Χωρίς τέλος εξελίσσεται επί 30 και πλέον έτη, η αδιάκοπη προσπάθεια καταγραφής της ακίνητης ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας. Ατέρμονες διαδικασίες, συνεχείς αλλαγές νόμων, προσθήκη νέων δεδομένων, εκκρεμή ατακτοποίητα και ταλαντευόμενα, παρατάσεις επί παρατάσεων, διαρκείς προσπάθειες δεκαετιών που -ατυχώς- ακόμη δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Έτσι, όπως πρόσφατα ανακοινώθηκε, για την πληρέστερη καταγραφή των ακινήτων δημιουργήθηκε από την ΑΑΔΕ μια νέα βάση δεδομένων με την ονομασία «ΜΙΔΑ» που παραπέμπει ευθέως στον περιβόητο, πάμπλουτο, άπληστο και με το τραγικό τέλος, βασιλιά της Φρυγίας Μίδα που ότι άγγιζε μετατρέπονταν σε χρυσάφι. Φαίνεται η ΑΑΔΕ προσδοκά με τον «Μίδα» της να βρει φλέβα χρυσού στα ακίνητα. Αστειότητες και παιδιαρίσματα για ένα τόσο σημαντικό θέμα καθώς δεκαετίες ταλαιπωρούνται εκατομμύρια πολίτες που δηλώνουν και ξαναδηλώνουν τα ακίνητά τους, κοπιάζοντας, πληρώνοντας και ξαναπληρώνοντας λογιστές, μηχανικούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους. Σε αρκετές περιπτώσεις μικρών αγροτο-κτηνοτροφικών ιδιοκτησιών το συνολικό κόστος καταγραφής, ήδη υπερβαίνει την πραγματική αξία των ακινήτων.
Η πρώτη προσπάθεια καταγραφής ξεκίνησε προ 30ετίας, το 1997. Οι φορολογούμενοι υπέβαλαν με τη φορολογική δήλωση και το έντυπο Ε9 για τα ακίνητά τους. Ακολούθησε το 2005 νέα εξαρχής καταγραφή στο βελτιωμένο τότε Ε9. Το 2008 νέα εξαρχής καταγραφή ακινήτων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ.
Έκτοτε, πολλές φορές μεσολάβησαν διάφορες, λογιών παρεμβάσεις, τροποποιήσεις, διορθώσεις, μεταβολές κλπ ώστε σήμερα το Ε9 να αποτελεί μια αξιόπιστη βάση δεδομένων στην οποία μάλιστα και στηρίζεται ο ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων, γνωστός στους πάντες ως ΕΝΦΙΑ.
Ο ΕΝΦΙΑ αντικατάστησε τον ΕΕΤΗΔΕ (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών) που πληρωνόταν με τον λογαριασμό ΔΕΗ (επί Ευαγ. Βενιζέλου – κυβέρνηση Σαμαρά) και επιβλήθηκε κατά την οικονομική κρίση ως προσωρινός, έκτακτος φόρος, αλλά τελικά επεκτάθηκε ανεξαιρέτως σε όλα τα ακίνητα, παγιώθηκε και παραμένει. Όταν συνυπολογίσθηκαν και οι υπόλοιποι φόροι (κληρονομιάς, μεταβίβασης, πώλησης, ΦΠΑ) τέλη, χαρτόσημο ενοικίου κ.λπ., απαξιώθηκαν αρχικά όλα τα ακίνητα. Σε επόμενη φάση δημιουργήθηκε η σημερινή τεράστια στεγαστική κρίση, αφού για μια και πλέον δεκαετία έπαυσε κάθε οικοδομική δραστηριότητα.
Τίποτα το ανεξήγητο.
Το κτηματολόγιο ξεκίνησε πιλοτικά το 2005. Το 2008 υποχρεώθηκαν οι ιδιοκτήτες αστικών ακινήτων να τα δηλώσουν στα κτηματολογικά γραφεία. Με την πάροδο του χρόνου ακολούθησαν νέες εντάξεις αστικών, ημιαστικών και αγροτικών περιοχών. Εκτιμάται σήμερα να καταγράφηκε μόνον το 71% της συνολικής ακίνητης περιουσίας. Το υπόλοιπο ποσοστό αφορά ορφανά ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη που περιήλθαν στην κυριότητα του δημοσίου και κυρίως ακίνητα αγροτικών περιοχών όπου εκεί δεν έχει ολοκληρωθεί η καταγραφή. Συνεπώς και το κτηματολόγιο πλέον αποτελεί αξιόπιστη βάση δεδομένων απαραίτητη για τη σύνταξη συμβολαίων.
Όμοια, λεπτομερής καταγραφή της ακίνητης και κινητής περιουσίας εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών (δημοσίων υπαλλήλων, αιρετών, επιχειρηματιών κ.λπ.) έγινε αρχικά χειρόγραφα και μεταγενέστερα στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του «Πόθεν Έσχες».
Ο «ΜΙΔΑ» (Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων) αποτελεί μια νέα ψηφιακή πλατφόρμα όπου άπαντες οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, ανεξάρτητα από το πλήθος, θέση, μέγεθος και αξία της, υποχρεούνται να επιβεβαιώσουν – και όπου απαιτείται να διορθώσουν – τα στοιχεία που η νέα βάση δεδομένων θα αντλήσει από το Ε9, το κτηματολόγιο ή όποιες άλλες πηγές.
Απορίας άξιον ποιοι λόγοι επέβαλαν δημιουργία αυτής της νέας βάσης δεδομένων που ορίζει επτά περίπου εκατομμύρια ιδιοκτήτες να επαναδηλώσουν και να επαναβεβαιώσουν τα ακίνητά τους. Μια απίστευτα χρονοβόρα και κοστοβόρα διαδικασία που δεν πρόκειται το παραμικρό να προσθέσει στα ήδη καταγεγραμμένα ακίνητα. Η αιτιολογία περί δήθεν επιβεβλημένης ταύτισης στοιχείων περιουσιολογίου και κτηματολογίου, μόνον ως αστείο μπορεί να εκληφθεί.
Περιουσιολόγιο – Κτηματολογίο δεν αποτελούν στατικές βάσεις δεδομένων αλλά δυναμικές που τροποποιούνται σε κάθε αλλαγή ιδιοκτησιακής κατάστασης του ακινήτου. Αδύνατο να υπάρξει πλήρης ταύτιση γιατί εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, το μεν περιουσιολόγιο για τη φορολόγησή τους, το δε κτηματολόγιο για το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Σε κάθε περίπτωση, αν σκοπός τίθεται όντως η πλήρης ταύτιση, τότε ποιος ο λόγος ύπαρξης δύο διαφορετικών βάσεων δεδομένων με επιπλέον έξοδα και ταλαιπωρία για τους πολίτες, επιβάρυνση ενεργειών και διαδικασιών με επιπρόσθετες, αλλά και υψηλό κόστος για την πολιτεία;
Άλλωστε η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων ώστε εάν εντοπισθούν λάθη – ασυμφωνίες, να τις διορθώσουν μόνον όσοι χρειάζεται και όχι το σύνολο των ιδιοκτητών.
Αλλά ποιος θα αναλάβει όλα αυτά που απαιτούν κόπο, χρόνο με – φυσικά – το ανάλογο κόστος; Έτσι, μετακύλησαν την υποχρέωση στους πολίτες οι οποίοι θα επιφορτισθούν ευθύνη και κόστος επαναβεβαίωσης των ήδη πολλάκις και ποικιλοτρόπως δηλωμένων ακινήτων τους.
Μαθηματικά βέβαιο ότι και την επόμενη δεκαετία πάλι με τα ίδια θα ασχολούμαστε και επειδή ασφαλέστατα ο θησαυρός του Μίδα θα αποδειχθεί ότι είναι άνθρακας, κάτι νέο θα σκεφθούν για να συνεχίζουν να ξεζουμίζουν τα ακίνητα γιατί αυτό αποτελεί τον τελικό στόχο.
Και τον μοναδικό κατά τα φαινόμενα.
Όμως εκτός από τα ακίνητα υπάρχουν και άλλες πηγές εισοδημάτων και πλούτου που είτε δεν μπορούν, είτε δεν θέλουν να ακουμπήσουν. Καταθέσεις. Ομόλογα. Τράπεζες. Χρηματιστήριο. Ναυτιλία. Βιομηχανία. Πάροχοι ενέργειας. Πλούτος πέραν κάποιου ορίου. Ofshore εταιρείες. Μαύρο χρήμα. Φοροδιαφυγή. Κρυπτονομίσματα και πολλές άλλες παρεμφερείς κατηγορίες.
Ας το ξανασκεφθούν πριν οι αγανακτισμένοι και εξουθενωμένοι ιδιοκτήτες ξεπουλήσουν τα πάντα και διά πάντα σε ξένους που πρόθυμα, ασταμάτητα αγοράζουν ακίνητα.












