Η Κρήτη στις πιο τουριστικοποιημένες περιοχές της Ευρώπης
Αναγκαία η εύρεση λύσεων στο στεγαστικό και η στήριξη της τοπικής αγοράς εργασίας
Δεδομένα, αλλά όχι απαραίτητα στραμμένα προς την εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοίκων και των τοπικών κοινωνιών, είναι τα οφέλη της τουριστικής βιομηχανίας, κυρίως σε προορισμούς με μεγάλη εξάρτηση από αυτήν. Η ακριβή και απρόσιτη στέγη, ο εκτοπισμός των κατοίκων από γειτονιές και αστικά κέντρα, η σχεδόν εξ ολοκλήρου στροφή της εργασίας προς την επιχειρηματική μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και η αντικατάσταση της άλλοτε κυρίαρχης, παραδοσιακής, επαγγελματικής δραστηριότητας αποκλειστικά με τομείς που εστιάζουν στην κάλυψη των τουριστικών απαιτήσεων είναι συνέπειες που διαφαίνονται και στο Ρέθυμνο, πιο έντονα τα τελευταία χρόνια. Στην πραγματικότητα οι παραπάνω συνθήκες μετασχηματίζουν ή ακόμα και υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, μετατρέποντας τη στέγη από κοινωνικό δικαίωμα, σε επενδυτικά προσανατολισμένο σχεδιασμό και προωθώντας ένα ενιαίο και οριζόντιο μοντέλο αστικής ανάπτυξης. Παρά τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας, την άνθιση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και την προσέλκυση επενδύσεων από το εξωτερικό, οι περισσότερες κατοικίες μετατρέπονται σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται με βάση την τουριστική ζήτηση για να επιβιώσουν και οι μόνιμοι κάτοικοι δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να παραμείνουν στις γειτονιές τους, των οποίων ο χαρακτήρας έχει έτσι και αλλιώς αλλοιωθεί. Η Κρήτη βρίσκεται στο επίκεντρο της τουριστικής πίεσης σε ανθρώπους και υποδομές, καθώς αποτελεί μία υπό τις ευρωπαϊκές περιφέρειες με τις περισσότερες τουριστικές αφίξεις, κλίνες, τουριστική απασχόληση και τουριστικό παραγόμενο προϊόν ανά κάτοικο και ανά επιφάνεια. Με γνώμονα τα παραπάνω, ξεπροβάλλει η ανάγκη για πολιτικές που δεν θα μετριάζουν απλώς συνέπειες που φθείρουν την ποιότητα ζωής των ντόπιων, αλλά που θα δίνουν βιώσιμες λύσεις στα προβλήματά τους, οριοθετώντας και όχι πολεμώντας το ισχύον αναπτυξιακό μοντέλο. Η ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας, ο πραγματικός περιορισμός της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η στήριξη παράπλευρων με τον τουρισμό κλάδων δημιουργούν προοπτικές αντιστροφής των αρνητικών συνεπειών επίτευξης μία πιο ισορροπημένης ανάπτυξης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Εργαστηρίου για την γεωγραφία της Εργασίας στο τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με τίτλο «Touristification, Gentrification και finacialization nexus in Southern Europe» (Τουριστικοποίηση, εξευγενισμός περιοχών και πλέγμα χρηματοοικονομικοποίησης της κατοικίας στην Νότια Ευρώπη) όλα τα παραπάνω αποτελέσματα έχουν άμεση επίδραση τόσο στην κατοικία, όσο και στην εργασία σε τουριστικούς προορισμούς, ιδιαίτερα στην Νότια Ευρώπη. Συγκεκριμένα οφείλονται σε τρεις βασικούς παράγοντες: Τον εξευγενισμό περιοχών (gentrification), την τουριστικοποίηση (touristification) και τη χρηματοοικονομικοποίηση της κατοικίας (housing financialization).
Ο εξευγενισμός αφορά την αντικατάσταση των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων από κατοίκους με υψηλότερα εισοδήματα, καθώς οι γειτονιές αναβαθμίζονται, οι αξίες γης αυξάνονται και αλλάζουν οι χρήσεις τους. Η τουριστικοποίηση αποτελεί μια συγγενή διαδικασία, κατά την οποία ολόκληρες περιοχές προσανατολίζονται πλέον στις ανάγκες του τουρισμού. Οι κατοικίες μετατρέπονται σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, οι επιχειρήσεις απευθύνονται κυρίως σε επισκέπτες και οι μόνιμοι κάτοικοι δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να παραμείνουν στις γειτονιές τους. Κοινός παρονομαστής των δύο αυτών διαδικασιών είναι η επιδίωξη της μέγιστης οικονομικής απόδοσης από την ακίνητη περιουσία. Όταν μια κατοικία αποφέρει σημαντικά μεγαλύτερο εισόδημα ως τουριστικό κατάλυμα σε σχέση με τη μακροχρόνια μίσθωση, η αγορά στρέφεται αναπόφευκτα προς αυτή την κατεύθυνση, μετατρέποντας σταδιακά την κατοικία, από κοινωνικό αγαθό σε επενδυτικό προϊόν, προσελκύοντας ολοένα και μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια.
«Η τουριστικοποίηση βάζει περιορισμούς όχι μόνο τους εργαζόμενους στον τουρισμό, αλλά και σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες εργαζομένων»
Εξηγώντας τα αποτελέσματα της έρευνας στα «Ρ.Ν.», ο Κώστας Γουρζής, επίκουρος καθηγητής της Οικονομικής του χώρου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης και ένας εκ των συγγραφέων της έρευνας, αναφέρθηκε στη σύνδεση της τουριστικοποίησης με τον εξευγενισμό, ως έννοιες με παρόμοια αποτελέσματα και αιτίες. «Αφενός η αιτία και των δύο διαδικασιών αυτών, είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους που αποκομίζει ένας ιδιοκτήτης από την ακίνητη περιουσία του. Οπότε όταν είναι πολύ μεγάλη διαφορά από το ενοίκιο που αποκομίζει κάποιος με την υφιστάμενη χρήση, σε σχέση με το τι θα μπορούσε να κερδίζει, τότε στρέφεται αναπόφευκτα προς την χρήση που θα μπορούσε να κερδίζει πολύ περισσότερα. Αυτό το βλέπουμε και στην τουριστικοποίηση όπου όλα τα μακροχρόνια ενοίκια μετατρέπονται σε βραχυχρόνια. Και τα αποτελέσματα αυτών των δύο διαδικασιών είναι ότι χαμηλότερα στρώματα αντικαθίστανται από σχετικά ή και πολύ ξεκάθαρα πιο εύπορα στρώματα». Επιπλέον και σύμφωνα με τον κ. Γουρζή, τόσο ο εξευγενισμός, όσο και η τουριστικοποίηση έχουν πολύ μεγάλη επίπτωση στην εργασία. «Η τουριστικοποίηση δεν πολλαπλασιάζει απλώς τις τουριστικές επιχειρήσεις, και να σημειωθεί οι τουριστικές επιχειρήσεις διεθνώς είναι ένας χώρος εργασίας που η επισφάλεια είναι πιο συνηθισμένη, αλλά επηρεάζει και ανθρώπους εντελώς άσχετους με τον τουρισμό. Για παράδειγμα σύμφωνα με έρευνά μας, ακόμα και ελεύθεροι επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης, δηλαδή ψυχολόγοι, γραφίστες, διαφημιστές κ.τλ., βλέπουν το πελατολόγιό τους να εκτοπίζεται από αυτές τις περιοχές, χάνουν τα δίκτυα των πελατών τους και αυτό αυξάνει την πίεση εκτοπίζοντας και τους ίδιους. Και φυσικά ταυτόχρονα έχουν και πολύ αυξημένα πάγια έξοδα, όχι μόνο τα ένοικιά τους, αλλά ακόμα και η φορολογία της περιουσίας τους είναι πολύ μεγαλύτερη σε τουριστικοποιημένες περιοχές», εξήγησε ο κ. Γουρζής, συμπληρώνοντας επίσης ότι: «Η τουριστικοποίηση βάζει περιορισμούς όχι μόνο στους εργαζόμενους στον τουρισμό, γιατί ο τουρισμός γίνεται πολύ πιο εντατικός και ούτως ή άλλως ήταν επισφαλής η εργασία σε αυτόν, αλλά βάζει περιορισμό και σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες εργαζομένων. Σε προηγούμενες έρευνές μας, έχουμε δείξει ότι αυτό συμβαίνει και στην εστίαση, και στα σούπερ μάρκετ, και στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους εργαζόμενους στη φιλοξενία».

Η Κρήτη μέσα στις πιο τουριστικοποιημένες περιφέρειες της Ευρώπης
Μάλιστα, στις κορυφαίες θέσεις Περιφερειών με τη μεγαλύτερη πίεση από την τουριστική δραστηριότητα βρίσκεται η Κρήτη, σύμφωνα επίσης με έρευνα του Εργαστηρίου. Όπως τόνισε ο κ. Γουρζής: «Την Κρήτη την έχουμε δει μέσα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές περιφέρειες μέσω ενός σύνθετου δείκτη ο οποίος στο περιφερειακό επίπεδο υπολογίζει τις αφίξεις και τις κλίνες ανά κατοίκους και ανά επιφάνεια, καθώς επίσης και το ποσοστό της τουριστικής απασχόλησης και το ποσοστό του τουριστικού παραγόμενου προϊόντος και βγάζει μια κατάταξη όλων των ευρωπαϊκών περιφερειών. Με βάση αυτό, όλες οι περιφέρειες της Κρήτης είναι αρκετά ψηλά. Σχεδόν όλες τις ελληνικές περιφέρειες, ακόμα και αυτές που δεν θεωρούνται πολύ τουριστικές μέσα στο ελληνικό πλαίσιο για παράδειγμα τη Θεσσαλία ή το Βόρειο Αιγαίο ακόμα και αυτές είναι μέσα στην πρώτη 25α, 30α των ευρωπαϊκών περιφερειών. Δηλαδή ανάμεσα σε 270 περιφέρειες η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών περιφερειών είναι μέσα στις πρώτες 25 θέσεις. Η Κρήτη ιδιαίτερα έχει πάρα πολύ μεγάλη πίεση από το τουρισμό. Χωρίς να ασχολούμαστε εξειδικευμένα με την Κρήτη τη βάλαμε και αυτή μέσα στις πάρα πολύ τουριστικοποιημένες περιφέρειες της Ευρώπης». Σε κάθε περίπτωση, η τουριστικοποίηση, σύμφωνα πάντα με τον κ. Γουρζή αυξάνει την πίεση ακόμα και σε περιοχές κοντά σε προορισμούς με αμιγώς τουριστικό πρόσημο, καθώς ήδη εφαρμόζονται περιορισμοί σε αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο του τουρισμού χωρίς όρια. Ενδεικτικά ο κ. Γουρζής έφερε το παράδειγμα της απαγόρευσης έκδοσης νέων αδειών για βραχυχρόνια μίσθωση σε ορισμένες περιοχές, μέτρο το οποίο ουσιαστικά μετατοπίζει την επέκταση της βραχυχρόνιας σε κοντινές περιοχές.
Περιορισμός της βραχυχρόνιας μίσθωσης, ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας και οικονομική ανάπτυξη πέραν του τουρισμού
Η έρευνα του Εργαστηρίου αναγνωρίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις της τουριστικοποίησης, προτείνει για τη διαχείριση και την αντιμετώπισή της, άμεσα μέτρα παύσης νέων αδειών για τη βραχυχρόνια μίσθωση σε πολύ επιβαρυμένες περιοχές, ανάμεσά τους και η Κρήτη, μια ευρύτερη πολιτική ενίσχυσης της κοινωνικής κατοικίας, πλαφόν στις τιμές της μακροχρόνιας στέγασης και μια ευρύτερη οικονομική, αναπτυξιακή και επιχειρηματική στροφή μακριά ή έστω συμπληρωματικά με το τουριστικό μοντέλο. «Γενικά το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Το πρόβλημα έχει να κάνει με το ότι πλέον η κατοικία αντιμετωπίζεται σαν ένα επενδυτικό προϊόν. Παλαιότερα, πιο ψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης ήταν όχι απλώς μια επενδυτική στρατηγική των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά ένα ολόκληρο πλαίσιο κοινωνικής πολιτικής με αιχμή αντιπαροχή, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της έλλειψης κοινωνικής κατοικίας. Στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ σοβαρή κοινωνική κατοικία και οι εργατικές κατοικίες καταργήθηκαν. Οπότε, το να μην έχουμε κοινωνική κατοικία και ταυτόχρονα η στέγαση να θεωρείται πεδίο επενδύσεων καθιστά το δικαίωμα στη στέγαση εντελώς απαξιωμένο. Επομένως, το πρόβλημα χρειάζεται μια γενικότερη στροφή στην προστασία της κατοικίας από τις επενδύσεις, τουλάχιστον κατά ένα ποσοστό και επίσης επειδή ο περισσότερος κόσμος δεν στρέφεται στον τουρισμό από επιλογή μόνο, αλλά στρέφεται και από ανάγκη γιατί δεν υπάρχει άλλη οικονομική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο σοβαρή, θα πρέπει να υπάρξει και μια διαφοροποίηση του ελληνικού οικονομικού προϊόντος», εξήγησε ο κ. Γουρζής, επισημαίνοντας τέλος, ότι χωρίς τα παραπάνω μέτρα δεν θα μπορέσει να υπάρξει αισθητό αποτέλεσμα, αλλά μόνο πολιτικές που μετριάζουν προσωρινά τις συνέπειες και τις μετατοπίζουν αλλού. «Δεν γίνεται να έχουμε τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και να περιμένουμε ταυτόχρονα ότι ο κόσμος θα σταματήσει να μετατρέψει την κατοικία του σε Airbnb ή ότι θα σταματήσει να πουλάει σε επενδυτές που θα το μετατρέψουν σε Airbnb», ανέφερε τέλος.











