα γεγονότα. Επεμβαίνει όμως ο παπα-Γρηγόρης εξαγριωμένος και του λέει:
«Κανένας δεν μπορεί ν’ εμποδίσει τους Χριστιανούς να ξαναπάρουν την εκκλησία που την είχαν αφαιρέσει οι Τούρκοι».

Τότε στράφηκε σ’ ένα στρατιώτη που στεκόταν δίπλα του και του λέει:
– Πες τι είδες ν’ ακούσει ο αξιωματικός
και εκείνος απάντησε αμέσως:
«Είναι δυο-τρία βράδια που έβλεπα στον ύπνο μου, ότι κοντά στο κρεβάτι μου ήταν ένα εικόνισμα κρυμμένο και μια μαυροφορεμένη γυναίκα, να μου λέει ν’ ανοίξω το μέρος. Δεν έδωσα σημασία και το επόμενο βράδυ έγινε το ίδιο, μάλιστα με μάλωσε, ενώ κρατούσε και μαστίγιο και με χτύπησε.
Σηκώθηκα τρομαγμένος και έβαλα τις φωνές, ενώ κάλεσαν και το γέροντα και του έδειξα το μέρος.
Βρέθηκε αυτή η εικόνα και το καντήλι της». Τότε άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες και ήρθε ο κόσμος να δει το θαύμα.
Ο αξιωματικός άκουσε με προσοχή και συνέστησε σ’ όλους ψυχραιμία, ενώ όλοι Χριστιανοί παρέμειναν όλη τη νύχτα και το πρωί της Τρίτης του Πάσχα 4 Απριλίου 1917 προσευχόμενοι.
Ο στρατός επέβαλε την τάξη, ενώ οι Τούρκοι είχαν θορυβηθεί και παρέμειναν στα σπίτια τους.
Έτσι από τη μέρα εκείνη η Εκκλησία ξαναγύρισε μετά από 271 χρόνια στους Χριστιανούς, ενώ οι στρατιώτες φιλοξενήθηκαν στην ημιτελή εκκλησία Τεσσάρων Μαρτύρων.
Διάφορες είναι οι γνώμες, ποιος ήταν εκείνος ο στρατιώτης, ανάμεσα σ’ αυτούς που αναφέρονται ήταν οι:
Στυλιανός Γαβαλάς (Αρολίθι), Αποστόλης Παλιεράκης (Καρήνες), Επαμεινώνδας Εφεντάκης (Αγ. Βασίλειος), Κωνσταντίνος Γιουλούντας (Καλονύκτη), Γεώργιος Ανδρεαδάκης (Ανώγεια).
Αλλού πάλι ο στρατιώτης αναφέρεται ως Γεώργιος Καραμανλής και αλλού ως Γεώργιος Γιολετζόγλου

Η σύγχυση ή η διπλή ονομασία πιθανόν οφείλεται στα εξής:
Το «Καραμανλής» συχνά χρησιμοποιούνταν ως προσδιοριστικό καταγωγής (για όσους προέρχονταν από την Καραμανία της Μικράς Ασίας).
Ενδέχεται το ένα από τα δύο να ήταν το επίσημο επώνυμο και το άλλο το παρατσούκλι ή το «επώνυμο» με το οποίο ήταν ευρύτερα γνωστός στην περιοχή.
Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, τον στρατιώτη του 44ου Συντάγματος Πεζικού, ο οποίος μετά από οράματα υπέδειξε το σημείο κάτω από την αγριοσυκιά , όπου και αποκαλύφθηκε η εικόνα της Παναγίας.
Το γεγονός που συγκλόνισε την τοπική κοινωνία λειτούργησε ως σημείο πνευματικής ανάτασης μέσα στην αναταραχή του πολέμου και του διχασμού,
Η θέα του παπα Βοργιαδάκη που έψαλε με στεντόρεια φωνή το «Χριστός Ανέστη» και οι απανωτές μπαλωθιές στον αέρα από τους Χριστιανούς προκαλούσε στο πλήθος ρίγη εθνικής συγκίνησης
Η είδηση της ανεύρεσης προκάλεσε μαζική κινητοποίηση. Με το άκουσμα των κωδωνοκρουσιών, χιλιάδες πιστοί κατέκλυσαν την οδό Νικηφόρου Φωκά (τότε Μακρύ Στενό): Οι χριστιανοί άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα από χαρά, ενώ το πλήθος έψαλλε το «Χριστός Ανέστη», καθώς το γεγονός συνέβη τη Δευτέρα του Πάσχα.
Για τη συντριπτική πλειοψηφία, η εύρεση θεωρήθηκε «θεϊκό σημάδι» που δικαίωνε την επιθυμία τους να ξαναλειτουργήσει ο ναός ως χριστιανικός μετά από αιώνες οθωμανικής κατοχής.
Όσο για τους Μουσουλμάνους, πανικοβλήθηκαν όπως ήταν φυσικό. Ο θόρυβος των πυροβολισμών και οι κραυγές του πλήθους ερμηνεύτηκαν αρχικά ως έναρξη σφαγής ή εχθροπραξιών εναντίον τους.
Η κατάληψη του τζαμιού του Ανκεμπούτ Αχμέτ Πασά από το χριστιανικό πλήθος θεωρήθηκε προσβολή για τη θρησκευτική τους κοινότητα, αν και η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν τους επέτρεπε να αντιδράσουν δυναμικά.
Οι αρχές της πόλης βρέθηκαν μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός. Η παρουσία του στρατού στον περίβολο του ναού λειτούργησε καταλυτικά, καθώς στρατιώτες συμμετείχαν οι ίδιοι στην εκσκαφή για την εύρεση της εικόνας: Για να αποφευχθούν συγκρούσεις, η διοίκηση της πόλης επέτρεψε τη μετατροπή του χώρου σε ναό, αναγνωρίζοντας τη λαϊκή απαίτηση που είχε ήδη πάρει τη μορφή «πανηγυριού».

Κεντρική μορφή των γεγονότων ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόρης Βοργιαδάκης. Υπηρέτησε ως ιερέας στον Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων (Μεγάλη Παναγιά) και ήταν γνωστός για τη βαθιά του πίστη και την επιβλητική του παρουσία.
Τη νύχτα που οι στρατιώτες έσκαβαν στον περίβολο του τζαμιού, ο Βοργιαδάκης ήταν ο πρώτος ιερέας που κλήθηκε και έφτασε στο σημείο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν αυτός που παρέλαβε την εικόνα από τα χέρια των στρατιωτών και, με στεντόρεια φωνή, έψαλε το «Χριστός Ανέστη», δίνοντας το σύνθημα για την άτυπη μετατροπή του τζαμιού σε ναό.
Περιγράφεται ως άνθρωπος με θάρρος και εθνικό φρόνημα. Σε μια περίοδο έντονου πολιτικού αναβρασμού (Εθνικός Διχασμός), δεν δίστασε να πρωτοστατήσει σε μια πράξη που θα μπορούσε να προκαλέσει διπλωματικό ή κοινωνικό επεισόδιο με τη μουσουλμανική κοινότητα.
Στη συνείδηση των Ρεθεμνιωτών της εποχής, ο «παπά Γρηγόρης» θεωρήθηκε ο πνευματικός οδηγός της «επανίδρυσης» της Μικρής Παναγιάς. Η παρουσία του εκείνο το βράδυ έδωσε την απαραίτητη εκκλησιαστική νομιμοποίηση στην εύρεση της εικόνας, μετατρέποντας μια στρατιωτική ανακάλυψη σε θρησκευτικό γεγονός ορόσημο.
Θαύμα θαυμάτων ή σκηνοθετημένη ενέργεια;
Κι όμως υπήρξαν αμφισβητήσεις γύρω από το θαύμα αυτό. Και διαβάζουμε σε ανάλογες πηγές.
Εκτός από την εκδοχή του θαύματος, υπάρχει και η άποψη από μερικούς, ότι όλο αυτό ήταν σκηνοθεσία από τον επίτροπο του ναού Γεώργιο Σαρμάνη από τον Φουρφουρά, για ν’ επιστρέψει η εκκλησία στους χριστιανούς.
Σε συνεργασία με τον παπα-Γρηγόρη και την οικογένεια Κωνσταντίνου Μοάτσου, που προμήθευσε την εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, έβαλε εμπρός το έξυπνο σχέδιό του. Η εικόνα και το σπασμένο καντήλι τοποθετήθηκαν στο σκαλοπάτι του άμβωνα από ένα στρατιωτικό, εκεί που ο δασκαλεμένος στρατιώτης έκαμε πως τα βρήκε τη νύχτα της Δευτέρας του Πάσχα. Μάλιστα την εικόνα αυτή η οικογένεια Μοάτσου την πήρε πίσω μετά τα γεγονότα και αφού την κάλυψε με φύλλο ασημιού και έγραψε επάνω «Αφιέρωμα οικογενείας Κωνσταντίνου Δ. Μοάτσου» την επέστρεψε στον Ιερό Ναό. Στην εικόνα αυτή, που φυλάσσεται σήμερα στο δεξί προσκυνητάρι του Ιερού Ναού κάτω από τη Θεοτόκο εικονίζονται ακόμη ο προφήτης Ζαχαρίας, ο Άγιος Ελευθέριος, ο Άγιος Στυλιανός και οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη.
Λίγο καιρό μετά τα γεγονότα ήρθε κόσμος και άρχισε την κατεδάφιση του «κομμένου μιναρέ» και παρ’ ότι ήρθαν χωροφύλακες δεν κατάφεραν να τους σταματήσουν και άρχισαν την αναστήλωση του ναού, που ολοκληρώθηκε το 1920.
Μνήμη Καλλιόπης Γιουλούντα
Μοιραίο ήταν εκείνο το Πάσχα του 1941 για μια γενναία Ρεθεμνιώτισσα νοσοκόμο που σκοτώθηκε ώρα καθήκοντος σε βομβαρδισμό.
Ήταν η Καλλιόπη Γιουλούντα από το Γιαννούδι.
Η Καλλιόπη εκείνο που φανέρωσε πρώτα από τη χαρισματική της φύση ήταν η αγάπη της για το συνάνθρωπο Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που την οδήγησε στον εθελοντισμό.
Ο πόλεμος του ’40 την βρήκε πρόθυμα να οδεύει στο καθήκον για να βοηθήσει τους τραυματισμένους στρατιώτες. Η απόφασή της φανερώνει και τη γενναιότητά της. Γιατί ήταν ως τότε Διευθύνουσα του νοσοκομείου ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ. Θα μπορούσε να αποφύγει την πρώτη γραμμή του μετώπου. Κανένας δεν την υποχρέωνε να καταταγεί. Η συνείδησή της όμως ήταν εκείνη που της καθόριζε την πορεία της. Έτσι η φήμη της έφτανε παντού πριν από την ίδια. Ήταν συνεπής, αφοσιωμένη στο λειτούργημά της, άριστα καταρτισμένη και αντιμετώπιζε όλους τους αρρώστους σαν στενούς συγγενείς της. Η φρίκη του πολέμου αντί να τη λυγίσει την έκανε πιο δυνατή. Το αποκρουστικό θέαμα ανοικτών πληγών σε μέλη ηρωικών νέων ανθρώπων, οι γάγγραινες και η ανυπόφορη μυρωδιά από σάρκα που σάπιζε σιγά σιγά αντί να την απωθεί τη γέμιζε από το μεγαλείο του ελέους.
Η αγγελική της ψυχή ήταν γεμάτη από αγάπη για τα ανήμπορα πλάσματα που βογκούσαν στο κρεβάτι του πόνου.
Εκείνο τον Απρίλη του ’41, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου η ατμόσφαιρα είχε γίνει ακόμα πιο επικίνδυνη. Ο θάνατος καιροφυλακτούσε για να δρέψει ψυχές. Τα νοσοκομεία είχαν πλημμυρίσει από τραυματισμένους στρατιώτες. Και το νοσηλευτικό προσωπικό έκανε και τη νύχτα μέρα για να προλάβει να ανταποκριθεί στις πιεστικές ανάγκες που δημιουργούσε ο πόλεμος.
Οι Γερμανοί, παραβιάζοντας τις διεθνείς συνθήκες και τους άγραφους νόμους της συνείδησης, βομβαρδίζουν ακόμα και τα νοσοκομεία.
Δεν σέβονται ούτε και την μεγάλη μέρα της Χριστιανοσύνης. Ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα βομβαρδίζουν το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Είχε προηγηθεί μια Μεγάλη Εβδομάδα που ήταν των παθών και για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Νοσοκομείου αυτού των Ιωαννίνων.
Οι αδελφές, μέσα στα πολλαπλά καθημερινά τους καθήκοντα, είχαν και την ανύψωση του πεσμένου ηθικού των παλληκαριών. Τις μεσημβρινές ώρες που δεν πήγαιναν να ξεκουραστούν, τους μιλούσαν για την Ανάσταση που μηνούσε η καρδιά τους και που περίμεναν.
Τη Μεγάλη Τρίτη και τη Μεγάλη Τετάρτη εξακολουθούσαν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο των Ιωαννίνων να συρρέουν από το Μέτωπο δεκάδες τραυματίες, που περίμεναν στα φορεία τις αδελφές να τους τακτοποιήσουν. Κι εκείνες, χωρίς να σκεφθούν την ξεκούραση και τον εαυτό τους, με το χαμόγελο της καρτερίας, άπλωναν το χέρι να προσφέρουν ανακούφιση και σωτηρία. Μέσα στα άλλα τους φάρμακα τους έδιναν και το λάδι από το Άγιο Ευχέλαιο που κατάφεραν να πάρουν.
Πάσχα θανάτου
Η βραδιά της Ανάστασης κυλά μέσα στο ίδιο φοβερό κλίμα της ασυγκράτητης βίας που καταλύει τα πάντα. Σε έναν από τους προθαλάμους του νοσοκομείου, οι φαντάροι ετοίμασαν την Τράπεζα, όπου ο ιερέας θα άπλωνε το άγιο αντιμήνσιο για να λειτουργήσει. Στρατιώτες, αξιωματικοί, αδελφές με τις πάλλευκες στολές τους, γιατροί και τραυματίες παρακολουθούν με κατάνυξη και συγκίνηση την τελευταία ελεύθερη Ανάσταση.
Όταν τέλειωσε η θεία Λειτουργία, η διευθύνουσα Αθηνά Μεσολωρά, νοσηλεύτρια με φλογερή πίστη και ευρεία μόρφωση, διευθύνουσα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που είχε την ευθύνη όλων των Αδελφών ψέλλισε: «Αύριο θα είμεθα πλέον υπόδουλοι! Χριστός Ανέστη!». Και όλοι μαζί σύσσωμοι απάντησαν «Αληθώς Ανέστη», αφήνοντας τα δάκρυα να τρέξουν από τα μάτια τους για την Ελλάδα που χανόταν.
Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941. Οι αδελφές καλημερίζουν με το «Χριστός Ανέστη» και με το χαμόγελο στο στόμα, προσπαθώντας να κρύψουν το φόβο τους. Το διαισθάνονται πως κάτι κακό θα συμβεί Ήδη τα στούκας που σφυρίζουν δαιμονισμένα γεμίζουν τρόμο την ατμόσφαιρα.
Το μεσημέρι με μανία πρωτόγνωρη, άρχισαν να εξαπολύουν βόμβες προς το νοσοκομείο. Ο καθηγητής Κοντιάδης διατάσσει τις αδελφές να κατεβούν στο καταφύγιο. Αυτές αρνούνται, γιατί θα έπρεπε να αφήσουν μόνους τους χειρουργημένους τους. Οι αδελφές μένουν και… ΜΕΝΟΥΝ εκεί για πάντα. Το ξαφνικό βρήκε τους γιατρούς να χειρουργούν, τις αδελφές εμπρός στο τραπεζάκι με τα εργαλεία, τους τραυματίες ναρκωμένους και εκείνες τις καημένες που δίπλωναν τις γάζες!

Αντικείμενα επιβεβαίωναν ταυτότητες
Κρότος φοβερός τραντάζει το οικοδόμημα. Τα φώτα σβήνουν. Τα τζάμια σπάζουν, φοβερός καπνός, πηκτή μαύρη σκόνη που πνίγει. Στον καταχθόνιο κρότο, νεκρική σιγή ακολουθεί. Αρκετοί τραυματίες μαζί με τον ιατρό καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη, τους βοηθούς χειρουργούς, και έξι επώνυμες αδελφές, (σύνολο πενήντα επτά άτομα) δεν υπήρχαν πλέον στη ζωή αυτή. Αναγνωρίσθηκαν από ένα δακτυλίδι, από ένα κέντημα, από ένα σήμα. Ό,τι απόμεινε από τα σώματά τους έχει ταφεί στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου των Κοπάνων στα Γιάννενα, σε έναν κοινό ολομάρμαρο τάφο.
Τρεις διπλωματούχες και τρεις εθελόντριες αδελφές αναφέρονται μεταξύ άλλων στον τραγικό απολογισμό.
Η Ελένη Παρασκευοπούλου, παλαίμαχος Προϊσταμένη Αδελφή, διευθύνουσα των Αδελφών της Βάσεως Ηπείρου, ετών πενήντα επτά (57).
Η δική μας Καλλιόπη Γιουλούντα, διευθύνουσα του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου, ετών 30.
Η Ελένη Καλογερίδου, διπλωματούχος αδελφή, ετών 20. Η Λουκία Κυριακού, ετών 35, η Ελένη Μητροπούλου ετών 30 και η Ελένη Τσάλλη, δόκιμη διαιτολόγος αδελφή, ετών 60. Και μαζί με αυτές μια έβδομη άγνωστη αδελφή, μια έφηβη Γιαννιώτισσα δεκαεπτά (17) χρονών, που έχοντας συγκλονιστεί από το έργο των αδελφών, ερχόταν κάθε πρωί από το σπίτι της να προσφέρει κι αυτή ότι μπορούσε.
Είναι γεγονός όπως καταθέτουν μάρτυρες των γεγονότων που επέζησαν ότι εκτός από τον καθηγητή Κοντιάδη και η Αθηνά Μεσωλορά δεν έπαυσε να παρακαλεί τις αδελφές να φροντίσουν τον εαυτό τους Ένοιωθε μεγάλη ευθύνη για τις ζωές τους Κι όμως καμιά δεν επωφελήθηκε από τη μεταφορά τραυματιών σε άλλους χώρους που κινδύνευαν λιγότερο για να σωθεί Έπεσαν στο καθήκον
Η Καλλιόπη Γιουλούντα έμεινε καύχημα των νοσηλευτών και έμβλημα των εθελοντριών του ΕΕΣ και ευτυχώς του τόπου της που πάντα την τιμά δοθείσης ευκαιρίας.












