Στο επίκεντρο της σύσκεψης της Παγκρήτιας Ομοσπονδίας Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης η επαναφορά του μέτρου ρύθμισης χρεών σε 120 δόσεις για τις εμπορικές επιχειρήσεις του νησιού
Τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τα χρέη τους και να μπορέσουν να τα αποπληρώσουν σε ρεαλιστικές και βιώσιμες για τις επιχειρήσεις δόσεις ζητά ο εμπορικός κόσμος της Κρήτης και του Ρεθύμνου. Οι ανεξόφλητες οφειλές προς τις τράπεζες και το Δημόσιο, η κατάργηση της δυνατότητας διακανονισμών και σταδιακών πληρωμών, σε συνδυασμό με άλλα τρέχοντα, καθημερινά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρηματίες έχουν καταστήσει την μακροπρόθεσμη επιβίωση των καταστημάτων δυσεπίλυτη εξίσωση. Άλλωστε, στα μετά την πανδημία χρόνια, όπως και στην μεταμνημονιακή εποχή, ο εμπορικός κόσμος προκειμένου να ανταπεξέλθει οδηγήθηκε σε πρόσθετους δανεισμούς, τροποποιήσεις στη λειτουργία και τον προσανατολισμό των ίδιων των επιχειρήσεων, με αναπόφευκτη στροφή προς τον τουρισμό και σε σταδιακό περιορισμό των καθαρών κερδών. Οι επιχειρηματίες ζητούν την επαναφορά της ρύθμισης των 120 δόσεων, που αποτέλεσε ένα ειδικό πλαίσιο διακανονισμού ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και εφαρμόστηκε το 2019, με στόχο να διευκολύνει τους επιχειρηματίες να αποπληρώσουν τα χρέη τους σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα. Ουσιαστικά η ρύθμιση αφορούσε οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, δίνοντας τη δυνατότητα εξόφλησης σε έως 120 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή σε διάστημα έως και δέκα ετών. Η βασική φιλοσοφία της ρύθμισης ήταν ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος αποπληρωμής, τόσο χαμηλότερη γίνεται η μηνιαία επιβάρυνση για τον οφειλέτη.
Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους χωρίς να διακόπτουν τη δραστηριότητά τους. Παράλληλα, προβλεπόταν μείωση προσαυξήσεων και τόκων, γεγονός που λειτουργούσε ως κίνητρο για ένταξη στη ρύθμιση. Σήμερα, οι διαθέσιμες πάγιες ρυθμίσεις περιορίζονται συνήθως σε 12 ή 24 δόσεις, κάτι που αυξάνει σημαντικά το ύψος της μηνιαίας καταβολής, ενώ όπως τονίζουν οι επιχειρηματίες της Κρήτης, για πολλούς οφειλέτες τα ποσά αυτά κρίνονται δυσβάσταχτα, σε ένα περιβάλλον αυξημένου λειτουργικού κόστους και περιορισμένης ρευστότητας. Πρόσφατα, ο εμπορικός κόσμος της Κρήτης κατέθεσε εκ νέου αίτημα για την επαναφορά μία ρύθμισης τύπου 120 δόσεων, η οποία θεωρείται σε γενικές γραμμές ως μέτρο ανάσας για την αγορά, που θα μπορούσε εν δυνάμει να αυξήσει ακόμα και την ίδια την εισπραξιμότητα. Όταν οι οφειλέτες εντάσσονται σε καθεστώς ρεαλιστικών διακανονισμών και απαλλάσσονται από τα άγχη αναγκαστικών δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών και κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων, τότε είναι και ευκολότερη η αποπληρωμή, σύμφωνα με τους ίδιους τους επιχειρηματίες. Σε κάθε περίπτωση, ο καθορισμός του τρόπου είσπραξης των οφειλών μέσω ενός συστήματος που να διατηρεί όρους βιωσιμότητας για την αγορά, ιδιαίτερα για την Κρήτη, που διακρίνεται από χαρακτηριστικά νησιωτικότητας, είναι πλέον αναγκαιότητα για την εξασφάλιση της μακροεφημέρευσης των επιχειρήσεων.
Λιγότερες δόσεις τον χειμώνα – Μεγαλύτερη αποπληρωμή το καλοκαίρι
Κεντρικό θέμα στην ατζέντα της συνεδρίασης της Παγκρήτιας Ομοσπονδίας Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης, που θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα, είναι το ζήτημα της ρύθμισης των χρεών για τα εμπορικά καταστήματα. Πρόκειται για έναν χρόνιο προβληματισμό, που έχει αρχίσει όμως να καθιστά την καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα των επιχειρήσεων ακόμα πιο περιορισμένη, όπως ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Γιώργος Πολιουδάκης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας. «Είμαστε υπέρ μίας ρύθμισης των οφειλών, αλλά να μην λειτουργεί, όπως τώρα που αν δεν πληρώσεις 1 ή 2 δόσεις, σε πετάει το σύστημα έξω. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα στις επιχειρήσεις, οι οποίες διαρκώς κάνουν ρυθμίσεις, γιατί μετά από μερικές δόσεις δεν μπορούν να πληρώσουν άλλο», ανέφερε, εξηγώντας ότι «Οι επιχειρηματίες έχουν και άλλες τρέχουσες οφειλές, προβλήματα και υποχρεώσεις που επίσης ανανεώνονται στο τέλος του κάθε μήνα». Το βασικό αίτημα της Ομοσπονδίας είναι «να γίνει μία ρύθμιση, μέσω της οποίας θα κοπούν ή έστω θα περιοριστούν οι πολλές προσαυξήσεις και οι τόκοι που έχουν βάλει και να δοθεί έτσι δικαίωμα στις επιχειρήσεις και στα καταστήματα να έχουν ένα περιθώριο 4-5 μηνών να αποπληρώσουν τις οφειλές τους, χωρίς να τους εκτοπίζει το σύστημα. Αν σε κάθε απλήρωτη δόση, ο επιχειρηματίες γυρνάει στο σημείο μηδέν, τότε οι επιχειρηματίες δεν θα μπορέσουν να αποπληρώσουν τα χρέη τους ποτέ», ανέφερε ο κ. Πολιουδάκης. Με το ισχύον καθεστώς, οι επιχειρήσεις που έχουν οδηγηθεί σε ρύθμιση των χρεών τους, μέσω διακανονισμού, αν δεν προλάβουν να πληρώσουν εγκαίρως μία δόση, χάνουν την ρύθμιση και αναγκαστικά επιστρέφουν στο παλιό καθεστώς. «Αν μας δώσουν το δικαίωμα να μην πληρώσουμε μερικές δόσεις τον χειμώνα, που είναι η πιο δύσκολη περίοδος και να τις πληρώσουμε το καλοκαίρι που έχει δουλειά λόγω τουρισμού, τότε θα είναι μία λύση αυτό. Ήδη αρκετές είναι οι επιχειρήσεις στο Ρέθυμνο που χρωστούν, άλλες μεγαλύτερες και άλλες μικρότερες οφειλές, ανάλογα με το είδος της επιχείρησης», σημείωσε.
Μάλιστα, οι οφειλές συσσωρεύονται από την περίοδο των μνημονίων, ενώ άλλες έχουν συγκεντρωθεί από την εποχή του κορονοϊού και ύστερα, με κορύφωση τα τελευταία 2-3 χρόνια, σύμφωνα με τον κ. Πολιουδάκη: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κάθε επιχείρησης καθορίζεται από το τι λεφτά χρωστάει και από τη διάρκεια αυτού του χρέους. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουμε αυτήν την στιγμή». Αναφορικά τώρα με το πώς οι επιχειρήσεις κατορθώνουν να τα βγάλουν πέρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ο κ. Πολιουδάκης επεσήμανε: «Ο κάθε επιχειρηματίας κοιτάει πώς να αξιοποιήσει κάποια λεφτά στην άκρη για να μπορέσει να επιβιώσει, αν έχει τη δυνατότητα να πάρει κάποιο πρόσθετο δάνειο από την τράπεζα για να το επενδύσει στο μαγαζί του, ή έστω να πάρει κάποια χρήματα από γνωστούς και συγγενείς. Οι επιχειρηματίες επίσης άλλοτε στρέφονται στη μείωση προσωπικού και άλλοτε μέσα από τη δημιουργία ενός ηλεκτρονικού καταστήματος να προσελκύσουν πελάτες. Ο καθένας κοιτάζει πώς θα επιβιώσει, γιατί τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα», ενώ τέλος σχολίασε ότι «το μόνο καλό στο Ρέθυμνο και την Κρήτη είναι ο τουρισμός, που μας σώζει. Το καλοκαίρι πολλαπλασιάζεται ο πληθυσμός και στο τελικό ταμείο κάτι μένει. Χωρίς αυτόν θα είχαμε πολλά λουκέτα».
«Σε αναγκάζει το σύστημα να γίνεις αμιγώς τουριστική επιχείρηση»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε η πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, Αθηνά Τσικιντίκου, «ζητάμε εδώ και πολύ καιρό τις 120 δόσεις, που αυτό δεν γίνεται, οπότε αυτό δημιουργεί μεγάλα προβλήματα και με τις τράπεζες και με το ταμείο μας και με μπλοκαρισμένους λογαριασμούς, γιατί όταν έχουμε απλήρωτες οφειλές αυτόματα μπλοκάρονται οι λογαριασμοί μας. Έχουμε ένα ακατάσχετο των 200 ευρώ, που δεν κάνει τίποτα και ουσιαστικά αυτή η κατάσταση μας δένει τα χέρια». Οι εμπορικές επιχειρήσεις του Ρεθύμνου που χρωστούν δεν είναι λίγες και επίσης τα χρέη τους σύρονται για χρόνια όπως επεσήμανε η κ. Τσικιντίκου, ένα πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί ή έστω να μετριαστεί: «Όσο το κράτος δεν μπαίνει στη διαδικασία σωστά να ρυθμίσει τις οφειλές μας, γιατί ένα μαγαζί έχει έσοδα και έξοδα καθημερινά, δεν έχει έξοδα μία φορά το εξάμηνο, τότε οι επιχειρηματίες θα αντιμετωπίζουν διαρκώς προβλήματα. Όταν μας έκλεισαν την περίοδο του κορονοϊού, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το πώς θα τα βγάλουμε πέρα, πάγωσαν κάποια χρέη, που όμως αυτά, με το να είναι κλειστά τα καταστήματα δεν αποπληρώνονταν, συν την αναδιάρθρωση που περιμέναμε ότι θα γίνει, αλλά δεν έγινε ποτέ», ανέφερε.
Σχετικά με τον μετασχηματισμό της αγοράς του Ρεθύμνου και τη στροφή σε ολοένα και περισσότερες αμιγώς τουριστικές επιχειρήσεις, η κ. Τσικιντίκου επεσήμανε ότι σε μία περιοχή με εξάρτηση από τον τουρισμό επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο η αγορά από τα χρέη. «Με πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία επιβιώνουμε τον χειμώνα. Οι προσαρμογές ως ένα σημείο μπορούν να λειτουργήσουν, μετά όμως αρχίζουν να γίνονται θηλιά στον λαιμό. Δεν υπάρχει έμπορος που να θέλει να χρωστάει. Αυτοί που δεν χρωστούν είναι μόνο αυτοί που κάνουν άλλου τύπου εργασίες και άλλου τύπου διαχείριση των χρημάτων», ανέφερε και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Αν δεν διευκολύνεις τον έμπορο και του έχεις κλείσει και τη δανειοδότηση, τότε θέλει αναγκαστικά ό,τι χρήματα μαζέψει να τα κάνει εμπόρευμα. Δεν είναι τόσο επαρκές το περίσσευμα που να διαχυθεί σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις, άρα γίνεται πλέον βάση προτεραιοτήτων, μέχρι το σημείο που θα χτυπήσει κόκκινο καμπανάκι». Παρά τα συσσωρευμένα προβλήματα η αγορά του Ρεθύμνου δεν αντιμετωπίζει πολλά λουκέτα, γεγονός που οφείλεται, σύμφωνα με την κ.Τ σικιντίκου στον αγώνα και τον κόπο των ίδιων των επιχειρηματιών. «Σε αναγκάζει το σύστημα να γίνεις αμιγώς τουριστική επιχείρηση, είτε γιατί το τουριστικό εμπόρευμα είναι φθηνότερο, είτε γιατί έχει άμεση πώληση, οπότε όλο αυτό σε οδηγεί εκ των υστέρων να μετατρέψεις το μαγαζί σου σε περιορισμένης χρονικής διάρκειας επιχείρηση». Τέλος, η πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου επεσήμανε: «Όταν το σύστημα σου δημιουργεί χρέη θα πρέπει να βρει τρόπο να σε βοηθήσει να το επανορθώσεις αυτό, εσύ θα τα πληρώσεις, δεν θα τα πληρώσει κάποιος άλλος για σένα. Νομίζω κάποια στιγμή πρέπει να υπάρξει μία συμμόρφωση, αν μας θέλουν να συνεχίσουμε να υπάρχουμε».













