25 περιστατικά και 1.050 μετανάστες φέτος στο Ρέθυμνο
Η Δυτική Κρήτη έχει υποδεχθεί το 67% του συνόλου των μεταναστευτικών ροών από τον Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι και σήμερα
Περισσότεροι από 37.000 μετανάστες έχουν αποβιβαστεί στην Κρήτη τα τελευταία τέσσερα χρόνια, με το νησί να έχει καταστεί ανεπίσημα κεντρική πύλη εισόδου για όλη την Ελλάδα, σηκώνοντας σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος της διαχείρισης των ροών. Ιδιαίτερα η Δυτική Κρήτη, δηλαδή τα Χανιά και το Ρέθυμνο είναι οι περιοχές που έχουν επωμιστεί τις μεγαλύτερες ευθύνες, υποδεχόμενες σχεδόν το 67% του συνόλου των μεταναστευτικών ροών. Στη σημερινή κατάσταση, μέχρι το τέλος του Ιουλίου του 2026, οι μετανάστες που έφτασαν στις ακτές της Κρήτης ήταν 10.250, μειωμένοι δηλαδή κατά 750 σε σχέση με το περασμένο έτος, όταν και ανήλθαν στους 11.000. Πρόκειται για μία ισχνή μείωση της τάξης του 8%, που αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι ο περασμένος Ιούλιος με τους ισχυρούς ανέμους του, ήταν αποτρεπτικός για τη διάσχιση της Μεσογείου, ενώ δεν αποκλείεται το φαινόμενο να είναι και συγκυριακό. Χαρακτηριστικό είναι ότι το περσινό καλοκαίρι, το Ρέθυμνο κλήθηκε να διαχειριστεί περισσότερους από 1.000 μετανάστες μέσα σε λίγες ημέρες, όντας πλήρως απροετοίμαστο για τέτοιου είδους μεγέθη, ενώ ο φετινός Ιούλιος δεν εμφάνισε καν κάποιο περιστατικό μέχρι τις πρώτες 10 ημέρες του μήνα. Αντίθετα, μέσα στο 2026 το Ρέθυμνο έχει υποδεχθεί συνολικά 1.050 μετανάστες και οι λιμενικές αρχές έχουν διαχειριστεί 25 περιστατικά, επομένως η διαφορά είναι αισθητή. Παρά το γεγονός ότι οι αριθμοί των εισερχόμενων μεταναστών είναι πάνω κάτω οι ίδιοι σε σχέση με πέρυσι, η διαχείριση του μεταναστευτικού είναι ευκολότερη και η επιβάρυνση των λιμενικών αρχών και των τοπικών κοινωνιών μικρότερη. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι τα χαρακτηριστικά των ροών είναι πλέον διαφορετικά, δηλαδή συχνότερα και περισσότερα, αλλά ταυτόχρονα αρκετά μικρότερα σε μεγέθη, και αφετέρου στο ότι οι ροές έχουν απλωθεί σε όλο το νησί. Μάλιστα, όπως επιβεβαιώνουν τα στοιχεία, οι μετανάστες κατευθύνονται φέτος ελαφρώς συχνότερα προς την Ανατολική Κρήτη, το Ηράκλειο και την Ιεράπετρα, εξισορροπώντας ουσιαστικά την κατάσταση, στην οποία τον πρώτο λόγο είχε πάντα η Δυτική Κρήτη.
«Το 80-85% των μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα κατευθύνονται πλέον στην Κρήτη»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Βασίλης Κατσικανδαράκης, Ένωσης Προσωπικού Λιμενικού Δ. Κρήτης, την τελευταία εβδομάδα καταγράφεται μία μεγαλύτερη κινητοποίηση, με τέσσερα περιστατικά, ωστόσο ο Ιούλιος ήταν αισθητά πεσμένος σε σχέση με πέρυσι. Παρόλ’ αυτά, το πρώτο εξάμηνο του έτους υπήρξε αύξηση στις ροές κατά 20%, εικόνα που αντιστράφηκε τις τελευταίες 40 ημέρες. «Σε αριθμό περιστατικών πέρυσι τον Ιούλιο είχαμε περίπου 185 περιστατικά, ενώ φέτος μέχρι τέλος Ιουλίου έχουμε 227 περιστατικά, δηλαδή βλέπουμε μία αύξηση αριθμού περιστατικών. Ποσοτικά δηλαδή είμαστε γύρω στο 45% συν φέτος, αλλά οι άνθρωποι που μεταφέρουν είναι σαφώς λιγότεροι και δεν έχουμε τις εκατοντάδες μαζεμένες που είχαμε πέρυσι. Το μοτίβο που ακολουθείται από το 2023 είναι ότι ο καιρός ρυθμίζει τις ροές μέχρι στιγμής. Όταν υπάρχουν καλές καιρικές συνθήκες, οι προσπάθειες να προσεγγίσουν τα Νότια παράλιά μας μαζικά βάρκες πληθαίνουν. Πλέον δεν έχουμε μεγάλες καραβιές». Μάλιστα ο κ. Κατσικανδαράκης έθεσε το χαρακτηριστικό παράδειγμα του Δεκεμβρίου του 2025, διάστημα κατά το οποίο, παρότι χειμερινό, καταγράφηκαν 53 περιστατικά, λόγω καλών καιρικών συνθηκών. «Τον Ιανουάριο του 2026 είχαμε επτά περιστατικά και τον Φεβρουάριο πέντε περιστατικά, δηλαδή είχαμε απότομη μείωση. Μετά τον Μάρτιο πήγαμε στα 35, τον Απρίλιο στα 21, τον Μάιο στα 57 και τον Ιούνιο στα 72. Τον Ιούνιο είχαμε 72 περιστατικά και σε όλη την χώρα είχαμε 77. Επομένως το μεταναστευτικό είναι αποκλειστικά στην Κρήτη πλέον. Το 80-85% των μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα κατευθύνονται πλέον στην Κρήτη», σημείωσε ο κ. Κατσικανδαράκης, συμπληρώνοντας επίσης: «Για το 2025 βλέπουμε να πρωταγωνιστεί περισσότερο η Ανατολική μεριά του νησιού έναντι της Δυτικής. Σε σύνολο 10.250 μεταναστών το 2026, το 57% έχει πάει στην Ανατολική Κρήτη και το 43% έχει πάει στην Δυτική Κρήτη. Βέβαια, το 2025, είχαμε 67% η Δυτική Κρήτη και 33% η Ανατολική. Μέσα σε έξι μήνες είδαμε αυτήν την διαφοροποίηση. Στο γενικό σύνολο, αν το υπολογίσουμε από τον Σεπτέμβρη του 2023 μέχρι και τον Ιούλιο του 2026 και σε έναν αριθμό περίπου 37.000 μεταναστών που έχουν έρθει, με πάνω από 700 περιστατικά, πάλι παραμένει η Δυτική Κρήτη η πρωταγωνίστρια, το 61% του γενικού συνόλου πάει Χανιά και Ρέθυμνο».
Ίδια νούμερα – Καλύτερη κατανομή
Αναλύοντας τους παράγοντες στους οποίους αποδίδεται αυτή η μετατόπιση, ο κ. Κατσικανδαράκης διευκρίνισε ότι αυτοί δεν είναι συγκεκριμένοι, ενδέχεται να οφείλεται στη διαθεσιμότητα των σκαφών ή σε επιλογή μικρότερων βαρκών, πιο δύσκολα εντοπίσιμων. «Μπορεί και να μην υπάρχουν πολλά διαθέσιμα αλιευτικά σκάφη. Ίσως η διαχείριση και από πλευράς διακινητών να είναι πιο εύκολη. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που έχει βοηθήσει είναι η ενεργοποίηση της κεντρικής εξουσίας μέσα στο 2026 και έχει πιάσει το νήμα με τις Λιβυκές αρχές. Έχει μπει στο τραπέζι ότι υπάρχει και από τη Λιβυκή αρχή έστω μία προσπάθεια ελέγχου, αν και αυτοί έχουν τεράστιο πρόβλημα, γιατί δεν μπορούν να ελέγξουν όλα τα βόρειά τους παράλια. Επειδή το Μπρούκλιν είναι το σημείο αναφοράς τους και ίσως υπάρχει κάποιος έλεγχος από τις Λιβυκές αρχές, μπορεί να φεύγουν πλέον και από πιο ανατολικά. Βλέπουμε φέτος ότι κατευθύνονται πολύ προς την Ιεράπετρα ή προς το Ηράκλειο, επειδή γνωρίζουν ότι η περιοχή της Δυτικής Κρήτης έχει θαλάσσια επιτήρηση και ένα πιο αυστηρό πλαίσιο». Αναφορικά με την αυστηροποίηση στις διαδικασίες ασύλου, ο κ. Κατσικανδαράκης επεσήμανε ότι είναι μεν ένα ανάχωμα, αλλά όχι επαρκές. «Είμαστε σχεδόν στα ίδια νούμερα με πέρυσι, με μεγάλες προσπάθειες. Αν δεν υπήρχε αυτή η συνεργασία με τις Λιβυκές αρχές θα είχαμε ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα με πέρυσι. Έχει απλώσει το μεταναστευτικό σε όλους τους νομούς, επομένως τα Χανιά και το Ρέθυμνο δεν σηκώνουν πλέον το βάρος που ήταν πέρυσι. Άρα υπάρχει καλύτερη κατανομή», συμπλήρωσε.
«Τώρα αυτήν την στιγμή η Αγυιά δεν θυμίζει σε τίποτα το περσινό «χάλι»
Τέλος, πάγιο αίτημα των Λιμενικών είναι η ενίσχυση σε έμψυχο δυναμικό και σε πλωτά μέσα, αλλά και ο συνολικός ανασχεδιασμός των υπηρεσιών του νησιού, με επίκεντρο το μεταναστευτικό. «Έχουμε δει την πολιτεία πώς έχει λειτουργήσει στο Ανατολικό Αιγαίο, όπου αν μία υπηρεσία είχε 10 εργαζόμενους, έγιναν 30. Αυξήθηκαν δηλαδή οι οργανικές θέσεις στις υπηρεσίες αυτές λόγω του βάρους του μεταναστευτικού και δείχνοντάς τους ότι είμαστε πάνω στο πρόβλημά σας και το αναγνωρίζουμε. Εδώ δεν έχει γίνει το παραμικρό. Χρειάζεται οπωσδήποτε μία αναδιοργάνωση και ένας ανασχεδιασμός για όλες τις υπηρεσίες της Κρήτης, με γνώμονα το βάρος του μεταναστευτικού που έχει πέσει στην Κρήτη. Δεδομένων των στατιστικών των τελευταίων τριών ετών, η Κρήτη έχει καταστεί πρώτη πύλη εισόδου στην Ελλάδα και ανάλογα πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι λιμενικές υπηρεσίες, πρέπει να ενισχυθούν με τον ανάλογα αριθμό, με τα ανάλογα πλωτά μέσα», ανέφερε ο κ. Κατσικανδαράκης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι τουλάχιστον η κατάσταση σε σχέση με πέρυσι έχει βελτιωθεί. «Τώρα αυτήν την στιγμή η Αγυιά δεν θυμίζει σε τίποτα το περσινό χάλι που είχαμε. Έχουν γίνει κάποιες σημαντικές παρεμβάσεις, αλλά μας έχουν βοηθήσει και οι ροές. Είχαμε διαμαρτυρηθεί πολύ έντονα πέρυσι, για τις κακές συνθήκες εργασίας, υγιεινής, με πάνω από 1.000 άτομα εγκλωβισμένα στην Αγυιά με τον νόμο Πλεύρη. Τουλάχιστον είναι θετικό ότι αυτά τα έχουμε ξεπεράσει και έπαιξε σημαντικό ρόλο τότε η δική μας παράσταση διαμαρτυρίας, αλλά και οι μετέπειτα επαφές με θεσμικούς φορείς», τόνισε.
Ο ρόλος του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου
Παράλληλα, από τις 12 Ιουνίου έχει τεθεί σε πλήρη εφαρμογή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, το οποίο εισάγει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη διαχείριση της μετανάστευσης, την εξέταση αιτημάτων ασύλου, την προστασία των εξωτερικών συνόρων και την ενίσχυση των επιστροφών. Πρόκειται για έναν νέο τρόπο λειτουργίας, ο οποίος ουσιαστικά αυστηροποιεί την όλη διαδικασία και επιχειρεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην υποδοχή μεταναστών, πόσω μάλλον στην έκδοση ασύλου.
Στην Ελλάδα, το νομοθετικό πλαίσιο για την ενσωμάτωση των προβλέψεων του Συμφώνου εγκρίθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής στις 9 Ιουνίου, σηματοδοτώντας την προσαρμογή της χώρας στις νέες ευρωπαϊκές διαδικασίες για τον έλεγχο των συνόρων, την εξέταση αιτημάτων ασύλου και τις επιστροφές μεταναστών. Η ελληνική νομοθεσία που ενσωματώνει το νέο Σύμφωνο στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες: Την εφαρμογή υποχρεωτικών διαδικασιών προελέγχου (screening) στα εξωτερικά σύνορα με αξιοποίηση του αναβαθμισμένου συστήματος Eurodac, την επιτάχυνση της εξέτασης των αιτημάτων ασύλου μέσω αυστηρότερων χρονοδιαγραμμάτων και συνοριακών διαδικασιών, την ενίσχυση του πλαισίου επιστροφών για όσους δεν δικαιούνται διεθνή προστασία, και τη συνολική προσαρμογή της χώρας στο νέο ευρωπαϊκό μοντέλο διαχείρισης της μετανάστευσης, με έμφαση στην προστασία των συνόρων και τη στενότερη συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Ιδιαίτερη θέση στο νέο πλαίσιο κατέχει η συζήτηση για τη δημιουργία των λεγόμενων «return hubs», κέντρων επιστροφής σε τρίτες χώρες εκτός Ε.Ε. για πρόσωπα των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί τελεσίδικα.











