Υπήρχαν κι εξαιρέσεις ανάμεσα στους αδίστακτους κατακτητές
Είναι αμέτρητες οι θηριωδίες των ναζί στη διάρκεια που κρατούσαν σκλαβωμένο το νησί μας. Αλίμονο αν έδειχνε έλεος κάποιος στρατιώτης. Οι πωρωμένοι από το ναζιστικό «ιδεώδες» ανώτεροί του έδειχναν σ’ αυτόν τις συνέπειες και της παραμικρής αστοχίας.
Για παράδειγμα θα αναφέρουμε την περίπτωση στρατιώτη που με το θράσος του κατακτητή μπήκε σ’ ένα σπίτι στον Πρινέ Μυλοποτάμου και απαίτησε από την νοικοκυρά να του τηγανίσει …κρεμμύδια.
Όση ώρα η γυναίκα ετοίμαζε την «παραγγελιά», εκείνος κρεμόταν από κάθε της κίνηση, σημάδι της πείνας που τον βασάνιζε. Επιτέλους ο πεινασμένος Γερμανός βρέθηκε μπροστά σε ένα αχνιστό πιάτο με τον μεζέ που προκαλούσε τον ουρανίσκο του.
Έφαγε λαίμαργα και μετά χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Αναγκάστηκε όμως να ξαναγυρίσει ξαναμμένος γιατί στα μισά του δρόμου επιστροφής, αντιλήφθηκε ότι είχε ξεχάσει το πιστόλι του που είχε ακουμπήσει στο κάθισμα δίπλα στο τραπέζι.
Και πάνω που το βρήκε ήρθε η «κεραμίδα». Ο διοικητής του που είχε στο μεταξύ πληροφορηθεί τα συμβάντα έκανε στον στρατιώτη αξέχαστη την αφηρημάδα του αυτή.
Τον έβαλε αμέτρητες φορές ν’ ανέβει με τα γόνατα ένα πετρώδες ανηφόρι, φορτωμένος με όλο του τον εξοπλισμό.
Με αφόρητους πόνους για μέρες ο στρατιώτης έδωσε στους άλλους ζωντανό παράδειγμα πως δεν υπάρχει έλεος για το παραμικρό παράπτωμα.
Δεν ήταν όμως όλοι οι Γερμανοί αξιωματικοί το ίδιο. Ιδιαίτερα εκείνοι που είχαν αποκτήσει κλασική παιδεία και είχαν διαποτιστεί πνευματικά με το νάμα του αρχαιοελληνικού πνεύματος.
Ένας από αυτούς ήταν ο ταγματάρχης Φουξ, διοικητής των Γερμανικών Δυνάμεων που είχαν έδρα την Πηγή.
Γνώριζε πολύ καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα και την ιστορία μας.

Μια απροσδόκητη επίσκεψη
Λίγο καιρό μετά τα φρικτά αντίποινα στο δυτικό Ρέθυμνο, για τη συμμετοχή των κατοίκων στη Μάχη της Κρήτης, έντρομοι οι μοναχοί του Αρκαδίου είδαν ένα πρωινό να καταφθάνει στο μοναστήρι ο Φουξ.
Δεν είχε την έπαρση του κατακτητή αλλά το σεβασμό ενός προσκυνητή. Μόνος του έκανε το γύρο της μονής, δείχνοντας σαν να αναπολεί γεγονότα. Ιδιαίτερα μπροστά στη μπαρουταποθήκη στάθηκε σε στάση προσοχής χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο.
Οι μοναχοί στο μεταξύ τηρώντας τις παραδόσεις είχαν ετοιμάσει αβραμιαία φιλοξενία. Μια συνήθεια που δεν εξαιρούσε ούτε τους εχθρούς.
Κι όταν ο ταγματάρχης κατευθύνθηκε σιωπηλός πάντα στην έξοδο, τον σταμάτησαν και του πρότειναν να περάσει στην τράπεζα. Εκείνος τους ακολούθησε και λίγο αργότερα έδειχνε να απολαμβάνει με την καρδιά του την περιποίηση των μοναχών. Πριν φύγει ευχαρίστησε με ειλικρινή θέρμη τους μοναχούς και κατέθεσε το σεβασμό του στο ιστορικό παρελθόν της μονής.
Μόνο τότε κατάλαβαν οι μοναχοί το σκοπό της απροσδόκητου μουσαφίρη τους. Ο Γερμανός ήθελε να προσκυνήσει έναν βωμό ελευθερίας που σέβεται ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Έφυγε ο Φουξ καταγοητευμένος και σε λίγο ξεχάστηκε η επίσκεψη.
Θανάσιμη απειλή
Στο μεταξύ συσσωρεύτηκαν πολλά σύννεφα απειλής πάνω από το μοναστήρι, που είχε γίνει άντρο αγωνιστών με τον Διονύσιο Ψαρουδάκη να πρωτοστατεί στον αγώνα μαζί με τους επίσης Ιερομόναχους, Τίτο Μαρκίδη και Θεοφύλακτο Τσιουδάκη.
Και στις 29 Ιανουαρίου 1942, οι φόβοι επαληθεύτηκαν. Γερμανικό απόσπασμα έκανε αιφνιδιαστικά έφοδο στο μοναστήρι που εκείνες τις μέρες φιλοξενούσε τον Νικόλαο Ασκούτση. Οι Γερμανοί βρήκαν τον Ρεθεμνιώτη πολιτικό στο κρεβάτι του, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στη φυλακή με την κατηγορία ότι έκανε οργάνωση για να ενισχύσει οικονομικά τους Άγγλους, ήταν σ’ επαφή με την υπηρεσία της Αγγλικής προπαγάνδας και μιλώντας στο Γερακάρι είχε καταφερθεί εναντίον του Τσολάκογλου.
Κατηγορίες όμως που αποδυνάμωσε με γερά επιχειρήματα ο ευφυέστατος πολιτικός.
Όπως τους είπε είχε έρθει στην Κρήτη πριν από τη θρυλική μάχη, δεν είχε κανένα συγγενή στο χωριό του Πηγή, γι’ αυτό δεχόταν τη φιλοξενία των μοναχών στο Αρκάδι, με τους οποίους τον συνέδεε φιλία χρόνων και εκτός από ανάπηρος ήταν και μεγάλης ηλικίας, ώστε δεν θα μπορούσε να επιδοθεί στις αντιστασιακές δράσεις που του καταλόγιζαν. Δήλωσε μάλιστα αντίθετος με την πολιτική των Άγγλων που επανέφεραν το βασιλιά και δημιούργησαν τη δικτατορία Μεταξά στην οποία στάθηκε ενάντιος ως παλιός Φιλελεύθερος. Είχε μάλιστα αρνηθεί κάθε συμπαράσταση στην Κυβέρνηση Τσουδερού ακριβώς επειδή έμενε πιστός στις πολιτικές του επιλογές.
Έτσι οι κατακτητές περιορίστηκαν να τον εξορίσουν στην Αθήνα, αφού δεν είχαν στοιχεία για να τον στείλουν στο δικαστήριο και σίγουρα στο απόσπασμα.
Η σύλληψη όμως του Ασκούτση έθεσε σε μεγάλο κίνδυνο το μοναστήρι και τους μοναχούς.

Όταν η παιδεία σώζει
Τα πράγματα θα ήταν για όλους χειρότερα αν έλειπε ο Γερμανός ταγματάρχης.
Μετά τη σύλληψη του πολιτικού ο Φουξ ζήτησε ο ίδιος να ερευνήσει το μοναστήρι επιλέγοντας για οδηγό μόνο τον Τίτο Μαρκίδη που είχε γνωρίσει κατά την πρώτη του εκείνη επίσκεψη. Σε κανέναν άλλο δεν επέτρεψε να ακολουθήσει.
Όπως θα διηγηθεί αργότερα ο Μαρκίδης στον Διονύσιο, κανένας δεν θα πίστευε έχοντας βιώσει όλη τη ναζιστική θηριωδία στα αντίποινα, πως θα βρισκόταν Γερμανός αξιωματικός, να εντοπίζει οπλισμό σε κελιά και να προσπαθεί με την άκρη της ράβδου που κρατούσε να τα σπρώξει, ώστε να μη φαίνονται. Να κοιτάζει μετά γύρω του στους τοίχους και να φεύγει για το επόμενο κελί σαν να μην είδε τίποτα. Ο μοναχός έβλεπε και δεν πίστευε στα μάτια του. Μια σκέψη τον έκανε να περάσει αφάνταστες στιγμές αγωνίας.
Ο Γερμανός μάλλον πως δεν αντιδρούσε, περιμένοντας να εντοπίσει και άλλα όπλα και με την ολοκλήρωση της έρευνας θα πλήρωναν όλοι οι μοναχοί το τίμημα. Τα θανάσιμα στοιχεία εντοπίστηκαν σε λίγα κελιά αλλά και μόνο το ένα ήταν αρκετό για να αποδειχθεί η αντιστασιακή δράση του Μοναστηριού. Και να ακολουθήσουν οι μοιραίες συνέπειες.
Γλίτωσαν με απλή… σύσταση
Η καρδιά του Τίτου χτυπούσε δαιμονισμένα και τα γόνατά του είχαν κοπεί. Ακολουθούσε μαραμένος τον Γερμανό που συνέχιζε ανέκφραστος την έρευνα. Μόλις όμως τον ενημέρωσαν για τη σύλληψη του Ασκούτση διέκοψε και έσπευσε να δώσει εντολή για άμεση επιστροφή στην Πηγή με το συλληφθέντα πολιτικό. Άλλωστε, όπως είπε στους άλλους, δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουν περισσότερο. Ούτε Άγγλους είχε εντοπίσει κατά τη έρευνά του ούτε και κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο για αντιστασιακή δράση των μοναχών, ώστε να παρατείνει την έρευνα και σε άλλους χώρους του μοναστηριού.
Πριν φύγει όμως πλησίασε τον κάτωχρο Μαρκίδη και του είπε με το ίδιο ανέκφραστο ύφος:
«Δεν θέλω να εφαρμόσω τον νόμο για το Ιστορικό Αρκάδι, αλλά προσέξατε και λάβετε μέτρα προφυλακτικά, κινδυνεύει από εσάς και φέρετε βαρυτάτην ευθύνη…».
Ο τραγικός θάνατος ενός βοσκού
Στο μεταξύ είχε δοθεί ευκαιρία στον Διονύσιο Ψαρουδάκη να ξεφύγει από την εξωτερική δυτική πόρτα που βρίσκεται κάτω από το κελί που διέμενε, προς το φαράγγι που είναι δυτικά από τη Μονή.
Ένας όμως άγνωστος ήρωας έμελε να πληρώσει με μαρτυρικό τρόπο την αντίστασή του στον εχθρό.
Ήταν ο Μανόλης Γ. Πολίτης, ένας βοσκός που το έλεγε η καρδιά του. Μόλις αντιλήφθηκε τους Γερμανούς να σχηματίζουν θανατερό κλοιό γύρω από το Μοναστήρι, προσπάθησε να διαφύγει από το ιστορικό πορτάλι της Νότιας πλευράς της Μονής. Μια τυχόν σύλληψή του τον έστελνε κατευθείαν στο απόσπασμα γιατί οπλοφορούσε. Δυστυχώς όμως για το παλικάρι δεν είχε αντιληφθεί τον Γερμανό στρατιώτη που τον είδε και ερχόταν στο μέρος του. Ο Πολίτης μέχρι να βρεθεί κοντά στον στρατιώτη και να αμυνθεί γιατί δεν είχε άλλη λύση προσπάθησε να απαλλαγεί από το όπλο του πετώντας το μακριά. Πάνω στη συμπλοκή όμως κάποιος άλλος στρατιώτης που έσπευσε να συνδράμει στην εξουδετέρωση του γενναίου βοσκού, πλησίασε από πίσω και πυροβόλησε εναντίον του. Η σφαίρα βρήκε τον Πολίτη και του προκάλεσε διαμπερές τραύμα στην κοιλιά.
Ο Γερμανός γιατρός που κλήθηκε να γνωματεύσει για τη συνέχεια, διέταξε να μεταφέρουν τον τραυματία μέσα στο μοναστήρι και να τον αφήσουν να πεθάνει. Έτσι κι αλλιώς το τέλος του ήταν πολύ κοντά.
Τον θάνατό του διαπίστωσε λίγο αργότερα ο γιατρός από την Πηγή που είχαν στο μεταξύ ειδοποιήσει οι καλόγεροι.
Οι Γερμανοί φεύγοντας διέταξαν να ταφεί ο νεκρός έξω από το Νεκροταφείο και χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Η διαταγή όμως έπεσε στο κενό, καθώς οι μοναχοί, μόλις απομακρύνθηκαν οι Γερμανοί αγνοώντας τον κίνδυνο έθαψαν το γενναίο παλικάρι με όλους τους κανόνες που ορίζει η εκκλησία μας.
Η έφοδος αυτή των Γερμανών όπως βεβαιώνει και ο ίδιος ο Διονύσιος Ψαρουδάκης δεν είχε σχέση με αυτόν παρά με τον Ασκούτση. Αυτόν ήθελαν οι Γερμανοί να συλλάβουν. Ο ηρωικός ηγούμενος επιχείρησε να διαφύγει επειδή είχε αντιληφθεί την παρουσία των Γερμανών ενώ κύκλωναν το μοναστήρι και δεν είχε το περιθώριο να εξακριβώσει τους λόγους αυτής της εφόδου. Έσπευσε να διαφύγει για το ενδεχόμενο και δικής του σύλληψης, γνωρίζοντας ότι ήταν στο στόχαστρο των Γερμανών από τότε που είχε πάρει μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης.
Έτσι χάρις στην παιδεία και τον σεβασμό του Γερμανού ταγματάρχη Φουξ σώθηκε η ιστορική μονή Αρκαδίου από μια ακόμα καταστροφική περιπέτεια.
Μια σελίς της Κατοχής
Αυτή τη σπάνια μαρτυρία που είχα διαβάσει και κρατήσει από το περιοδικό ΡΟΜΑΝΤΖΟ με υπογραφή Ι. Β. Ιωαννίδη, όταν τη συζήτησα για πρώτη φορά αντιμετωπίστηκα με την ευγενική αμφισβήτηση εκείνων που εγώ δεν είχα κανένα λόγο να αμφισβητήσω. Κι ήρθε μετά χρόνια ο μεγάλος Κρητολόγος Γιώργης Εκκεκάκης να αναφερθεί στην ίδια μαρτυρία που ο ίδιος είχε εντοπίσει σε έντυπο της συλλογής Μερλιέ στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου.
Τελικά ήταν περισσότερο γνωστή όπως αποδείχτηκε γιατί υπάρχει και στο ΒΗΜΑ Ρεθύμνου (1959) από όπου και την παραθέτουμε καθώς η μαρτυρία αυτή έχει κάποια σχέση με τις εξαιρέσεις ήθους των κατακτητών που προαναφέραμε.

Το χρονικό του Κωνταντίνου Γιαμπουδακη
Ένα βράδυ του 1943 στην Αθήνα οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στη γειτονιά του συμπολίτη Γλυπτή Γιάννη Κανακάκη, κυνηγώντας ένα Άγγλο.
Οι έρευνες που επηκολούθησαν με το συνηθισμένο βάρβαρο τους τρόπο, έφεραν τους Γερμανούς και στο σπίτι του Κανακάκη.
Μπήκαν στο εργαστήριο του κι άρχισαν να ψάχνουν για τον …Άγγλο.
Επί κεφαλής ήταν ένας νεαρός αξιωματικός, που πέρασε αδιάφορος μπροστά από τα γλυπτά. Ένα απ’ όλα όμως του έκανε εντύπωση: Ήταν το άγαλμα του πυρπολητή του Αρκαδίου Κωστή Γιαμπουδάκη, που είχε κάπου τρία μέτρα ύψος.
– Ποιος είναι αυτός; ρώτησε τον Κανακάκη. Εκείνος του είπε ποιος ήταν και του αφηγήθηκε, με λίγα λόγια, το ιστορικό του Αρκαδίου. Ο Γερμανός άκουγε προσεχτικά. Κι όταν ο Κανακάκης τελείωσε την αφήγησή του, ο αξιωματικός πετάχτηκε απότομα από τη θέση του και φώναξε στη γλώσσα του:
– «Προσοχή»!
– Σαν αυτόματα οι στρατιώτες του κάρφωσαν τις μπότες τους στο πάτωμα κι έμεινα ακίνητοι ένα ολόκληρο λεπτό.
Ο πυρπολητής Γιαμπουδάκης έλαβε τιμές που ίσως δεν θα τις φανταζόταν ποτέ. Ο Γερμανός περισσότερο από την τέχνη, εκτιμούσε τον ηρωισμό. Κάτι ήταν βέβαια κι αυτό.
– Ωστόσο ο Γιάννης Κανακάκης εξακολούθησε να δουλεύει με τον ίδιο ρυθμό ως την απελευθέρωση. Και σήμερα είναι ένας από τους πιο δυναμικούς καλλιτέχνες που έχει να παρουσιάσει η Ελλάδα.
Εφημ. «Βήμα»1959
Και μια ευγενική πρωτοβουλία από …Τούρκο
Εκτός από κάποιες εξαιρέσεις από Γερμανούς έχουμε και μια έκφραση ψυχικού μεγαλείου από Τούρκο αυτή τη φορά.
Παραθέτουμε αυτολεξεί το δημοσίευμα της 11ης Νοεμβρίου 1933 που εντοπίσαμε στην εφημερίδα «Τύπος» με τίτλο: «Μια ευγενής χειρονομία της οικογένειας Σεφτέρ Κλαψαράκη».
«Μετά το προχθεσινόν Μνημόσυνο των εν Αρκαδίω πεσόντων και την επακολουθήσασα παρέλαση του Στρατού, όσοι συνέπεσε να ευρεθούν προς την Πλατείαν Ηρώων παρέστησαν εις απέρριτον αλλά συγκινητικήν σκηνήν. Ο συμπολίτης κ. Γεώργιος Γεωρβασάκις, εκπληρών ανάλογον φιλικήν εντολήν της εν Κωνστατινουπόλει οικογενείας του παλαιού Δημάρχου Ρεθύμνης συμπολίτου Τουρκοκρητός Σεφτέρ Βέη Κλαψαράκι, κατέθεσεν εκ μέρους αυτής, επί του Ηρώου των πεσόντων Ρεθυμνίων, πολυτελή στέφανον με ταινίαν έχουσα τα εθνικά χρώματα Τουρκίας και Ελλάδος συνωδεύσας την κατάθεσιν με την εξής σύντομον προσφώνησιν».

Αθάνατοι νεκροί
«Επιστρέφοντας προχθές ακόμη στη χιλιοτραγουδισμένη Πόλη, άφησε σε μας τους γνωστούς φίλους του την ακριβή παραγγελιά.
Αν φτερουγίσουν τριγύρω μας την ώρα αυτή οι ιερές σας ψυχές θα νιώσουν διπλή την ευχαρίστηση ότι στα στεφάνια και τα δάκρυά μας ενώνονται και τα στεφάνια και τα δάκρυα των μέχρι χθες εχθρών και σημερινών φίλων μας, που συγχρονισμένη αντίληψις έπλεξε γύρω από την ειρηνιστική προσπάθεια και ανάγκη.
Ας γίνει δεκτή στην ψυχή σας η κατάθεσις του Στεφάνου αυτού καμωμένου από δάφνες του νοσταλγημένου νησιού των ξενιτεμένων συμπολιτών μας, που πάντοτε λαχταρούν τον γαλανό ουρανό του, τη γαλάζια θάλασσα και το ολοάνθιστο μυρωμένο χώμα του».
Μπορεί να ξενίζει κάποιους η αναφορά αυτή κι όμως… Είναι κι άλλοι άνθρωποι που θυμούνται και νοσταλγούν την πόλη που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.
Έτσι έγινε και με το Ρέθυμνο που κάποιοι άνθρωποι ακόμα νοσταλγούν ή λαχταρούν να το γνωρίσουν επηρεασμένοι από τις διηγήσεις συγγενών τους που έζησαν εδώ.
Ποιος ήταν όμως ο Τούρκος δήμαρχος που ποτέ δεν ξέχασε να τιμά το Αρκάδι κι ας καταστράφηκε από ομοεθνείς του;
Γράφει ο Γιώργος Εκκεκάκης: «Κλαψαράκης Σαφτέρ (π. 1870-;;) Δήμαρχος Ρεθύμνης (1906-1910). Στο επισκεπτήριό του που σώζεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου αναγράφεται Σαφτέρ Κλαψαρζαδέ και στους εκλογικούς καταλόγους αναφέρεται ως κτηματίας…».
Ο κ. Νίκος Δερεδάκης στηριζόμενος σε στοιχεία από Μανό Αστρινό, Γιάννη Παπιομύτογλου, Γιώργο Εκκεκάκη και Σπύρο Λούπη, αναφέρει σχετικά στο πλαίσιο εκτεταμένης έρευνας που έχει κάνει για την τοπική αυτοδιοίκηση: «Στις 15 Σεπτεμβρίου 1905, διορίζεται δήμαρχος ο Σεφτέρ Κλαψαράκης, ο οποίος παραμένει στη θέση αυτή μέχρι τον Απρίλιο του 1911».
Ο κ. Γιάννης Παπιομύτογλου επίσης αναφερόμενος στα έργα που έγιναν στην προκυμαία Ρεθύμνου αρχές του περασμένου αιώνα (ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ) επί δημαρχίας Σαφτέρ Κλαψαράκη, γράφει ότι προκηρύχθηκαν τη διετία 1906-1907, αλλεπάλληλες δημοπρασίες για την προμήθεια άνω των 35.000 πλακών διαστάσεων 40Χ40Χ15 εκ. Κατά τα λεγόμενα του Ιωάννη Δεττοράκι, το έργο ανέλαβε ο Δημήτριος Λεφάκης, για τον οποίο μας δίνει αρκετές πληροφορίες ο Γ.Π. Εκκεκάκης. Οι πέτρες μεταφέρθηκαν από το λατομείο στην προκυμαία με μακρύ χαμηλό κάρο…».
Απέναντι στον σημερινό κινηματογράφο «Απόλλων» δίπλα από το σπίτι της οικογένειας Τσιριντάνη, παππού και γιαγιάς από την πλευρά της μητέρας της, της αξέχαστης δέσποινας του Ρεθύμνου Μαρίας Τσιριμονάκη, ήταν το σπίτι του Σαφτέρ Κλαψαράκη που ανήκει σήμερα σε κάτοικο Χανίων κληρονόμο της οικογενείας που το είχε αποκτήσει μετά την αναχώρηση των Τούρκων. Οι εγγονές του δημάρχου είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να το αγοράσουν αλλά δεν ξέρουμε αν ήρθαν τελικά σ’ επαφή με τον σημερινό ιδιοκτήτη

Πηγή:
Εμμ. Ματ. Τσιριμονάκη: «Η Εθνική Αντίσταση 1941-1944 στο Νομό Ρεθύμνης».
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΡΕΘΥΜΝΟ (ενότητα ΑΡΚΑΔΙ)








