Αδυνατώ να κατανοήσω τον πομπώδη τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός άνοιξε – μέσω διαγγέλματος – τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Φαίνεται παράδοξο ένας, κατά τα άλλα, ρεαλιστής πολιτικός να προσβλέπει σε αυτή τη Βουλή για αλλαγές που δεν περιορίζονται σε επιμέρους ρυθμίσεις, αλλά σε θεσμικές τομές που φιλοδοξούν να προσαρμόσουν το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 στις προκλήσεις του 2026. Ανεπιβεβαίωτες, προς το παρόν, πληροφορίες κάνουν λόγο για πρόθεση αναθεώρησης έως και 70 από τα 120 άρθρα.
Πραγματικά, ακούγοντάς τον, αναρωτήθηκα από ποια Βουλή προσδοκά να προχωρήσει σε τέτοιες τομές. Από τη σημερινή βουλή των κομμάτων της εξαλλοσύνης, της δημαγωγίας, του άκρατου λαϊκισμού και της προγραμματικής πενίας; Προσβλέπει σε κοινοβουλευτικές συναινέσεις για να φέρει το Σύνταγμα στον 21ο αιώνα, από ανθρώπους που οι ίδιοι βρίσκονται πενήντα έως και εκατό χρόνια πίσω σε αντιλήψεις και δημόσιο λόγο; Μιλάμε για πολιτικούς αρχηγούς που είναι ικανοί να διαφωνήσουν ακόμη και στο ότι η Γη είναι στρογγυλή, άπαξ και το έχει πει ο Μητσοτάκης.
Επειδή, λοιπόν, θεωρώ δύσκολο να μην αντιλαμβάνεται ο κ. Μητσοτάκης ότι, με τα σημερινά δεδομένα, είναι απίθανο να υπάρξει η απαραίτητη συναίνεση για μια ριζική συνταγματική αναθεώρηση, πιστεύω πως η έμφαση που δίνει στο ζήτημα αυτό εξυπηρετεί πρωτίστως το πολιτικό παίγνιο, όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές.
Ανοίγοντάς το, επιχειρεί να φέρει προ των ευθυνών τους πολιτικούς του αντιπάλους. Όχι τόσο τη δήθεν «αντισυστημική» αντιπολίτευση του περιθωρίου και των άκρων, όσο εκείνη που διατείνεται ότι διαθέτει χαρακτηριστικά κυβερνητικής δύναμης. Πρόκειται για μια άσκηση πίεσης, κυρίως προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο από το 2023 και μετά έχει επανειλημμένα διολισθήσει στον πολιτικό λόγο του λαϊκισμού, του μηδενισμού και της εξαλλοσύνης.
Μέσα σε ένα ακραία πολωμένο πολιτικό τοπίο, ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να χαράξει νέες διαχωριστικές γραμμές. Όχι στη βάση ιδεολογιών, αλλά επί της εφαρμοσμένης πολιτικής, τόσο εντός όσο και εκτός του κόμματός του.
Ίσως διαψευστώ, αλλά οι αλλαγές που θα προκύψουν από την παρούσα απόπειρα αναθεώρησης του Συντάγματος θα είναι περιορισμένες. Σίγουρα δεν θα έχουν την εμβέλεια που προσδοκά ο πρωθυπουργός. Τα σημερινά δεδομένα της προτείνουσας βουλής, όπως και εκείνα που αναμένεται να διαμορφωθούν μετά τις εκλογές του 2027, κατά τη φάση της αναθεωρητικής Βουλής, καθιστούν τη διαδικασία της αναθεώρησης σχεδόν αδύνατη. Υπό αυτό το πρίσμα, η όλη συζήτηση καθίσταται περισσότερο πολιτική παρά θεσμική.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο αναθεωρείται, και αυτός ο τρόπος προϋποθέτει ότι, πριν κάνει βήματα εμπρός το ίδιο, πρέπει πρώτα να τα έχουν κάνει οι αντιπρόσωποι του λαού και, κατ’ επέκταση, ο ίδιος ο λαός. Πριν, λοιπόν, συγχρονιστεί το Σύνταγμα της χώρας με τον 21ο αιώνα, πρέπει πρώτα να συγχρονιστούν ο λαός και οι αντιπρόσωποι του.








