Το αλάνθαστο πολιτικό αισθητήριο του Παύλου Βαρδινογιάννη
Ένας Απρίλης σαν όλους τους άλλους έμοιαζε αυτός του 1967. Οι τοπικοί παράγοντες συνέχιζαν την καθημερινότητά τους χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίες αν και η πολιτική ζωή από το 1965 έμοιαζε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Εκείνος που αισθάνεται αδιόρατα τον κίνδυνο που απειλεί τη δημοκρατία είναι ο Παύλος Βαρδινογιάννης. Η ανακοίνωση στις 19 Απριλίου για εκλογές τον Ιούνιο, περισσότερο τον προβληματίζει παρά τον χαροποιεί. Προσπαθώντας να ταυτοποιήσει τις ενδόμυχες ανησυχίες του με ψυχραιμία, δίνει βάρος στο πρόγραμμά του. Μια από τις υποχρεώσεις που είχε ήταν να παραστεί ως μάρτυρας σε μια δίκη στο Ρέθυμνο στις 21 Απριλίου 1967.


Για οικονομία χρόνου κανονίζει μια συνάντηση με τον Γεώργιο Παπανδρέου το απόγευμα της ίδιας μέρας (19 Απριλίου) για να κλείσουν τον συνδυασμό του Ρεθύμνου.
Ο Γέρος της Δημοκρατίας τον περίμενε με την ίδια θέρμη όπως πάντα έχοντας τώρα μαζί και τον γιο του τον Ανδρέα.
Ο Παύλος όμως όταν επέστρεψε στο σπίτι του στο Κολωνάκι κατά τις 10 το βράδυ δεν είχε το ίδιο ανέμελο ύφος όπως όταν ξεκίνησε. Κάτι πολύ σοβαρό έμοιαζε να τον απασχολεί.
Οι συνεργάτες του που περίμεναν με ενδιαφέρον την επιστροφή του από το Καστρί τρόμαξαν όταν τον είδαν.
«Κλείσατε τον συνδυασμό;» τόλμησε κάποιος να σπάσει τη σιωπή.
Ο Παύλος αυτή τη φορά έσκασε ένα μικρό χαμόγελο που συνήθιζε όταν άκουγε κάτι περίεργο.
«Γιατί; Περιμένετε να γίνουν εκλογές;» ρώτησε κοιτάζοντας έναν-έναν στα μάτια.
Και για να μην παρατείνει την αγωνία τους αποκάλυψε πως είχε από καιρό μια πληροφορία για δικτατορία στρατηγών. Κι αυτή μετέφερε στον Παπανδρέου με την ευκαιρία της συνάντησής τους αλλά εκείνος δεν έδειξε να τον πιστεύει και περισσότερο ο Ανδρέας που έσπευσε να δικαιολογήσει την άρνησή του να δεχθεί αυτή την πληροφορία αφού είχαν τη βάση με το μέρος τους. Και τόνισε με βεβαιότητα ότι οι εκλογές δεν πρόκειται να χαθούν.
«Ναι απάντησε ο Παύλος, τη βάση την έχουμε αλλά τον στρατό δεν τον ελέγχουμε…».
Τα γεγονότα που ακολούθησαν δικαίωσαν απόλυτα τον Παύλο Βαρδινογιάννη με το αλάνθαστο πολιτικό του ένστικτο. Απλά ήταν συνταγματάρχες οι πραξικοπηματίες.
Στις 11 το βράδυ της 20-4-1967, ο Παύλος αποχωρεί για Ρέθυμνο μέσω Ηρακλείου.
Την κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου του 1967, πληροφορείται ο ευρισκόμενος στο Ηράκλειο αδελφός του, Σήφης, ο οποίος και φεύγει κατεπειγόντως για το Ρέθυμνο. Βρίσκει τον Παύλο στο Ξενοδοχείο «Ξενία». Σίγουρος ότι θα γίνει κάποια κίνηση για τη σύλληψη του Παύλου αρχικώς τον παροτρύνει να πάνε στα Χανιά κι αυτό λόγω του ότι ο εκεί Μέραρχος, ο Διοικητής της Αεροπορίας κι ο Ναύαρχος της Ναυτικής Βάσεως της Σούδας ήσαν φίλοι τους. Την στιγμή που είχαν συμφωνήσει να πάνε στα Χανιά τους ανηγγέλθη η άφιξη του Στρατηγού Λουκάκη ο οποίος θα ήτο κι υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου. Λέει, λοιπόν, ο Παύλος στον αδελφό του Σήφη να περιμένουν τον Στρατηγό για να πάρουν και τη δική του γνώμη. Μπαίνει ο Λουκάκης του εκθέτουν την απόφασή τους κι η απάντησις του Στρατηγού ήτο: «Ως νομιμόφρονες πολίτες θα πάμε σπίτια μας». Ακούγοντας αυτό, ο Παύλος κι ο αδελφός του ο Σήφης, άλλαξαν τα σχέδια και με παραπλανητική κίνηση αναχωρούν αμέσως συνοδευόμενοι από τον Μανώλη Πετράκη και τον Σπύρο Βότζη για τους Καλούς Λιμένες όπου επεβιβάσθη ο Παύλος στο καράβι του Ομίλου που έφερε τα’ όνομα «Μανουέλλα Β.» και με περιπετειώδη τρόπο έφυγε για το εξωτερικό.
Έφτασε πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί διέφυγε στη συνέχεια στο Παρίσι κι αργότερα στο Λονδίνο και στην Αμερική.
Τα χρόνια εκείνα της εξορίας του εσυνέχισε κι επολλαπλασίασε τις διασυνδέσεις του με εξέχουσες προσωπικότητες, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.
Με τη διορατικότητα όμως που τον εδιέκρινε αντελήφθη ότι ο Ελληνισμός οδηγείται σε τραγωδία.
Ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο άνθρωπος που υπήρξε αγωνιστής των δημοκρατικών ιδεών ο άνθρωπος που δεν εγνώριζε συμβιβασμούς και δεν υπελόγιζε το προσωπικό του πλήγμα μπροστά στο συμφέρον του Έθνους και της δημοκρατίας, την τραγωδία εκείνη, θέλησε να αποτρέψει. Έγραψε λοιπόν, από το εξωτερικό στον Γ. Παπαδόπουλο μεταξύ άλλων: «…Έχετε καθήκον σεβόμενοι την αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων να παραδώσετε την εξουσία στον λαό… Σε σας εναπόκειται να διαλέξετε μεταξύ μιας θέσεως στην ιστορία και του εδωλείου του κατηγορημένου…».
Για να μεθοδεύσει λοιπόν την προσπάθειά του αυτή, το 1972, κι αποφασισμένος να πείσει τους δικτάτορες επιστρέφει στην Ελλάδα όπου όμως η προσπάθειά του υπονομεύθηκε από διάφορες πλευρές κι ματαιώθηκε. Αντιμετώπισε δίκη και καταδίκη για την στάση του στο Κίνημα.
Αυτό δεν μπόρεσε να τον πτοήσει. Ίσα – ίσα, τον πείσμωσε περισσότερο. Συνέχισε κάνοντας προσωπική επαφή με τους συνταγματάρχες, γι’ αυτό που ήδη είχε γράψει στον Γ. Παπαδόπουλο. Δηλαδή να γίνει αναίμακτη παράδοσης της εξουσίας. Την εποχή εκείνη γράφει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το «Από Λαού Άρξασθαι».
Εκείνη όμως η τραγωδία, που τόσα σωστά προέβλεψε, έπληξε τελικά τον Ελληνισμό.
Το 1973 έχοντας έρθει σ’ επικοινωνία με τον, επίσης, εξόριστο στο Παρίσι, Κωνσταντίνο Καραμανλή συνεννοήθησαν να προσπαθήσει να πείσει τους συνταγματάρχες για την αναίμακτη μεταβίβαση της εξουσίας στον Καραμανλή. Την στιγμή που ο Παύλος πήγαινε στο αεροδρόμιο για να υποδεχθεί τον Καραμανλή γίνεται το αντικίνημα του Ιωαννίδη και ανατρέπονται τα πάντα αλλά αποφεύγεται η δική του σύλληψη.
Έχει προβλέψει, την τραγωδία της Κύπρου, η οποία και δεν άργησε καθώς επίσης και την πτώση της δικτατορίας.
Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες περιέχονται σε σπάνια, μνημειώδη, επετειακή έκδοση που επιμελήθηκε με τη γνωστή του μεθοδικότητα ο καλός συνάδελφος Δημήτρης Τζανακάκης και κοσμεί το αρχειακό υλικό του «Πολιτιστικού Ρεθύμνου» στη διάθεση πάντα κάθε ερευνητή.
Η πορεία και οι αγώνες του Βαρδή
Ο Βαρδής Βαρδινογιάννης επίσης, ο αδελφός του Παύλου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον αντιστασιακό αγώνα.
Απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων ακολούθησε καριέρα αξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό, στα χνάρια του αδελφού του Νίκου.
Το καθεστώς της 21ης Απριλίου τον βρήκε απέναντι όπως και κάθε Κρητικό γαλουχημένο από τα νάματα της δημοκρατίας. Μυήθηκε αμέσως στο αντιδικτατορικό κίνημα του Ναυτικού και βοήθησε έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ο ανεφοδιασμός των πλοίων σε περίπτωση κινήματος.
Η δράση του αυτή του στοίχισε την αναγκαστική αποστρατεία του τον Ιούλιο του 1967 με τον βαθμό του πλωτάρχη και την εξορία του στην Αμοργό.
Η αντιστασιακή δράση του Νίκου Σηφουνάκη
Από τις σπουδαίες αλλά σχετικά άγνωστες μορφές της Αντίστασης κατά της χούντας των συνταγματαρχών ήταν ο Νίκος Σηφουνάκης πρώην υπουργός.

Από οικογένεια στρατιωτικού ο σημαντικός αυτός Ρεθεμνιώτης όσο κι αν τον πίεζε ο πατέρας του να πάει στη Σχολή Δοκίμων όπου θα «μάθαινε να τρώει το αχλάδι με μαχαιροπήρουνο» εκείνος δεν πρόδιδε το όνειρό του να γίνει αρχιτέκτονας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και με τη στήριξη μιας υπέροχης γενναίας μητέρας έφυγε στην Ιταλία για τις σπουδές του. Εκεί όμως βρέθηκε κατευθείαν σε αγωνιστικό μετερίζι.
Αξίζει να τονίσουμε ότι ο Νίκος Σηφουνάκης ήταν από τους πλέον συνειδητούς διώκτες του φασισμού έχοντας εντρυφήσει στην ιερότητα της Δημοκρατίας.
Εκεί βρήκε αμέτρητους συντρόφους γιατί η αποδοχή του καθεστώτος των συνταγματαρχών ήταν βαρύ όνειδος και κανένας νέος της εποχής δεν το δεχόταν.
Ήταν και η ποιότητα των πραξικοπηματιών που απωθούσε. Όταν κι ένας Πάγκαλος είχε σπουδάσει στη σχολή Στρασβούργου, μιλούσε και γαλλικά οι συνταγματάρχες με εξαίρεση τον Στυλιανό Παττακό ήταν γραφικοί και προκαλούσαν τη σάτιρα με τον τρόπο που εκφράζονταν. Ποιος να τους πάρει στα σοβαρά δηλαδή. Γι’ αυτό και στην Μπουμπουλίνας έσπερναν τον φόβο μήπως τύχουν κάποιου σεβασμού.

Μια ιστορική συνέντευξη
Μου είχε πει σε συνέντευξή του ο Νίκος Σηφουνάκης για την περίοδο αυτή το καλοκαίρι του 2017 στο ξενοδοχείο «Creta Palace»: «Δεν μπορούσα να ταυτιστώ ποτέ με ένα τέτοιο καθεστώς προσωπικά και έχοντας και την προϊστορία του γονιού μου.
Γνωρίστηκα με σημαντικούς ανθρώπους τότε της πολιτικής όπως, ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο Λεωνίδας Τζεφρώνης, ωραίες φυσιογνωμίες.
Οι δράσεις μας συγκεκριμένες, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να συγκεντρώνουμε κάποιους πόρους και να τους στέλνουμε σε οικογένειες που είχαν τους ανθρώπους τους στη φυλακή, να τους βοηθήσουμε, και το πιο σημαντικό, ήταν όταν αρχίσαμε σιγά – σιγά να οργανωνόμαστε για αντιστασιακή δράση.
Μαθαίναμε πώς να φτιάχνουμε εκρηκτικούς μηχανισμούς, μας εκπαίδευε Παλαιστίνιος. Η πρώτη μου αντιστασιακή συμμετοχή, θα μπορούσα να πω ήταν η απόδραση του Νίκου Ζαμπέλη από τις φυλακές της Αίγινας. Στις φυλακές της Αίγινας ήταν πάρα πολλοί αγωνιστές, μεταξύ των οποίων οι Ρεθεμνιώτες, Ν. Απανωμεριτάκης, και Μ. Γεωργακάκης μαζί με τον Ν. Ζαμπέλη, αλλά και τον Γιάννη Κλωνιζάκη από τα Χανιά, και επίσης τον Λευτέρη Βερυβάκη.
Κι έτσι πήρα το πρώτο βάφτισμα».
Αλέκος Παναγούλης
«Εμείς όμως ενταχθήκαμε ή αν θέλετε γίναμε φίλοι μιας ομάδας ανθρώπων που ήθελαν να σώσουν τον Αλέκο Παναγούλη, στον οποίο είχε επιβληθεί η ποινή του θανάτου.

Γνωριστήκαμε με τον επίσης διαφυγόντα εμιγκρέ αδερφό του Αλέκου, Στάθη Παναγούλη και συμμετείχαμε στην πρώτη απεργία πείνας μπροστά από την ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη, στις 18 Νοεμβρίου του 1968.
Στις 17 Νοεμβρίου του 1968 εκδίδεται η απόφαση δις εις θάνατον καταδίκη του στρατοδικείου για τον Αλέκο Παναγούλη. «Θάνατος στον Παναγούλη».
Κάνουμε την πρώτη απεργία πείνας ενάντια στην εκτέλεση της θανατικής ποινής. Υπήρξε παγκόσμια κινητοποίηση από τον Πάπα μέχρι τον στρατηγό Ντεγκόλ. Κι έτσι η Χούντα, ενώ έκανε τρεις απόπειρες εκτέλεσής του, έκανε πίσω, τον έβαζε στο τορπιλικό του ναυτικού, τον πήγαινε στην Αίγινα δήθεν για εκτέλεση, δεν τόλμησε να τον εκτελέσει.
Εάν δεν υπήρχε διεθνής κινητοποίηση δεν θα είχε σωθεί. Ένας άλλος Ρεθεμνιώτης ο οποίος επίσης πέρασε από τις φυλακές της Αίγινας ήταν και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ο εκδότης των Ρεθεμνιώτικων Νέων».
Η φιλία του με τον Παναγούλη
«Με τον Αλέκο Παναγούλη δεθήκαμε πάρα πολύ την περίοδο της χούντας, μόλις αποφυλακίστηκε και ήρθε στη Ρώμη μαζί με την Οριάνα Φαλάτσι.
Η Φαλάτσι, ήρθε και βρήκε εμάς τους Έλληνες εμιγκρέδες Θ. Πετρίδη, Μήνο Νικολακάκη, Ν. Ζαμπέλη, αμέσως μετά την αμνηστία του Παπαδόπουλου, 23 Αυγούστου του 1973, για να έρθει σε επαφή με τον Αλέκο για μια συνέντευξη.
Η αμνηστία εδόθη, βέβαια, γιατί αισθανόταν ο δικτάτορας ότι καταρρέει. Τέσσερεις μήνες πριν είχε γίνει το κίνημα του Ναυτικού, το οποίο ουσιαστικά έδωσε τη χαριστική βολή στη δικτατορία, γιατί ταρακουνήθηκε το ΝΑΤΟ, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Αναθάρρησαν οι Έλληνες διότι κατανόησαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν είναι πλέον με τη Χούντα.
Το κίνημα του Ναυτικού και ο Νίκος Παππάς, με την ανταρσία του Βέλους με τον οποίο συνδέθηκα πάρα πολύ, υπήρξε καταλύτης της πτώσης της Χούντας.
Τους παραλάβαμε στο Φιουμιτσίνο έξω από την Ρώμη με τον Γιάννη Βούλτεψη, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Νίκο Ζαμπέλη.
Την πενταετία 1968-1973 αγωνιστήκαμε μια χούφτα εμιγκρέδες για να σωθεί ο Α. Παναγούλης χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει, την τριετία 1973-1976 ως τον θάνατό του συνυπήρξαμε σε καθημερινή βάση. Επανιδρύσαμε την ΕΔΗΝ της οποίας έγινε γραμματέας και εμείς μέλη της γραμματείας.
Βέβαια, στη Μεταπολίτευση, στις πρώτες εκλογές της 17 Νοέμβρη 1974, οι μισοί φίλοι πήγαν με το ΠΑΣΟΚ, οι άλλοι μισοί πήγαν με την Ένωση Κέντρου. Ο Αλέκος είχε μια άποψη ότι η δικτατορία έγινε για να ρίξει τον Γεώργιο Παπανδρέου, έπρεπε να κατέβει όλη η Ένωση Κέντρου ξανά μαζί για να μην έρθει ξανά πίσω το Συντηρητικό Κόμμα το οποίο είχε κατά την άποψή του έναν καταλυτικό ρόλο στο να γίνει δικτατορία στην Ελλάδα και γι’ αυτό και δεν πήγε με το ΠΑΣΟΚ».
Επίσκεψη Παναγούλη στο Ρέθυμνο
«Ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε 1η Μαΐου του 1976. Στο Ρέθυμνο ήρθαμε 2 Ιανουαρίου του 1976, δηλαδή τέσσερις μήνες πριν πεθάνει. Είχε πολλούς φίλους στην Κρήτη, αγαπητούς φίλους. Είχε τον Γιάννη Κλωνιζάκη από τα Χανιά και δικάστηκαν μαζί, γιατί ήταν στην ομάδα του Αλέκου.
Είχε τον Γιώργο Κατσανεβάκη πολύ φίλο, γιατί ήταν μαζί στο Πολυτεχνείο. Ο Αλέκος ήταν φοιτητής του πολυτεχνείου των Μηχανολόγων Μηχανικών. Ο Αλέκος ήταν μια μαθηματική διάνοια και μπήκε σε σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών από τους πρώτους. Είχε πολλούς φίλους στο Λασίθι. Είχε στο Ηράκλειο τον Φοίβο Ιωαννίδη αδελφικό του φίλο και έτσι αποφασίζει την ημέρα της πρωτοχρονιάς μου τηλεφωνεί και μου λέει «αύριο φεύγουμε, πάμε στην Κρήτη». Λέω εγώ «δεν έχουμε ετοιμάσει τίποτα», «Πάμε στην Κρήτη», μου λέει. Βγάζουμε τα εισιτήρια με το αεροπλάνο και φτάνουμε την επομένη στα Χανιά, το βράδυ μένουμε στο σπίτι του Γ. Κλωνιζάκη στο Ακρωτήρι. Ο Γιάννης πολιτικός μηχανικός, ήταν γνωστοί από το πολυτεχνείο με τον Αλέκο, ο αδερφός του Αρτέμης γιατρός είχε επίσης καταδικαστεί επί χούντας.
Την άλλη μέρα δειπνήσαμε με τον Γεώργιο Κατσανεβάκη, φίλο του από το πολυτεχνείο και μετέπειτα δήμαρχος Χανίων.
Την άλλη μέρα φύγαμε για το Ρέθυμνο. Φτάσαμε νύχτα. Το σπίτι μας στο Ρέθυμνο το νοικιάζαμε στην οικογένεια του Μαμαγκάκη του φούρναρη.
Κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο «Βαλαρή» επί της λεωφόρου Κουντουριώτη.
Ξυπνήσαμε το πρωί επισκεφθήκαμε τον δήμαρχο Ρεθύμνου Μανώλη Καλαϊτζάκη που μας υποδέχθηκε θερμά, και ήταν συγκινημένος που γνώριζε τον Παναγούλη. Το μεσημέρι μας έκανε το γεύμα η Αλεξάνδρα Μαμαγκάκη και ο Βαγγέλης στο πατρικό μου στην οδό Γ. Τσαγρή. Το απόγευμα πήγαμε για καφέ στο καφενείο του Γιώργου Ανυφαντάκη.
Μετά φύγαμε για το Ηράκλειο όπου μας περίμενε ο Φοίβος Ιωαννίδης και στη συνέχεια πήγαμε στην Σητεία στο Λασίθι στον φίλο του και δήμαρχο της πόλης Νίκο Πετράκη…».
Η φιλία με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη
Απλά αβίαστα η αναδρομή στα χρόνια αυτά της θύελλας στάθηκε και στη φιλία του με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη.

Μα είπε μεταξύ άλλων: «Ήμουν φίλος με τον Γιάννη Δασκαλάκη, τον ανιψιό του, με τον οποίο πηγαίναμε στο βιβλιοπωλείο που είχε δίπλα στο ζαχαροπλαστείο του Κανακάκη, και ψωνίζαμε τα βιβλία και τα τετράδιά μας.
Τον Γιάννη Χαλκιαδάκη όμως τον γνώρισα όταν εξέδωσε την εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», καθώς τότε όπως σας είπα στεγάζονταν στο τέλος του δρόμου του σπιτιού μας, στη διασταύρωση των οδών Τσαγρή και Τομπάζη. Εκεί υπήρχε ένα πέτρινο τότε ισόγειο κτήριο και μ’ άρεσε να μπαίνω μέσα και να βλέπω το τυπογραφείο που ήταν επικλινές με μικρά κουτάκια μέσα στα οποία υπήρχαν τα γράμματα, τις μηχανές που είχε φέρει.
Την αντιστασιακή του δράση τη γνώριζα από τον Γιάννη Κλωνιζάκη και τον Νίκο Ζαμπέλη της ομάδας του Α. Παναγούλη, με τους οποίους ήταν μαζί κρατούμενοι στην Αίγινα, αλλά και από τον Ρεθυμνιώτη Ν. Απανωμεριτάκη.
Όμως, έχω και παλαιότερη μνήμη. Η οικογένεια μας τα καλοκαίρια κατέβαινε από την Αθήνα στο Ρέθυμνο. Το καλοκαίρι του 1965 είναι η χρονιά της Αποστασίας, υπάρχει μεγάλος αναβρασμός στην Ελλάδα, ζω τα γεγονότα στο Ρέθυμνο.
15 Ιουλίου έγινε η Αποστασία, στις 16 αρχίζει η λαϊκή κινητοποίηση και στις 17 γίνεται η πρώτη συγκέντρωση στο Ρέθυμνο ενάντια στο Βασιλικό πραξικόπημα, του Βασιλιά Κωνσταντίνου, και της κυβέρνησης των ανδρείκελων, του Νόβα και συνέχεια του Τσιριμώκου. Μια ομάδα Ρεθεμνιωτών πήρε την πρωτοβουλία να κάνει την πρώτη συγκέντρωση, δεν θυμάμαι αν ήταν 17 ή 18 Ιούλη, αλλά ήταν εκείνες τις μέρες. Στην πρώτη διαμαρτυρία συμμετείχαν επώνυμοι και ευυπόληπτοι Ρεθυμνιώτες δημοκράτες, συγκέντρωση έγινε στον κινηματογράφο «Έσπερος» στην Λεωφόρο Κουντουριώτη, στην οποία πήγα εγώ με φίλους, κι ένας από τους ομιλητές ήταν ο Γιάννης Χαλκιαδάκης. Έτσι λοιπόν έζησα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη από τα προσωπικά βιώματα και τις αφηγήσεις των συντρόφων του, αλλά τον έζησα και προσωπικά, τον γνώρισα μικρό παιδί, δέκα χρονών, μέσα στο τυπογραφείο. Έζησα αυτή την ωραία εμπειρία και βεβαίως στη συνέχεια, σε αυτή την πρώτη εκδήλωση, στο θερινό κινηματογράφο «Έσπερος».
Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται.










