Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες τα μεγάλα προβλήματα μιας κοινωνίας δεν αποκαλύπτονται ούτε στα κοινοβούλια ούτε στους οικονομικούς δείκτες. Γίνονται ορατά μέσα από μικρές, σχεδόν ασήμαντες σκηνές της καθημερινότητας. Μία από αυτές είναι μια αγγελία ενοικίασης. Εκεί όπου κάποτε διαβαζόταν απλώς «διαμέρισμα προς ενοικίαση», σήμερα μοιάζει να κρύβεται μια δεύτερη, άγραφη πρόταση: «Αν μπορείς να πληρώσεις, μπορείς να μείνεις. Αν δεν μπορείς, θα πρέπει να φύγεις». Καμία αγγελία δεν το γράφει έτσι. Κι όμως, αυτό είναι που διαβάζουν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι. Ο εκπαιδευτικός που δεν βρίσκει σπίτι στην Κρήτη. Η νοσηλεύτρια που διστάζει να αποδεχθεί μια μετάθεση επειδή το μεγαλύτερο μέρος του μισθού της θα καταλήξει στο ενοίκιο. Ο φοιτητής που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του όταν αρχίζει η τουριστική περίοδος. Το νέο ζευγάρι που αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας επειδή η κατοικία έχει μετατραπεί σε μόνιμη οικονομική αγωνία. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες ιστορίες. Είναι η ίδια ιστορία, ειπωμένη πολλές φορές.
Τα τελευταία χρόνια η Κρήτη βιώνει με ιδιαίτερη ένταση τη στεγαστική κρίση. Η τουριστική ανάπτυξη, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η απουσία μιας συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής και η απόσταση ανάμεσα στους μισθούς και στο κόστος ζωής έχουν διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι δημόσιοι λειτουργοί, φοιτητές και νέοι εργαζόμενοι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να εγκατασταθούν στον τόπο όπου καλούνται να εργαστούν ή να σπουδάσουν.
Αυτή είναι η οικονομική περιγραφή του προβλήματος. Δεν είναι όμως ολόκληρη η ιστορία. Εκείνο που προβληματίζει περισσότερο είναι κάτι διαφορετικό. Πώς γίνεται μια κοινωνία να συνηθίζει τόσο εύκολα την ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται σε έναν τόπο χωρίς να μπορεί να κατοικήσει σε αυτόν; Η εύκολη απάντηση είναι να αναζητήσουμε έναν ένοχο. Να κατηγορήσουμε τους ιδιοκτήτες. Θα ήταν όμως υπερβολικά απλό. Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που διαθέτει ένα διαμέρισμα. Βλέπει το κόστος ζωής να αυξάνεται, τους φόρους και τα έξοδα συντήρησης να μεγαλώνουν, ενώ η αγορά του δείχνει ότι μπορεί να ζητήσει υψηλότερο ενοίκιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση να αυξήσει το ενοίκιο δεν είναι παράλογη. Είναι, από τη δική του σκοπιά, μια λογική επιλογή. Το ίδιο σκέφτεται και ο επόμενος. Και ο επόμενος. Και ο επόμενος. Εδώ όμως εμφανίζεται ένα παράδοξο που δύσκολα περιγράφεται μόνο με οικονομικούς όρους.
Η τραγωδία δεν είναι ότι οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά πιο άπληστοι. Η τραγωδία είναι ότι μια κοινωνία μπορεί να αποτελείται από αξιοπρεπείς ανθρώπους, οι οποίοι παίρνουν, ο καθένας ξεχωριστά, λογικές αποφάσεις, και παρ’ όλα αυτά να παράγει αποτελέσματα που σχεδόν κανείς δεν θα επέλεγε συνειδητά.
Κανείς δεν θέλει μια πόλη όπου οι δάσκαλοι δεν μπορούν να ζήσουν. Κανείς δεν επιθυμεί νοσοκομεία που δυσκολεύονται να στελεχωθούν επειδή οι εργαζόμενοι δεν βρίσκουν κατοικία. Κανείς δεν ονειρεύεται γειτονιές χωρίς νέους ανθρώπους, χωρίς παιδιά, χωρίς εκείνη τη συνέχεια που κάνει έναν τόπο πραγματική κοινότητα. Κι όμως, αυτός ο κόσμος μπορεί να προκύψει χωρίς να υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να τον σχεδίασε.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μάθημα της στεγαστικής κρίσης. Δεν μας υποχρεώνει μόνο να μιλήσουμε για τα ενοίκια. Μας υποχρεώνει να σκεφτούμε τη σχέση ανάμεσα στους θεσμούς και στις ανθρώπινες επιλογές. Οι θεσμοί δεν είναι ουδέτεροι. Δημιουργούν κίνητρα. Ανταμείβουν ορισμένες συμπεριφορές και κάνουν άλλες πιο δύσκολες. Αν ένας ιδιοκτήτης αποφασίσει να κρατήσει το ενοίκιο χαμηλότερο από εκείνο που του προσφέρει η αγορά, το κόστος αυτής της επιλογής το αναλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που πολλοί επιλέγουν αυτό που φαίνεται οικονομικά πιο λογικό.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Είναι γιατί έχουμε οργανώσει μια πραγματικότητα όπου αυτή μοιάζει σχεδόν η μόνη λογική επιλογή. Συχνά ζητούμε από τους ανθρώπους να διορθώσουν, με την προσωπική τους ηθική, προβλήματα που παράγονται από τους ίδιους τους θεσμούς. Ζητούμε από έναν ιδιοκτήτη να απορροφήσει μόνος του τις συνέπειες μιας ανεπαρκούς στεγαστικής πολιτικής. Αυτό είναι άδικο. Και, τις περισσότερες φορές, δεν μπορεί να αποτελέσει λύση.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου αφελές να πιστέψουμε ότι αρκούν καλύτεροι νόμοι. Ο George Orwell πίστευε ότι οι κοινωνίες δεν στηρίζονται μόνο στους θεσμούς αλλά και σε κάτι πιο ταπεινό, που ονόμαζε common decency: τη στοιχειώδη ανθρώπινη ευπρέπεια. Εκείνη την απλή ικανότητα να βλέπεις απέναντί σου όχι μόνο έναν πελάτη, έναν ιδιοκτήτη ή έναν αριθμό, αλλά έναν άνθρωπο. Η ευπρέπεια αυτή δεν λύνει το στεγαστικό πρόβλημα. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια σοβαρή δημόσια πολιτική. Μπορεί όμως να μας θυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται ποτέ ολοκληρωτικά στα κίνητρα που του προσφέρει το σύστημα. Υπάρχουν ιδιοκτήτες που κρατούν έναν συνεπή ενοικιαστή, παρότι θα μπορούσαν να εισπράξουν περισσότερα. Άλλοι επιλέγουν να νοικιάσουν σε έναν νέο εκπαιδευτικό, σε μια οικογένεια ή σε έναν εργαζόμενο που γνωρίζουν ότι δυσκολεύεται. Δεν λύνουν έτσι τη στεγαστική κρίση. Ούτε θα ήταν δίκαιο να τους ζητηθεί να τη λύσουν.
Υπενθυμίζουν όμως κάτι πολύ σημαντικό. Ότι ακόμη και μέσα σε μια οικονομία της αγοράς ο άνθρωπος δεν παύει να είναι άνθρωπος.
Η πραγματική ευθύνη της πολιτικής δεν είναι να ζητά από τους ανθρώπους να γίνονται καλύτεροι από ό,τι μπορούν να είναι. Είναι να σχεδιάζει θεσμούς που κάνουν το κοινωνικά επιθυμητό και το ατομικά λογικό να συγκλίνουν όσο γίνεται περισσότερο. Γιατί μια δίκαιη κοινωνία δεν στηρίζεται στην ελπίδα ότι οι άνθρωποι θα γίνονται διαρκώς ήρωες. Στηρίζεται σε θεσμούς που επιτρέπουν στους συνηθισμένους ανθρώπους να ζουν αξιοπρεπώς χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να συγκρούονται με το συμφέρον τους για να πράξουν αυτό που θεωρούν σωστό. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα που κρύβεται πίσω από κάθε αγγελία ενοικίασης. Όχι ποιος φταίει περισσότερο. Αλλά τι είδους κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε. Μια κοινωνία όπου η αγορά οργανώνει την οικονομία ή μια κοινωνία όπου η λογική της αγοράς γίνεται σταδιακά το μοναδικό μέτρο όλων των ανθρώπινων σχέσεων. Γιατί από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα εξαρτηθεί μόνο το μέλλον των ενοικίων.
Θα εξαρτηθεί, τελικά, το πόσο κοστίζει να ανήκεις.













