Η συρρίκνωση του αριθμού των φοιτητών που επιλέγουν για σπουδές το Ρέθυμνο φαίνεται πως αποτελεί μία νέα πραγματικότητα, που εκτός από τη σταθερή πτώση στις βάσεις εισαγωγής των περισσότερων σχολών του Πανεπιστημίου Κρήτης, και τις δεκάδες κενές θέσεις φοιτητών στα τμήματα, αποτυπώνεται και στις αιτήσεις για στέγαση στις φοιτητικές εστίες. Το οξύ στεγαστικό πρόβλημα στην πόλη, αλλά και το αυξημένο κόστος ζωής αναδεικνύονται την τελευταία πενταετία, ως παράγοντες που καθιστούν τη διαβίωση στην πόλη, οικονομικά ασύμφορη για πολλές οικογένειες. Οι σχεδόν 400 φοιτητικές εστίες που διατίθενται από το Πανεπιστήμιο Κρήτης αποτελούν μια ανακούφιση για κάποιες οικογένειες όμως για κάποιες άλλες ούτε αυτές αποτελούν ισχυρό κίνητρο καθώς τα έξοδα της φοιτητικής ζωής παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Το στοιχείο αυτό καταγράφεται από τις αιτήσεις για εξασφάλιση μιας θέσης στις φοιτητικές εστίες.
Συγκεκριμένα, οι αιτήσεις πριν από δύο έτη ξεπερνούσαν τις 600, ενώ το περσινό ακαδημαϊκό έτος περιορίστηκαν στις 400, από τις οποίες εγκρίθηκαν ακόμα λιγότερες. Επιπλέον, ακόμα πιο ανησυχητικό και ενδεικτικό του συνολικού προβλήματος είναι το γεγονός ότι ακόμα και ο αριθμός των εγκεκριμένων αιτήσεων είναι οριακά χαμηλότερος από τον αριθμό των φοιτητών που εν τέλει διαμένουν σε αυτές. Με λίγα λόγια, το κόστος ζωής που αφορά σαφώς, όχι μόνο το στεγαστικό, αλλά το σύνολο των εξόδων διαβίωσης ενός φοιτητή καταγράφεται ως αποτρεπτικός παράγοντας ακόμα και για φοιτητές με σχεδόν μηδενικό κόστος στέγασης.
Χαρακτηριστικά, για το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025, οι φοιτητές που διέμεναν στις εστίες ήταν περίπου 100 λιγότεροι, από αυτούς που είχαν λάβει έγκριση από το Πανεπιστήμιο και ήταν δικαιούχοι. Συνολικά την τελευταία πενταετία στο Ρέθυμνο, μένουν κενές από 20, μέχρι και 60 φοιτητικές εστίες κάθε χρόνο, παρότι οι αιτήσεις των φοιτητών δεν είναι ποτέ λιγότερες από τις προσφερόμενες θέσεις, αντίθετα συνήθως είναι πολλαπλάσιες.
Έχουμε δηλαδή φτάσει στο σημείο, η δωρεάν διαμονή στον τόπο να μην καθιστά ελκυστική τη φοίτηση στο Πανεπιστήμιο, το οποίο καθώς φαίνεται αρκετοί φοιτητές, είτε εγκαταλείπουν, είτε απορρίπτουν με το που έρθουν αντιμέτωποι με τις οικονομικές απαιτήσεις του τόπου.
Η δυνατότητα φοίτησης στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, η εξ αποστάσεως εργασία και εκπαίδευση, η ανασφάλεια επαγγελματικής αποκατάστασης στις σχολές και στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο και εννοείται η ακρίβεια, αποτελούν ορισμένους από τους παράγοντες που επηρεάζουν, καθορίζουν και αλλάζουν τελικά τις επιλογές των νέων και των οικογενειών τους. Τα νοικοκυριά ψάχνουν τρόπους να μην στερήσουν από τα παιδιά την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, αναζητούν ωστόσο τον οικονομικότερο δυνατό τρόπο, προκειμένου να επιβαρυνθούν λιγότερο σε βάθος τετραετίας. Με βάση αυτές τις ανάγκες, προφανώς το Ρέθυμνο στερείται συγκριτικού πλεονεκτήματος, όχι μόνο απέναντι στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά κυρίως σε άλλες περιφερειακές φοιτητούπολεις, με χαμηλότερα ενοίκια και κόστος ζωής. Όπως ανέδειξαν τα «Ρ.Ν.» την προηγούμενη εβδομάδα, το Ρέθυμνο βρίσκεται στην 2η θέση σε κόστος μακροχρόνιας στέγασης από φοιτητουπόλεις άλλων περιφερειών της χώρας. Η συγκεκριμένη θέση στο βάθρο κάθε άλλο παρά θετικό πρόσημο έχει, καθότι συνοψίζει την εκτεταμένη πίεση που δέχεται η πόλη από τη στεγαστική κρίση, που δεν επηρεάζει μόνο τους φοιτητές, άλλα και εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς, ακόμα και τους ντόπιους.
Επιστρέφοντας στο ζήτημα των φοιτητικών εστιών, παρά τα παραπάνω ανησυχητικά νούμερα, οι φοιτητές που διαμένουν εν τέλει στις εστίες δεν μειώνονται, αντίθετα αυξάνονται, έστω και οριακά, γεγονός που οφείλεται κυρίως στο ότι οι διαθέσιμες φοιτητικές κλίνες έχουν αυξηθεί κατά περίπου 70 (20%) από το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024, λόγω προσφοράς δωματίων σε ξενοδοχειακή μονάδα της πόλης.
Αντίστοιχη είναι και η εικόνα που προκύπτει από το κομμάτι της δωρεάν σίτισης των φοιτητών στο εστιατόριο της Πανεπιστημιούπολης. Τα τελευταία χρόνια, οι αιτήσεις για σίτιση, αλλά και οι δικαιούχοι διαρκώς μειώνονται. Συγκεκριμένα, το περσινό ακαδημαϊκό έτος 2025-2026 οι φοιτητές που σιτίζονταν στην Πανεπιστημιούπολη ήταν σχεδόν 200 λιγότεροι, από ότι πριν από δύο χρόνια, ενώ με εξαίρεση την, ακόλουθη της πανδημίας, χρονιά 2022-2023, η σίτιση προσφέρεται σε λιγότερους φοιτητές κάθε χρόνο. Το σύστημα αξιολόγησης των αιτήσεων για την σίτιση είναι ακριβώς το ίδιο που αφορά και τις φοιτητικές κατοικίες, βασισμένο στη μοριοδότηση και τα οικονομικά κριτήρια των οικογενειών των φοιτητών. Η διαφορά είναι ότι οι αιτήσεις που καταβάλλονται για σίτιση ξεπερνούν κάθε χρόνο τις 1.700 και ο αριθμός των σιτιζόμενων φοιτητών ξεπερνά τους 1.500 (με εξαίρεση το περσινό ακαδημαϊκό έτος, 1.492). Αντίθετα στο κομμάτι της στέγασης οι αιτήσεις κυμαίνονται μεταξύ 400 και 600 τα τελευταία χρόνια και ο αριθμός των δικαιούχων φοιτητών από 280, μέχρι και περίπου 350.
Οι φοιτητές είναι ξεκάθαρο ότι μειώνονται κάθε χρόνο, ως φυσική και επακόλουθη εξέλιξη της οικονομικής και στεγαστικής αβεβαιότητας με την οποία έρχονται αντιμέτωποι, άνθρωποι από άλλες πόλεις, για τους οποίους το κόστος ζωής είναι παράγοντας που δεν επηρεάζει απλώς, αλλά καθορίζει την διαβίωση και την φοίτηση σε έναν τόπο. Όταν μάλιστα, αυτός ο τόπος λέγεται Ρέθυμνο και συνεπώς διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά της νησιωτικότητας και της έλλειψης προσβάσεων σε παροχές, που προσφέρουν τα μεγάλα αστικά κέντρα, τότε οι φοιτητές εμφανίζονται ακόμα πιο αποθαρρυμένοι.
Το έργο ΣΔΙΤ των φοιτητικών κατοικιών αναμένεται να πενταπλασιάσει τη διαθεσιμότητα των φοιτητικών κατοικιών στο Ρέθυμνο και να δώσει μια μεγάλη ανάσα σε ό,τι αφορά το στεγαστικό πρόβλημα. Σίγουρα όμως χρειάζονται και άλλες πρωτοβουλίες.
Το ακαδημαϊκό και ερευνητικό προφίλ του Πανεπιστημίου Κρήτης εξακολουθεί να είναι διεθνώς και πανελλαδικώς αναγνωρισμένο, επομένως το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την ποιότητα της φοίτησης και των παροχών εντός της Πανεπιστημιούπολης, αλλά περισσότερο με το κοινωνικό οικοσύστημα και τις παθογένειες της πόλης, που την περιβάλλει. Εξάλλου, όσο περνούν τα χρόνια, καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι αμιγώς εκπαιδευτικό ζήτημα, αλλά πηγαία ταξικό, άμεσα επηρεασμένο από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες.











