Ήθελε μεγάλη τόλμη να είσαι η δασκάλα του χωριού
Τόμους ολόκληρους μπορεί να καλύψει ο βίος και η πολιτεία των δασκάλων που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη Ρεθεμνιώτικη ύπαιθρο.
Ο μικρές κλειστές κοινωνίες που τους δέχτηκαν με σεβασμό φυσικά έτυχε κάποιες φορές εκούσια είτε ακούσια να τους πικράνουν.
Οι δασκάλες βέβαια δεν ήταν σε καθόλου προνομιακή θέση. Χρειάστηκε κάποιες να ασκήσουν όλη τη δυναμική τους για να βάλουν όρια στους υπερφίαλους χωρικούς που αναζητούσαν την καταξίωσή τους στην απαγωγή της δασκάλας.
Πόση αγωνία δεν πέρασε ένας σπουδαίος άνθρωπος ο Κωνσταντίνος Αποστολάκης (Βασιλάνος) όταν άκουσε τυχαία δυο χωριανούς του (άμυαλα κοπέλια) να προγραμματίζουν την απαγωγή της δασκάλας που μόλις είχε έρθει στο χωριό.
Με το τουφέκι πήγε και περίμενε τους επίδοξους απαγωγείς και τους έδιωξε κακήν κακώς όταν εμφανίστηκαν έτοιμοι να κατακτήσουν το τρόπαιό τους.
Η συγκεκριμένη δασκάλα που αργότερα υπηρέτησε στα Περιβόλια ποτέ δεν ξέχασε αυτή την ευεργεσία. Και δεν ήταν η μόνη.

Με το συργουλιό…
Η Ελπινίκη Σταματάκη πάλι με τη δική της παιδαγωγική κατάφερε να μείνει στη θέση της αλώβητη από τις ταλαιπωρίες που επινοούσαν οι ανόητοι του χωριού.
Η Ελπινίκη κόρη του Μιχαήλ Σταματάκη και της Μαρίας Χριστουλάκη γεννήθηκε το 1915 στο Ρέθυμνο. Ο πατέρας της, αν και λόγω θέσης, ήταν αυστηρός, είχε όμως ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες, ώστε να ενθαρρύνει το πάθος της κόρης του για γνώση.
Με αυτά τα εφόδια η Ελπινίκη κατάφερε να συνεχίσει στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου απ’ όπου αποφοίτησε το 1937. Η επαφή με τις μικρές κοινωνίες στα χωριά που υπηρέτησε μέχρι το 1949 της έδωσαν την ευκαιρία να αναδείξει τις ικανότητές της στην εφαρμογή νέων τρόπων παιδαγωγικής που έφερναν άριστο αποτέλεσμα.
Η σπουδαία αυτή εκπαιδευτικός έκρυβε μεγάλο απόθεμα αγάπης μέσα της και για τους ηλικιωμένους.
Με τη δημιουργία των ΚΑΠΗ βρήκε τη μεγάλη ευκαιρία να οργανώνει διαλέξεις με ευχάριστο περιεχόμενο. Διαβάζουμε εξαιρετικές κριτικές για τις ομιλίες της με θέμα τις ανθρώπινες σχέσεις και το δημοτικό τραγούδι.
Φρόντιζε μάλιστα να τις διανθίζει και με μουσική οπότε η εκδήλωση παρουσίαζε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
«Όταν μιλά η κ. Σταματάκη η ώρα περνά χωρίς να την καταλαβαίνεις και φεύγοντας έχεις άλλη ψυχική διάθεση…» έγραφε ο παπά-Γιάννης Πίτερης εκφράζοντας πολλούς άλλους.
Από τις μεγάλες της επιτυχίες η μάθηση αριθμητικής στα παιδιά της Α’ Δημοτικού που έγινε δεκτό με θερμά σχόλια από την εκπαιδευτική κοινότητα.
Με το συγγραφικό της έργο κατάφερε να γεφυρώσει το παλαιό στην εκπαίδευση που δινόταν έμφαση στο θέμα και στο νέο που έδινε βάρος στον μαθητή.
Η Ελπινίκη Σταματάκη στάθηκε ο καλός άγγελος του μαθητή. Μένοντας πάντα ένα μεγάλο παιδί αλλά με ζηλευτή σοφία ήθελε να μεταλαμπαδεύει τη γνώση με ό,τι μπορούσε να ενδιαφέρει μια τόσο τρυφερή ηλικία. Έτσι κατάφερε με εικόνες και παιχνίδια να κάνει τα μαθήματα πιο ελκυστικά και να την ευγνωμονούν μαθητές και δάσκαλοι.
Μόλις που είχε διοριστεί σε ένα χωριό και όλα την έφερναν σε απόγνωση δεν ήξερε πώς να αντιδράσει Ψύχραιμα κάθισε και διαλογίστηκε γύρω από το πρόβλημά της. Δεν άργησε να βρει λύση με τον γνώμονα της καρδιάς.
Γρήγορα μικροί και μεγάλοι στο χωριό έπιναν νερό στο όνομά της . Ένας μόνο μαθητής έγινε εφιάλτης της. Η καημένη η δασκάλα δεν είχε συναντήσει ακόμα πιο δύσκολο και ατίθασο παιδί.
Μια μέρα που ο ταραξίας της είχε ετοιμάσει ένα γερό «καψόνι» εκείνη έκανε πως δεν πρόσεξε την κακοτοπιά, και μπροστά στην τάξη δήλωσε πως ο Θεός την είχε λυπηθεί και έφερε στην τάξη τον …. (ανέφερε το όνομα του μαθητή) που χάρις σ’ αυτόν δεν επρόκειτο να κινδυνεύσει ποτέ άλλοτε. Όλοι έμειναν άναυδοι με την αντίδραση αυτή της δασκάλας τους και περισσότερο ο νεαρός. Σε λίγο μάλιστα τα έχασε ολότελα όταν η κυρία Ελπινίκη τον όρισε …βοηθό της. Βλέπετε επιμελητή δεν γινόταν να τον ορίσει αφού σπάνια πήγαινε διαβασμένος στο σχολείο.
Το «κόλπο» έπιασε τελικά. Και ο ταραξίας δεν έγινε μόνο ένας επιμελέστατος μαθητής αλλά ακολούθησε όταν μεγάλωσε και ακαδημαϊκή καριέρα!!!!
Μια τραγική ιστορία
Μια ιστορία τραγική με πρωταγωνίστρια δασκάλα αναφέρει σε ένα γλαφυρότατο δημοσίευμα της η Αικατερίνη Τσουρλάκη – Θεοφανοπούλου. Με συγκίνησε όταν το διάβασα ερευνώντας τη ζωή του Νίκου Ανδρουλιδάκη του αγωνιστή δικηγόρου και δημοσιογράφου. Σας το παραθέτω ως έχει για να απολαύσετε και την χαρισματική γραφή της αείμνηστης εκπαιδευτικού.

«Μια ιστορία τραγική πέρα ως πέρα αληθινή, που διαδραματίστηκε σ’ ένα πανέμορφο χωριό της Κρήτης πριν πολλά χρόνια, τότε που ο αείμνηστος Ν. Ανδρουλιδάκης μεσουρανούσε στο Ρέθυμνον σαν δικηγόρος και σαν δημοσιογράφος.
Στα μέσα λοιπόν του Γενάρη πήρε τον διορισμό της μια δεκαεπτάχρονη δασκάλα και μαζί με την αδελφούλα της μπήκαν στον δρόμο να πάνε στο απόμακρο κεφαλοχώρι με το διτάξιο σχολείο του.
Ύστερα από δωδεκάωρη πορεία με τα μουλάρια, μέσα από μονοπάτια και κατσικόδρομους, ξεχειλισμένα ρυάκια και συνεχή βροχή έφθασαν κατάκοπες στο χωριό και για λίγες μέρες φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του προέδρου. Με πολύ κόπο βρήκαν ένα δωμάτιο και έστησαν το νοικοκυριό τους. Μόλις ετακτοποιήθηκαν κάπως και το τζάκι τους τριζοβολούσε και ζέσταινε τα παγωμένα τους μέλη, όταν γύριζαν από το σχολείο, έπιασε το χιόνι. Στην πόρτα τους κρεμάστηκαν λαμπάδες και δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Χιόνι όχι σαν αυτό που ήξερε η δασκάλα στην Αθήνα, μα σκληρό, άλιωτο σχεδόν ένα μέτρο στο ύψος. Έμειναν έτσι φυλακισμένες για 3-4 ημέρες, όμως δεν στενοχωρήθηκαν καθόλου.
Θυμόταν τα λόγια του Τέννεση Ουίλιαμς «Και η καταιγίδα έχει θέλγητρα άμα ξέρης να την απολαύσης».
Απελάμβαναν, λοιπόν, με την ξενοιασιά της νιότης, το χιονισμένο τοπίο, άκουαν τα πρόβατα που βέλαζαν κλεισμένα στα μαντριά και εθαύμαζαν όσους αψηφούσαν το κρύο και γύριζαν στους δρόμους κάνοντας επισκέψεις στα φιλικά σπίτια και τραγουδώντας. Τα κρασάκια και οι μεζέδες που τους κερνούσαν τους έδιδαν θερμότητα και κέφι.
Ευτυχώς και εκείνες είχαν αρκετές προμήθειες σε τρόφιμα και ξύλα. Ιδιοκτήτρια του δωματίου ήταν μια σμικτοφρύδα γεροντοκόρη που είχε μεταβάλει το σπίτι της σε καλογερικό κελί. Μύριζε παντού ασβέστης και λιβάνι. Φορούσε μαύρα χωρίς να πενθή και από το πρωί ως το βράδυ γύριζε στα έρημα εκκλησάκια και τα φρόντιζε.
Είχε και μιαν ανηψιά για συντροφιά που εξακολουθούσε να μένη μαζί της και μετά την εγκατάσταση της δασκάλας ύστερα από παράκλησή της. Το πατρικό σπίτι της ανηψιάς ήταν απέναντι και εκτός από τους γονείς της είχε δύο ακόμη αδελφές και έναν αδελφό αρραβωνιασμένο. Ένας ακόμη αδελφός υπηρετούσε στρατιώτης στο Ηράκλειο. Το σχολείο όπως είπα ήταν διτάξιο και ο δάσκαλος που υπηρετούσε σ’ αυτό, ένας σοφός γέροντας, έλεγε γελώντας: «Είμαστε η ανατολή και η δύση».
Παρηγορούσε την δασκάλα και της έλεγε ότι ο χειμώνας κοντεύει να περάση και θα ΄ρθη η άνοιξη και θα δη ομορφιές που ποτέ δεν θα ξεχάση. Θα κάνουν εκδρομές και θα συναντώνται με τους συναδέλφους των γύρω χωριών, όλων καλών και εξαιρετικών φίλων του. Κόντευαν οι Αποκρηές και το χωριό συχνά αντηχούσε από τα μουγκρητά των χοίρων, που έσφαζαν οι χωριανοί. Πυκνός καπνός ανέβαινε από τις καμινάδες, που άναβαν μέρακαι νύκτα.
Κάποια μέρα η ανηψιά είπε ότι γύρισε ο αδελφός της και έπιασε δουλειά στομπακάλικο του χωριού. Πήγαινε στην πόλη και έφερνε εμπορεύματα και παραγγελιές.
Σε κάποιο ταξίδι όμως είπε ότι του επετέθησαν κλέπτες και του πήραν τα λεπτά.Άλλοι το πίστεψαν και άλλοι όχι. Ύποπτη φάνηκε η απόκτηση πιστολιού που με το οποίο πυροβολούσε στα γλέντα, που έκανε διαρκώς με τους φίλους του. Βλέποντας όμως τηνδυσπιστία και την περιφρόνηση στα μάτια όλων επενόησε νέα επίθεση κλεπτών, οι οποίοι και τον ετραυμάτισαν στο πόδι. Όπως όμως απεκάλυψεν ο γιατρός στο νοσοκομείο πουπήγε, ο νεαρός είχεν αυτοτραυματισθή.
Η αδελφή του, η οποία μας μετέδιδε τα νέα, ήταν έξω φρενών με τα καμώματά του αυτά. Τα απέδιδε δε στον έρωτά του για μια συγχωριανή τους με το όνομα Μαρία. Αυτή όμως τον καιρό που ήταν στρατιώτης είχε συνδεθή μ’ ένα τριανταπεντάρη καλό νοικοκύρη, που αργότερα τον παντρεύτηκε.
Ήλθε η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω. Στήθηκε ο χορός σε κάποιο μεγάλο οντά(σάλα) του χωριού.
Ο νεαρός φόρεσε προβιές, κρέμασε λέρια (κουδούνια) στο λαιμό του και χόρευε ξέφρενα όλη την νύκτα. Παρά την μάσκα του όλοι τον ανεγνώρισαν και αγανακτούσαν για την συμπεριφορά του. Έπινε κρασί κατά κόρον, έλεγε πειρακτικές μαντινάδες και δεν άφηνε από τα μάτια του την Μαρία, που διαρκώς εχόρευε με τον αρραβωνιαστικό της, αδιαφορούσα για τις ματιές του. Ξημέρωσε και όλοι πήγαν για ύπνο. Το επόμενο βράδυ η πόρτα χτύπησε και ο νεαρός, ξεμέθυστος τώρα μα πικραμένος βαθειά, ζήτησε από την δασκάλα μελάνι και κονδυλοφόρο να γράψη ένα γράμμα στο Ηράκλειο. Εκείνη ανύποπτη του τα έδωσε.
Η τριήμερος αργία τελείωσε και το σχολείο άνοιξε πάλι. Στο διάλειμμα βγήκαν τα παιδιά στην αυλή, βγήκαν και οι δασκάλοι ν’ αναπνεύσουν καθαρόν αέρα, ύστερα από την κλεισούρα στην αίθουσα που δεν εθερμαίνετο και έπρεπε ν’ αερισθή. Όταν έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τα σπίτια που σκαρφάλωναν στην πλαγιά σαν πρόβατα στη βοσκή είδαν στο δώμα του σπιτιού της δασκάλας πολλές γυναίκες να ξεφωνίζουν και να χτυπούν τα χέρια στα γόνατά τους. Την ίδια στιγμή είδαν τον γιατρό που ήταν στενός συγγενής της Μαρίας, να έρχεται και να ζητά να τηλεφωνήση στον Αστυνομία. Ο νεαρός είχε αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο κεφάλι. Η ερημιά που βασίλευε εκεί τον βοηθούσε.
Έτρεξε η δυστυχισμένη κοπέλλα όταν άκουσε τον πυροβολισμό και τον βρήκε νεκρό.
Έτρεξαν και οι δασκάλοι και άφωνοι και με φρίκη είδαν τον μεγάλο αδελφό ν’ ανοίγη τις παλάμες του και να φασκελώνη τον λιποτάκτη της ζωής, τον ανάξιο αγωνιστή, τον δειλό που ντρόπιαζε την Κρήτη. Στο χέρι του νεκρού ήταν δεμένη μια επιστολή που ο Σταθμάρχης έλυσε και πήρε. Η τραγική είδηση διαδόθηκε σ’ όλη την επαρχία, έφθασε και στο Ρέθυμνο.
Ο γιατρός και οι συγγενείς της Μαρίας παρεκάλεσαν τον Σταθμάρχη να μην παρουσιάση την επιστολή για να μην εκτεθή το κορίτσι τους, αδιαφορώντας, ίσως και βοηθώντας να ενοχοποιηθή ένα άλλο αθώο κορίτσι που, ούτε κατά φαντασίαν μπορούσε να συλλάβη την πλεκτάνη αυτή. Ό,τι θυμόταν ήταν ένας άνθρωπος ντυμένος αρκούδα να χορεύη και ν’ ασχημονή.
Ο μακαρίτης Ν. Ανδρουλιδάκης τηλεφώνησε στον δάσκαλο για να γράψη το σχετικό ρεπορτάζ στην εφημερίδα του. Αγανακτισμένος ο δάσκαλος είπε όλη την αλήθεια και για την εξαφάνιση της επιστολής. Με την σειρά του αγανάκτησε και ο δημοσιογράφος, αποτάθηκε όπου έπρεπε και την επομένη εδημοσίευσε την επιστολή στην πρώτη σελίδα και εξέθεσε τα γεγονότα όπως έγιναν.
Η επιστολή άρχιζε με την επίκληση: «Αγαπημένη μου Μαρία». Ακολουθούσαν πικρά παράπονα γιατί τον εγκατέλειψε, της υπενθύμιζε τους όρκους της και τελείωνε με τη δήλωση ότι είναι αυτή υπεύθυνη για το φευγιό του απ’ αυτό τον ψεύτη κόσμο.
Ημερομηνία και υπογραφή.
Σ’ όλο αυτό το διάστημα και ενώ οι ψίθυροι φούντωναν και οργίαζαν η δασκάλα ανύποπτη προσπαθούσε να παρηγορήση την άτυχη οικογένεια που βέβαια δεν συνεμερίζετο τη φοβερή κατηγορία ότι από απελπισμένο έρωτα γι’ αυτήν αυτοκτόνησε το παλληκάρι της.
Ο δάσκαλος το ίδιος τους παρηγορούσε αλλά και ανησυχούσε για την δασκάλα και η αδημονία και η στενοχώρια του της είχε κάνει εντύπωση και δεν μπορούσε να την εξηγήση. Πολύ αργότερα κατάλαβε και εξετίμησε την στάση του.
Εξετίμησε όμως πιο πολύ τον ευσυνείδητο δημοσιογράφο και ερευνητή της αλήθειας, που βοήθησε να μην σπιλωθή για όλη της την ζωή άδικα και αναπάντεχα.
Ένοιωσε βαθειά ευγνωμοσύνη αλλά από κοινωνική δειλία και σεβασμό δεν τη φανέρωσε ποτέ. Ο δάσκαλος όμως όσο ζούσε επαναλάμβανε την ιστορία και ετελείωνε την αφήγησή του με την φράση: «Είναι τρομεροί οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει μια δασκάλα».
Για τον Ν. Ανδρουλιδάκη έλεγε: «Ήταν ο ανιδιοτελής δικηγόρος σε μια δίκη που δεν έγινε ποτέ και ούτε θα γίνη». Ίσως γίνη τώρα εκεί ψηλά. Ο Θεός ας του ανταποδώση το καλό που έκανε.
Γιατί όχι; Αυτές οι πράξεις πάντα παίρνουν τα εύσημα που αξίζουν όσος χρόνος κι αν περάσει».
Μια γενναία δασκάλα
Φυσικά η δασκάλα που έγραψε ιστορία με τη γενναιότητά της ήταν η Ερωφιλη Παπαδάκη που γεννήθηκε στο Άνω Μέρος και ήταν κόρη του Αντώνη Μαυρογιαννάκη και της Ευγενίας Παυλάκη.
Μια Τρίτη 29 Ιουνίου 1942 η ζωή στο Σπήλι είχε ξεκινήσει κάτω από τις ίδιες συνθήκες της σκλαβιάς όπως κάθε μέρα.
Κατά τις 10 το πρωί ένα άγημα Γερμανών αστυνομικών με επικεφαλής τον φρικτό εκείνο «Γιαννάκη» και μερικούς στρατιώτες περικύκλωσαν το Σπήλι με σκοπό να πάρουν άνδρες και γυναίκες για αγγαρεία στα έργα που γίνονταν στο Τυμπάκι. Οι Γερμανοί βιάζονταν να τελειώσουν να τελειώσουν το αεροδρόμιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για την προσγείωση των γερμανικών αεροπλάνων, που θα επιχειρούσαν την κατάληψη ολόκληρης της Αφρικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί ευρίσκονταν τότε στο ζενίθ της δόξας τους έξω από την Αλεξάνδρεια.
Οι Σπηλιανοί αντιλαμβανόμενοι την παρουσία των Γερμανών έσπευσαν όσοι πρόλαβαν να εξαφανιστούν. Η Ερωφίλη, που ήταν μόνη της, προσπαθούσε να βάλει μέσα στο σπίτι τον 2χρονο γιο της Νίκο, φωνάζοντας παράλληλα λόγια καθησυχαστικά στην κόρη της Ευγενία που παρακολουθούσε το θέαμα των Γερμανών κατατρομαγμένη.
Ο Γερμανός αστυνόμος «Γιαννάκης» που «είχε από καιρό στο στομάχι» την αγέρωχη πάντα δασκάλα γιατί σε κάθε ευκαιρία έδειχνε την περιφρόνησή της στον κατακτητή, πήρε αμέσως τον αντιπρόεδρο της κοινότητος Κωνσταντίνο Τζανακάκη και τον αστυνομικό σταθμάρχη του χωρίου και κατευθύνθηκε στο σπίτι της Ερωφίλης κραδαίνοντας απειλητικά ένα ραβδί.
Μόλις βρέθηκε μπροστά της, με την απειλή του ξύλου τη διέταξε άγρια να τους ακολουθήσει. Εκείνη ατάραχη αρνήθηκε. Και συνέχιζε να επαναλαμβάνει την άρνησή της ενώ ο Γερμανός «άφριζε» από το κακό του. Ο διαπληκτισμός μεταξύ Ερωφίλης και Γερμανού πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και τότε η δασκάλα χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες αρπάζει τον αξιωματικό από τον λαιμό και με το άλλο χέρι του ξηλώνει το «πέταλο» που κρεμόταν από μια μικρή αλυσίδα και το πετάει μακριά. Κι ενώ εκείνος κοιτούσε αποσβολωμένος αρχίζει να τον κτυπά πρώτα με χαστούκια κι έπειτα με το ξύλο που του άρπαξε ρίχνοντάς τον στο έδαφος «Παλιόσκυλο» επαναλάμβανε χωρίς να σταματήσει να τον χτυπά εκσφενδονίζοντας και το κράνος του τρία μέτρα μακριά. Εκείνη την ώρα η ηρωική δασκάλα έπαιρνε την εκδίκησή της για τα όσα περνούσε ο τόπος από τον δυνάστη. Κι έπειτα παίρνοντας τα παιδιά της τράπηκε σε φυγή. Πέρασε μεγάλες κακουχίες μέχρι να ξεφύγει από τη μοίρα κάθε αντιστασιακού.
Οι Σπηλιανοί ποτέ δεν ξέχασαν την ηρωική δασκάλα. Ο επιθεωρητής μάλιστα Ιωάννης Ευαγγελίδης ένας εξαιρετικός άνθρωπος και μεγάλος πατριώτης, από τα θύματα του τοπικού εμφυλίου δεν έπαυσε να την τιμά και να την αναφέρει ως πρότυπο αγνού πατριωτισμού.
Η Ερωφίλη πέθανε στις 4 Μαρτίου 1995. Μέχρι την τελευταία της στιγμή είχε τη στοργή και την αγάπη των τριών παιδιών της, οκτώ εγγονών και τεσσάρων δισέγγονων.
Για τους δασκάλους μας και γενικά για την ιστορία της εκπαίδευσης στο Ρέθυμνο έχουμε τη μνημειώδη εργασία του καταξιωμένου μας ερευνητή και συγγραφέα κ. Χάρη Στρατιδάκη αλλά και εργασίες του επίσης φιλόπονου ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα κ. Λευτέρη Κρυοβρυσανάκη. Σημαντικά και τα άρθρα γύρω από την εκπαίδευση του Ανδρέα Σταρουλάκη και του Ιωάννη Αλεξανδράκη. Έχουν όμως και οι μικρές ιστορίες με πρωταγωνιστές δασκάλους τη χάρη τους γι΄ αυτό και παραθέσαμε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές. Μια αναφορά καρδιάς γι΄ αυτούς τους εκπαιδευτικούς που άφησαν εποχή.










