Καθώς τα νέα από το μικρασιατικό μέτωπο γίνονται ολοένα και πιο δυσοίωνα για τον ελληνικό στρατό και η προοπτική μιας νικηφόρας έκβασης της εκστρατείας απομακρύνεται, η πολιτική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει. Η αποτυχία της μεγάλης θερινής επίθεσης του 1921 και η αδυναμία διάσπασης της κεμαλικής άμυνας στον Σαγγάριο είχαν οδηγήσει την ελληνική στρατιά σε ένα παρατεταμένο στρατιωτικό αδιέξοδο. Το μέτωπο εκτεινόταν σε εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα στη μικρασιατική ενδοχώρα, ενώ η διατήρησή του απαιτούσε ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους που ξεπερνούσαν πλέον τις πραγματικές δυνατότητες του ελληνικού κράτους.
Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον γινόταν ολοένα και πιο δυσμενές. Η επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου στον θρόνο μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 είχε προκαλέσει σοβαρή δυσφορία σε κύκλους των Συμμάχων, ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να αναζητούν τρόπους συνεννόησης με το εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ. Η Ελλάδα βρισκόταν πλέον πολύ πιο απομονωμένη διπλωματικά απ’ ό,τι κατά την περίοδο της βενιζελικής διακυβέρνησης, ενώ η εξωτερική οικονομική στήριξη που ανέμενε η κυβέρνηση δεν υλοποιούνταν στον βαθμό που είχε υπολογιστεί.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και ανησυχίας, αναπτύσσονται στην Ελλάδα εστίες πολιτικού προβληματισμού και αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Στην πρωθυπουργία βρίσκεται από τον Μάρτιο του 1921 ο Δημήτριος Γούναρης, ο σημαντικότερος πολιτικός εκπρόσωπος του αντιβενιζελικού χώρου. Την ίδια περίοδο, η ομάδα των «Δημοκρατικών Φιλελευθέρων», με επικεφαλής τον άλλοτε βενιζελικό υπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου, επιχειρεί να εκφράσει δημόσια την αντίθεσή της τόσο στη συνέχιση της μικρασιατικής πολιτικής όσο και στη μοναρχική παλινόρθωση.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1922 δημοσιεύεται το περίφημο «Δημοκρατικό Μανιφέστο», ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα της περιόδου. Στο μανιφέστο ασκείται δριμεία κριτική στις φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που είχαν διαδεχθεί τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά τις εκλογές του 1920, ενώ παράλληλα αποδίδονται στον θεσμό της μοναρχίας σοβαρές ευθύνες για τη διεθνή απομόνωση της χώρας και για τα αδιέξοδα της μικρασιατικής εκστρατείας. Οι συντάκτες του υποστήριζαν ότι η επάνοδος του Κωνσταντίνου είχε διαταράξει τις σχέσεις της Ελλάδας με τις Μεγάλες Δυνάμεις και είχε συμβάλει αποφασιστικά στην επιδείνωση της εθνικής κατάστασης.
Η δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» προκάλεσε ισχυρό αντίκτυπο στην ελληνική κοινή γνώμη. Η κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα, θεωρώντας το κείμενο επικίνδυνο για το καθεστώς και επιζήμιο για την εθνική ενότητα σε μια περίοδο πολέμου. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και οι έξι συνεργάτες του παραπέμφθηκαν σε δίκη στη Λαμία, καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Ο ίδιος ο Παπαναστασίου, ως κύριος εμπνευστής του μανιφέστου, καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση. Οι καταδικασθέντες παρέμειναν στις φυλακές μέχρι την επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922 και την αναχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου από την Ελλάδα. Παράλληλα, οι διώξεις εναντίον βενιζελικών πολιτικών και δημοσιογράφων συνεχίζονταν, γεγονός που όξυνε ακόμη περισσότερο τον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος εξακολουθούσε να δηλητηριάζει την πολιτική ζωή της χώρας.
Την ίδια ώρα, η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται δραματικά από το κόστος της παρατεταμένης πολεμικής προσπάθειας. Η συντήρηση εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών στη Μικρά Ασία, οι ανάγκες εφοδιασμού του μετώπου και οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες απορροφούσαν τεράστια ποσά, την ώρα που τα δημόσια έσοδα παρέμεναν ανεπαρκή. Η κυβέρνηση Γούναρη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα, χωρίς δυνατότητα προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό ανάλογο εκείνου που είχε εξασφαλιστεί τα προηγούμενα χρόνια.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο υπουργός Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο οποίος διατηρεί το χαρτοφυλάκιο από τον Ιανουάριο του 1921 έως τον Μάιο του 1922, εισηγείται τη σύναψη εσωτερικού αναγκαστικού δανείου ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου δραχμών. Το μέτρο εφαρμόζεται τον Μάρτιο του 1922 με έναν πρωτότυπο αλλά επώδυνο τρόπο. Τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν κόβονται κυριολεκτικά στη μέση. Το ένα μισό εξακολουθεί να κυκλοφορεί ως νόμιμο χρήμα με τη μισή ονομαστική αξία του, ενώ το άλλο μισό ανταλλάσσεται με κρατικό τίτλο. Έτσι, ένα χαρτονόμισμα των πενήντα δραχμών μετατρεπόταν σε είκοσι πέντε δραχμές άμεσης αγοραστικής δύναμης, ενώ οι υπόλοιπες είκοσι πέντε μετατρέπονταν υποχρεωτικά σε δάνειο προς το κράτος. Παρά τα σημαντικά έσοδα που εξασφάλισε προσωρινά το μέτρο, δεν κατόρθωσε να αναστρέψει τη γενικότερη οικονομική επιδείνωση.
Η κυβερνητική φθορά γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Στις 3 Μαΐου 1922 ο Δημήτριος Γούναρης παραιτείται και σχηματίζεται βραχύβια κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Στράτο, η οποία διατηρείται μόλις έξι ημέρες. Στις 9 Μαΐου τον διαδέχεται ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο οποίος θα παραμείνει στην πρωθυπουργία έως τις 28 Αυγούστου 1922. Ωστόσο, οι κυβερνητικές μεταβολές δεν μπορούσαν πλέον να μεταβάλουν τη γενική πορεία των γεγονότων. Η οικονομική δυσπραγία, η κοινωνική κόπωση και η πολιτική αμφισβήτηση είχαν λάβει πλέον δομικό χαρακτήρα.
Στο μέτωπο της Μικράς Ασίας η κατάσταση ήταν εξίσου ανησυχητική. Ο ελληνικός στρατός παρέμενε καθηλωμένος σε εκτεταμένες αμυντικές γραμμές, ενώ οι κεμαλικές δυνάμεις ενισχύονταν συνεχώς, τόσο οργανωτικά όσο και υλικά. Η Σοβιετική Ρωσία παρείχε σημαντική βοήθεια στον Κεμάλ, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία είχαν ήδη αρχίσει να αποσύρουν τη στήριξή τους προς την ελληνική πλευρά. Οι στρατιωτικές και πολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονταν σταθερά υπέρ του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.
Τον Μάιο του 1922 ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά την απομάκρυνση του Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, αντικαθίσταται από τον στρατηγό Γεώργιο Χατζηανέστη. Η επιλογή αυτή προκάλεσε επιφυλάξεις ακόμη και σε στελέχη του στρατεύματος. Ο νέος αρχιστράτηγος ανέλαβε τη διοίκηση σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, όταν η ελληνική στρατιά είχε ήδη εξαντληθεί από τις συνεχείς επιχειρήσεις και την παρατεταμένη παραμονή στο μέτωπο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αναστάσιος Παπούλας, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, συγκαταλέχθηκε στους σημαντικότερους μάρτυρες κατηγορίας κατά τη διάρκεια της περίφημης «Δίκης των Έξι» το φθινόπωρο του 1922. Η κατάθεσή του υπήρξε ιδιαίτερα επιβαρυντική για τους κατηγορουμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες του αντιβενιζελικού χώρου και συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του κατηγορητηρίου.
Κατά τους τελευταίους μήνες πριν από την κατάρρευση του μετώπου, η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια σύνθετη εθνική κρίση. Το στρατιωτικό αδιέξοδο, η οικονομική εξάντληση, η διπλωματική απομόνωση και η αδιάκοπη πολιτική διαμάχη συνυπήρχαν και αλληλοτροφοδοτούνταν. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης, η χώρα πλησίαζε ταχύτατα σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της νεότερης ιστορίας της. Λίγες μόλις εβδομάδες αργότερα, η μεγάλη κεμαλική επίθεση του Αυγούστου 1922 θα οδηγούσε στην κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, στον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ιωνίας και στην οριστική λήξη της Μεγάλης Ιδέας ως πολιτικού οράματος του ελληνικού κράτους.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
1. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» , Εκδοτική Αθηνών, ΙΕ τόμος, Αθήνα, 2008.
2. R. Glogg, «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 2013 », εκδόσεις Κάτοπτρο, 2015, Αθήνα.
3. Τ. Βουρνάς, «Ιστορία της νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας 1821 – 1974», τόμος 2ος, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα, 2013.
* Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαχείρισης Πληροφοριακών συστημάτων









