Ο άνθρωπος κατά τα πρώτα στάδια της ζωής του, προκειμένου να συντηρηθεί, το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν απλά να συλλέξει τις τροφές και να τις καταναλώσει όπως τις έβρισκε. Τα πρώτα και εύκολα γι αυτόν γεύματα, αποτελούνταν από φρούτα, σπόρους, εδώδιμες ρίζες, μικρά θηλαστικά(πιθανότατα τρωκτικά), σαλιγκάρια και προνύμφες εντόμων.
Στην συνέχεια ενέταξε στην διατροφή του το κυνήγι και το ψάρεμα με τη χρήση εργαλείων όλο και πιο αποτελεσματικών από γενιά σε γενιά. Οι δύο αυτές ενέργειες είχαν σαν αποτέλεσμα να προσφέρουν στον άνθρωπο πιο πλούσια και πιο θρεπτικά γεύματα, τα οποία κατανάλωναν ωμά. Όμως για να υλοποιήσουν τα παραπάνω, έπρεπε να εφευρίσκουν νέα όπλα και εργαλεία.
Η βελτίωση των όπλων και εργαλείων είχε ως αποτέλεσμα να αποκτούν περισσότερα κυνήγια και ψάρια, τα οποία δεν προλάβαιναν να καταναλώνουν, με αποτέλεσμα να έχουν περισσεύματα, τα οποία δεν μπορούσαν να συντηρήσουν. Έπρεπε λοιπόν να βρίσκουν κάποιο τρόπο να τα συντηρήσουν. Ο μόνος τρόπος που γνώριζαν ήταν η αποξήρανση των τροφίμων στον αέρα και το ήλιο.
Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη των ανθρώπων ήταν η χρήση της φωτιάς, η οποία βρέθηκε από κάποιο τυχαίο γεγονός, όταν κάποιος τολμηρός άνθρωπος δοκίμασε τη γεύση ψημένου κρέατος και έτσι απορρίφθηκε η ωμοφαγία. Έτσι γενικεύθηκε η μαγειρική.
Κατά τα πρώτα χρόνια η εστία της φωτιάς που μαγείρευαν, ήταν στο κέντρο της σπηλιάς που διέμεναν οι άνθρωποι και έτσι προστατεύονταν από τα άγρια ζώα.
Στην αρχή τοποθετούσαν το κρέας απευθείας στην φωτιά, στην συνέχεια άρχισε να χρησιμοποιεί άλλα τεχνικά μέσα μεταξύ της φωτιάς και του τροφίμου, μάλιστα να προσθέτουν νέα υλικά μαγειρικής, δημιουργώντας έτσι τις πρώτες συνταγές. Εκτός από το απευθείας μαγείρεμα στη φωτιά, ανακαλύφθηκε το κάπνισμα, ο βρασμός, το ψήσιμο σε πρωτόγονους φούρνους και το τηγάνισμα.
Η διαφορά του χθες με το σήμερα, είναι η τεχνολογία που εφαρμόζεται στη μαγειρική.
Από την Μινωική εποχή μέχρι και ελληνιστικά χρόνια, πολύ λίγα πράγματα άλλαξαν όσον αφορά την μαγειρική τεχνοτροπία και τεχνολογία Από τόπο σε τόπο όμως και από εποχή σε εποχή, υπήρχαν κάποιες μικρές παραλλαγές, όσον αφορά την μαγειρική που εφάρμοζαν στην Αρχαία Ελλάδα.
Για παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί η Μινωική κουζίνα, είχε ως εστία στο κέντρο της οικίας, μια τετράπλευρη χαμηλή λιθόκτιστη εξέδρα, η οποία επαναλήφθηκε μετά από χιλιάδες χρόνια κατά την Ελληνιστική περίοδο, υπήρξαν επίσης παρόμοιες εστίες συχνά κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, πιθανόν για λόγους σταθερότητας των σκευών μαγειρικής.
Αυτό που άλλαξε ήταν η εστία της σπηλιάς, μεταλλάχθηκε στην εστία των οικιών, μετατρέποντας το χώρο που βρισκόταν σε κουζίνα, η οποία ήταν ξεχωριστό δωμάτιο για το μαγείρεμα του φαγητού. Ο καπνός από την κουζίνα διοχετεύετο μέσω καναλιών στον εξωτερικό υπαίθριο χώρο.
Στον ίδιο χώρο βρίσκονταν και τα σκεύη σερβιρίσματος του φαγητού και του ποτού, μαζί με τα μαγειρικά σκεύη (χύτρα, τσικάλια).
Στην περίπτωση που δεν υπήρχε ιδιαίτερος χώρος μαγειρικής χρησιμοποιούσαν φορητά μαγκάλια, τα οποία μπορούσαν να τοποθετηθούν παντού γι΄ αυτό τον σκοπό.
Σημειώνουμε στους χώρους μαγειρικής, βρίσκονταν μόνο γυναίκες ή και δούλοι του σπιτιού, που μαγείρευαν για όλα τα μέλη της οικίας, ακόμη και για φιλοξενούμενους, όταν διοργάνωναν γιορτές και συμπόσια.
Μαγειρικά σκεύη
Οι κουζίνες της αρχαιότητας δεν είχαν να ζηλέψουν σε μαγειρικό εξοπλισμό από τις αντίστοιχες σύγχρονες. Τα μαγειρικά σκεύη ήταν πολυποίκιλα σε σχήματα και ποικιλίες. Οι πρώτες ύλες που περίσσευαν αποθηκεύονταν μέσα σε πιθάρια και αμφορείς, ευρισκόμενα σε κατάλληλο χώρο με χαμηλή θερμοκρασία μακριά από εστίες φωτιάς και με κατάλληλο προσανατολισμό χώρου. Συγκεκριμένα οι αμφορείς με τον οίνο και κάποια ευαίσθητα τρόφιμα, θάβονταν μέχρι το λαιμό κάνοντας χρήση της σταθερής θερμοκρασίας του εδάφους εξασφαλίζοντας καλύτερες συνθήκες των προϊόντων που περιείχαν.
Το πιο γνωστό μέσο μαγειρικής όλης της αρχαιότητας, που χρησιμοποιούσαν ήταν η πήλινη τριπόδικη χύτρα. Αργότερα ανακαλύφθηκαν και η μεταλλική τριπόδικη χύτρα, την οποία χρησιμοποιούσαν οι προνομιούχοι, λόγω κόστους υλικού και κατασκευής Σε αυτές τις χύτρες, τοποθετημένες στις εστίες φωτιάς, διενεργείτο ο βρασμός των τροφών, που ήταν από τις πιο συχνές μαγειρικές μεθόδους επεξεργασίας των, συνήθως το φθινόπωρο και το χειμώνα. Από τα ευρεθέντα κατάλοιπα τροφών στα μαγειρικά σκεύη, προκύπτει πέραν από κάθε αμφιβολία, το ελαιόλαδο ήταν παρόν σε όλα τα μαγειρευτά φαγητά, ακόμη και κολοκύθα και άλλα φυλλώδη λαχανικά, σε συνδυασμό με διάφορα μπαχαρικά και αρωματικά φυτά, όπως σουσάμι, κύμινο, κάρδαμο, κόλιανδρο, σέλινο, κρεμμύδι, κάπαρη, άνηθο, ρίγανη, μάραθο, δυόσμο.
Εκτός του βρασμού των τροφών, ακολουθείτο και το ψήσιμο του κρέατος απευθείας στην φωτιά. Τα ψητά κρέατα, ήταν είτε σε κομμάτια, είτε ολόκληρα σουβλιστά ζώα, όπως και σήμερα.
Έτσι λοιπόν είχαμε τα βραστά και τα ψητά φαγητά.
Πηγές -Σχετική Βιβλιογραφία






