Αύξηση στο μεταφορικό κόστος και περιορισμένη διαθεσιμότητα εμπορευμάτων αναμένεται να προκαλέσουν προβλήματα στην τοπική αγορά – Στα 10 εκατομμύρια ετησίως οι εξαγωγές της Κρήτης προς την Μέση Ανατολή
Σημαντικές είναι οι συνέπειες από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή στην ελληνική οικονομία, επηρεάζοντας παράλληλα και την τοπική αγορά της Κρήτης. Οι πολεμικές εξελίξεις έχουν ήδη προκαλέσει αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο και στην εφοδιαστική αλυσίδα, επιφέροντας επιπτώσεις στις μεταφορές και στο κόστος παραγωγής. Μέχρι στιγμής, καταγράφεται αυξημένο κόστος μεταφορών, άνοδος των ενεργειακών τιμών, καθυστερήσεις στις θαλάσσιες μεταφορές, παράγοντες που δημιουργούν πίεση στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η Μέση Ανατολή αποτελεί υπολογίσιμη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, καθώς οι ελληνικές εξαγωγές προς τις βασικές χώρες της περιοχής φτάνουν περίπου τα 2,9 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ για την Κρήτη αγγίζουν τα 10 εκατομμύρια. Η ένταση στην περιοχή έχει ήδη οδηγήσει σε προσωρινή αναστολή και επιβράδυνση των εμπορικών δραστηριοτήτων, με τους επιχειρηματίες να παρακολουθούν ανήσυχοι τις εξελίξεις, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε οριστική διακοπή των εξαγωγών προς ορισμένες αγορές. Στην Κρήτη οι επιπτώσεις έχουν γίνει ήδη αισθητές στη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η Κρήτη εξάγει κυρίως προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής, πλαστικές πρώτες ύλες, προϊόντα συσκευασίας, πλαστικά αγροτικά προϊόντα, όπως είδη θερμοκηπίου, καθώς και πλαστικά βιομηχανικά είδη. Μέχρι στιγμής το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, έχει οδηγήσει σε προβλήματα με τις θαλάσσιες μεταφορές, επιφέροντας καθυστερήσεις στην παράδοση εμπορευμάτων και αναγκαστικές μετατοπίσεις δρομολογίων. Συνεπώς, οι μεγαλύτερες αποστάσεις αυξάνουν τον χρόνο μεταφοράς και το κόστος, το οποίο ήδη επιβαρύνεται από την άνοδο των τιμών των καυσίμων και των ασφαλίστρων, λόγω των συνθηκών επικινδυνότητας στην περιοχή. Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στη μεταφορά επηρεάζουν και τη διαθεσιμότητα των εμπορευματοκιβωτίων, καθώς τα κοντέινερ καθυστερούν να επιστρέψουν στην αγορά και η περιορισμένη διαθεσιμότητα οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση του κόστους μεταφοράς και δυσκολίες για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Οι επιπτώσεις αυτές αναμένεται μάλιστα να επηρεάσουν σταδιακά και τους καταναλωτές, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνοντας τόσο τις επιχειρήσεις, όσο και τους πολίτες. Παράλληλα, η μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα ανησυχίας για τον εξαγωγικό τομέα, σε μια περίοδο που η διεθνής οικονομική αβεβαιότητα παραμένει έντονη.
«Όσο αυξάνεται η τιμή του προϊόντος, αυτό καθίσταται μη ανταγωνιστικό»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης σειρά προβλημάτων δημιουργεί στην αγορά της Κρήτης, το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ και οι ευρύτερες πολεμικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. «Αυτήν τη στιγμή έχουμε μία προσωρινή παύση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων στη Μέση Ανατολή. Αν υπάρξει μία παράταση και μία συνέχεια του πολέμου, μπορεί να σημαίνει και οριστικό στοπ των δραστηριοτήτων, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το εμπόριο», σημείωσε, τονίζοντας ότι η ανησυχία του εμπορικού κόσμου είναι έντονη αυτές τις μέρες. «Σε επίπεδο χώρας κάνουμε 2.922.000.000 δισ. ευρώ εξαγωγές στις κυριότερες 8-9 χώρες της Μέσης Ανατολής. Η Κρήτη δεν είναι τόσο εκτεθειμένη, είναι περίπου 10 εκατομμύρια ετησίως οι εξαγωγές μας εκεί, εκ των οποίων οι περισσότερες είναι πλαστικά. Τα 10 εκατομμύρια δεν θεωρούνται τόσα πολλά, καθώς η Κρήτη κάνει ετησίως 700 εκατομμύρια περίπου, άρα μιλάμε για ένα μικρό ποσοστό των εξαγωγών». Παρόλα αυτά, όπως εξήγησε, το κλείσιμο των στενών οδηγεί σε τρεις πολύ βασικές δυσκολίες που επηρεάζουν άμεσα και την Κρήτη: «Πρώτον, τα πλοία που βρίσκονται εκεί καθυστερούν να παραδώσουν τα εμπορεύματα, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε καθυστέρηση να μεταφέρει αύξηση στο μεταφορικό κόστος. Επίσης, από την στιγμή που οι εξαγωγές δεν θα μπορούν να περάσουν από εκεί, θα πρέπει να κάνουν τον περίπλου, άρα θα υπάρχει μία αύξηση του χρόνου παράδοσης των εμπορευμάτων, που αυτό έχει δύο συνέπειες: Όσο αυξάνεται ο χρόνος παράδοσης, αυξάνεται και το κόστος της μεταφοράς, που ήδη έχει αυξηθεί λόγω του πετρελαίου και της αύξησης των ασφαλίστρων, εξαιτίας των κινδύνων που υπάρχουν εκεί», ανέλυσε ο κ. Αλκιβιάδης και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Επίσης, όσο αυτό επιμηκύνεται, τόσο τα κοντέινερς καθυστερούν να πάνε στην ώρα τους, άρα αυτά υπάρχει κίνδυνος να λείπουν από την αγορά. Ο αριθμός των κουτιών είναι συγκεκριμένος, όταν λοιπόν υπάρχει έλλειψη για να γίνουν άλλες εξαγωγές, σημαίνει ότι αυτό θα αυξήσει τις τιμές του ήδη υπάρχοντος κόστους των εμπορευματοκιβωτίων. Άρα εδώ έχουμε πρόβλημα». Όπως επίσης εξήγησε ο κ. Αλκιβιάδης, οι εξαγωγές θα εμφανίσουν και άλλα θέματα, τα οποία θα φτάσουν στον καταναλωτή: «Εφόσον αυξάνεται το κόστος ενέργειας, το μεταφορικό κόστος και όλα τα κόστη, θα υπάρξει αύξηση της τιμής του παραγόμενου προϊόντος. Όσο αυξάνεται η τιμή του προϊόντος, αυτό καθίσταται μη ανταγωνιστικό. Άρα θα έχουμε θέμα ανταγωνιστικότητας με τις υπόλοιπες αγορές».
Πληθωριστική πίεση και μείωση του εισοδήματος του καταναλωτή
Παράλληλα, ο κ. Αλκιβιάδης επεσήμανε την αναμενόμενη αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες, ως άμεση συνέπεια του πολέμου, καθώς σε πολλές συσκευασίες προϊόντων χρησιμοποιείται πετρέλαιο για την παραγωγή τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρόσθετα προβλήματα στην παραγωγική διαδικασία. «Όλα αυτά είναι προβλήματα που θα δυσχεράνουν τους εξαγωγούς και θα τους φέρουν σε μία πιο δύσκολη θέση, γιατί η Μέση Ανατολή, η Αμερική και η Ευρώπη είναι οι χώρες που έχουμε στρέψει το εξαγωγικό μας ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Και στις τρεις αυτές περιοχές έχουμε προβλήματα. Στην Αμερική έχουμε δασμούς, η Κεντρική Ευρώπη έχει το θέμα της ανάσχεσης της ανάπτυξης, λόγω των προβλημάτων της Ευρωπαϊκής οικονομίας και η Μέση Ανατολή τον πόλεμο», σχολίασε. Διττός μάλιστα θα είναι και ο χαρακτήρας των επιπτώσεων στους καταναλωτές, σύμφωνα με τον κ. Καλαμπόκη: «Πρώτον, οι εταιρείες που εξάγουν παράγουν προϊόντα και για την εσωτερική αγορά, τα προϊόντα αυτά θα είναι πλέον πιο ακριβά. Δεύτερον τα εισαγόμενα προϊόντα επίσης θα είναι ακριβότερα, γιατί και αυτά που προέρχονται από κάποιες άλλες χώρες, τα ίδια προβλήματα θα έχουν. Τρίτον, δημιουργούνται πληθωριστικές πιέσεις. Εφόσον έχεις αύξηση της ενέργειας, αύξηση των τιμών των παραγόμενων προϊόντων και των εισαγόμενων προϊόντων, όλο αυτό οδηγεί σε μία πληθωριστική πίεση, η οποία θα οδηγήσει στη μείωση του εισοδήματος του καταναλωτή. Άρα όλο αυτό είναι ένα ντόμινο εξελίξεων, το οποίο θα δυσχεραίνεται όσο ο πόλεμος θα έχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια», επεσήμανε. Σε κάθε περίπτωση, όπως εξήγησε, σε περίπτωση που ο πόλεμος σταματήσει μέσα στις επόμενες εβδομάδες και το εμπόριο επανέλθει σε μία κανονικότητα, η ζημιά θα είναι επιδιορθώσιμη. Ωστόσο προς το παρόν, η ανησυχία εντείνεται και οι οικονομικές επιβαρύνσεις ήδη έχουν ξεκινήσει να διαφαίνονται στον εμπορικό, επιχειρηματικό κόσμο.
Επιπτώσεις σε ενεργειακό κόστος, εμπόριο, ναυτιλία, τουρισμό και χρηματοπιστωτικές αγορές
Σημαντικές εκτιμά ότι θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις των πολιτικών αναταράξεων της Μέσης Ανατολής στην Ελλάδα, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς. Όπως αναφέρει σε σχετική έκθεση, παρόμοιες συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 0,2%-1%, αύξηση του πληθωρισμού περίπου κατά 1%, άνοδο επιτοκίων και περιορισμό επενδύσεων λόγω αυξημένου ρίσκου. Στην Ευρωζώνη, η αύξηση των τιμών ενέργειας μπορεί να προκαλέσει απώλειες έως 250 δισ. δολάρια, άνοδο πληθωρισμού κατά 1,1% και μείωση ΑΕΠ κατά 0,6%. Κρίσιμοι παράγοντες είναι το ενεργειακό κόστος, οι θαλάσσιες μεταφορές και το διεθνές εμπόριο. Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις εντοπίζονται κυρίως στο ενεργειακό κόστος, το εμπόριο, τη ναυτιλία, τον τουρισμό και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο τουρισμός μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά λόγω της αντίληψης ότι η χώρα βρίσκεται κοντά σε ζώνη αστάθειας, οδηγώντας σε πιθανές ακυρώσεις ταξιδιών. Σε σενάριο σύρραξης 4-5 εβδομάδων, το οικονομικό κόστος εκτιμάται σε 2,1-2,6 δισ. ευρώ. Η ναυτιλία αντιμετωπίζει επίσης σοβαρούς κινδύνους από πιθανές επιθέσεις και περιορισμούς διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα, γεγονός που αυξάνει ναύλους, ασφάλιστρα και λειτουργικά κόστη. Παράλληλα, οι διαταραχές στις θαλάσσιες οδούς και στη Διώρυγα του Σουέζ επηρεάζουν την εφοδιαστική αλυσίδα, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών πρώτων υλών και ενέργειας και προκαλώντας πιέσεις στο διεθνές εμπόριο και στις τιμές. Η διάρκεια και η γεωγραφική επέκταση της σύρραξης θα καθορίσουν τελικά το μέγεθος των οικονομικών επιπτώσεων.













