30 °C Rethymno, GR
27/06/2022

Σταμάτης Σταματίου: Ο θρυλικός Σταμ Σταμ της δημοσιογραφίας

Από τις προσωπικότητες πανελλήνιας εμβέλειας που πέρασαν από τη Νομαρχία Ρεθύμνου και ο Σταμάτης Σταματίου. Από τους σημαντικούς δημοσιογράφους και λογοτέχνες της εποχής του που έμεινε στα Ελληνικά Γράμματα ως Σταμ Σταμ.

Μια πρώτη γνωριμία με αυτόν μας έκανε ο κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, σε ένα από τα εξαιρετικά του κείμενα που κοσμούν τον τοπικό τύπο.

Στο κείμενο αυτό αναφέρεται κυρίως η δράση της κυρίας Σταματίου στη φιλανθρωπική κίνηση της πόλης μας επί νομαρχίας του συζύγου της αλλά και μια μεγάλη «γκάφα» του ιδίου, όταν αντιμετώπισε σαν ζητιάνο τον μεγάλο μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Αυτό που μας δίνει αφορμή να ασχοληθούμε σήμερα με το Σταμάτη Σταματίου είναι ο αγώνας που έδωσε για την αποκατάσταση των προσφύγων πέρα από τη σπουδαία εθνική του δράση.

Και αξίζει πραγματικά να τον γνωρίσουμε γιατί διετέλεσε επίσης από τους πλέον επιτυχημένους νομάρχες που πέρασαν από το Ρέθυμνο, παρά τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε αξιολογώντας το έργο που άφησε.

Ο Σταμάτης Σταματίου, δημοσιογράφος, γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1881. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Βασιλική Σταματίου, το γένος Ανδρεοπούλου. Μικρότερος αδελφός του ήταν ο επίσης δημοσιογράφος και λογοτέχνης Χάρης Σταματίου (1890-1951).

Σε ηλικία 14 ετών πήγε στην Αθήνα όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Λεόντειο λύκειο.

Σε νεαρή ηλικία άρχισε να δημοσιεύει σκίτσα στη «Διάπλαση των Παίδων», αλλά και λογοτεχνικά κείμενα. Λίγο αργότερα προσελήφθη στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, κοντά στον οποίο και μαθήτευσε αποκτώντας σημαντική εμπειρία.

Η δίψα του για μάθηση τον έφερε σύντομα στα έδρανα της Νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών με τα χρήματα που έβγαζε από την εργασία του.

Όπως συνέβη και με άλλους δημοσιογράφους δεν καταδέχτηκε να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του επαγγέλματος και να μείνει στα μετόπισθεν σε κάθε κάλεσμα της πατρίδας.

Υπηρέτησε ως στρατιώτης στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και ως έφεδρος δεκανέας στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες.

Σε μια από αυτές σύνδεσε το όνομά του και με ένα σπουδαίο λάφυρο από το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Μια κόκκινη βουλγαρική σημαία με κεντημένα χρυσά γράμματα, που υπάρχει στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της οδού Σταδίου Πολεμώντας ως έφεδρος δεκανέας σώμα με σώμα στη μάχη της Στρώμνιτσας το 1913, την άρπαξε από τον Βούλγαρο σημαιοφόρο.

Ήταν στις 10 Ιουλίου του 1913. Όπως πολεμούσε βλέπει στο αντίπαλο βουλγαρικό τμήμα μια κόκκινη σημαία. Αυτή η σημαία τον προκάλεσε και τον εκνεύρισε. Έβαλε στόχο να την πάρει. Ρίχτηκε στη μάχη που γινόταν με ξιφολόγχες σώμα με σώμα και παρά τα χτυπήματα που δεχόταν κατάφερε να πλησιάσει τον Βούλγαρο σημαιοφόρο και να του αρπάξει τη σημαία.

Μετά την ηρωική του αυτή πράξη προήχθη τιμητικά σε λοχία για την ανδρεία του αυτή.

Η σημαία αυτή ανήκε στην Αρμενική Λεγεώνα ένα σώμα Αρμενίων εθελοντών της Βουλγαρίας και είναι διαστάσεων 0.96 x 1,34 μ.

Ακόμα και στο στρατό ο Σταματίου δεν ξεχνούσε τον δημοσιογράφο. Έδινε συνεχώς το παρόν με στρατιωτικές ιστορίες κυρίως.

Διακεκριμένος δημοσιογράφος

Ο Σταμάτης Σταματίου, γνωστότερος ως Σταμ Σταμ όπως υπέγραφε τα κείμενά του διακρίθηκε ως δημοσιογράφος, ευθυμογράφος και σκιτσογράφος.

Για πολλές δεκαετίες κατά την προπολεμική περίοδο εργάστηκε στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και έγινε κυρίως γνωστός από τις εύθυμες «Ιστορίες του χωριού», γραμμένες σε ρουμελιώτικο ιδίωμα. Αργότερα έγινε και διευθυντής.

Συνεργάσθηκε και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, όπως η «Πατρίς», το «Έθνος», το «Μπουκέτο», η «Πρωία», η «Έδεσσα κ.λπ.

Σε μια από τις φάσεις αυτές της καριέρας του έκανε τη γκάφα να περάσει το μεγάλο μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για …ζητιάνο και να προσπαθήσει να τον «ξεφορτωθεί» με ένα …δεκάρικο.

Είχε όμως τη λεβεντιά να αναγνωρίσει το σφάλμα του και να ζητήσει συγγνώμη από τον «κοσμοκαλόγερο» της λογοτεχνίας μας.

 

 

Ο ρόλος του στον δημόσιο βίο

Πως τώρα ο ήρωας αυτός βρέθηκε σε Νομαρχιακό θώκο; Ήταν από τους πλέον έμπιστους του Ελευθερίου Βενιζέλου και με προτροπή του Εθνάρχη ανέλαβε διάφορες σημαντικές κρατικές θέσεις, όπως στο γραφείο τύπου της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου, ως υποδιοικητής στο Σιδηρόκαστρο κ.ά.

Σεπτέμβρη του 1915 τοποθετήθηκε στο Καστελλόριζο και το 1916 ανέλαβε καθήκοντα νομάρχη στην Καστοριά. Προσχώρησε στο Κίνημα Εθνικής Άμυνας, και εξ αυτού του λόγου παύθηκε από την κυβέρνηση της Αθήνας. Το 1918 ανέλαβε νομάρχης Φλώρινας και στη διετία 1919-1920 νομάρχης Πέλλας. Όταν το 1920 ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και ανέλαβαν οι Λαϊκοί, παύθηκε από την νομαρχία, στην οποία επανήλθε κατά τη διάρκεια της επαναστατικής κυβέρνησης των Γονατά – Πλαστήρα (1922-1923). Κατά την περίοδο αυτή ειδικά, βοήθησε αποφασιστικά τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και του Πόντου να χτίσουν τα σπίτια τους αρχίζοντας μια νέα ζωή στις καινούργιες πατρίδες. Επέβλεπε ο ίδιος τα έργα και επικοινωνούσε με τους πρόσφυγες για τα προβλήματά τους. Το 1924-1925 ανέλαβε νομάρχης Δράμας και παύθηκε αργότερα από τη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου.

Πρωτοσέλιδη φωτογραφία του στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ

Το 1930-1933 ήταν νομάρχης Ρεθύμνου.Ο Σταμ Σταμ διαδέχτηκε τον Ανδρέα Μάρκελο, έναν από τους συμπαθέστερους νομάρχες αν κρίνουμε από δημοσιεύματα και μετά την αναχώρησή του.

Ιδιαίτεροι πανηγυρισμοί δεν βλέπουμε να γίνονται με την άφιξή του Ίσως γιατί οι συνθήκες δεν είναι οι πιο κατάλληλες για τον τόπο.

Το Ρέθυμνο δεν είναι και στις καλύτερες περιόδους από την ύπαρξή του καθώς είναι ανοικτά πολλά ζητήματα με το προσφυγικό να κυριαρχεί.

Όπως τουλάχιστον βεβαιώνει μια έκθεση του γιατρού Ευκλείδη στον τοπικό τύπο η κατάσταση των προσφύγων είναι αθλία κατά το επιεικέστερον.

Ζητήματα υπάρχουν και με το Σύνταγμα που προκαλεί μάλιστα και εξεγέρσεις η περίπτωση μεταφοράς του αλλά και άλλα θέματα.

Ο Σταμάτης Σταματίου δείχνει μια περίεργη ψυχραιμία. Μοιάζει στην αρχή της ανάληψης των καθηκόντων του να μελετά την ιδιοσυγκρασία των Ρεθεμνιωτών και να μη προβαίνει σε αποφάσεις που θα έριχναν λάδι στη φωτιά.

Μεταξύ των άλλων προβλημάτων και η απαίτηση κάποιων χωριών να προσαρτηθούν σε άλλη κοινότητα από αυτή που βρίσκονται.

Για παράδειγμα τα Αναχουρδομέτοχα απαιτούν να αποσχισθούν από τον Πρινέ και να αποτελέσουν ανεξάρτητη κοινότητα. Για να ενισχύσουν μάλιστα την απαίτησή τους αυτή οι κάτοικοι δεν συμμετείχαν στις τελευταίες εθνικές εκλογές. Παρά τα πυκνά νέφη ο νέος νομάρχης δεν χάνει το θάρρος του.

Απλά συμπονώντας τον αναξιοπαθούντα συνάνθρωπο ξεκινά τη δράση του με φιλανθρωπικές ενέργειες όπως την χορήγηση 3000 δραχμών σε 20 οικογένειες πολυτέκνων που είχαν μεγάλη ανάγκη. Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από γεγονότα της πρώτης περιόδου που ανέλαβε καθήκοντα, είχε καταφέρει να προσελκύει το ενδιαφέρον κυβερνητικών παραγόντων, ώστε να υπάρχει μια κίνηση των ζητημάτων που έχριζαν αμέσου αντιμετώπισης, όπως για παράδειγμα έδωσε πολλές ελπίδες η άφιξη του γενικού διοικητού Κατεχάκη που ανακίνησε το θέμα του μελετώμενου συνοικισμού των αστών προσφύγων.

Για τους σεισμοπαθείς μετά από επαναλαμβανόμενες σεισμικές δονήσεις, το Μάρτιο του 1930, που είχαν προκαλέσει ζημιές σε 300 σπίτια της ευρύτερης περιοχής Μυλοποτάμου κατάφερε ο βουλευτής Μυλοποτάμου Σκουλάς να του εξασφαλίσει 150.000 δρχ. για τις πρώτες ανάγκες των σεισμοπλήκτων Βέβαια μπροστά στις ζημιές που ξεπερνούσαν το εκατομμύριο η βοήθεια ήταν σταγόνα στον ωκεανό, αλλά μπροστά στο «ολότελα  καλή κι η Παναγιώταινα» κατά το λαϊκό ρηθέν.

Εκτός τώρα από σεισμούς, καταποντισμούς και άλλα τινά που πρόσθεσαν πονοκεφάλους στον νεοτοποθετηθέντα Νομάρχη ήρθαν και οι ακρίδες να συμπληρώσουν την εικόνα της μιζέριας στον νομό, αλλά και πάλι τα κατάφερε να ξεπεράσει το πρόβλημα.

Λίγο από τύχη, λίγο από καλό κουμάντο κατάφερε με πολλές δυσκολίες να δώσει μια ώθηση στα κοινοτικά έργα.Το βασικότερο επίτευγμά του όμως τον πρώτο χρόνο της θητείας του στη Νομαρχία ήταν να συμμετάσχει επιτέλους και το Ρέθυμνο στο Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης μετά από απουσία δύο ετών και να σαρώσει μάλιστα τα βραβεία. Αυτό χαιρετίστηκε ιδιαίτερα και σε ένα απολογισμό δράσης που διαβάζουμε στην «Εφημερίδα των Συζητήσεων» του Πολύβιου Τσάκωνα τις πρώτες μέρες του 1931.

Το 1930-1933 ήταν νομάρχης Ρεθύμνου.

Το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη

Μια ακόμα φάση που θα μπορούσε να  «στείλει» τον Σταμάτη Σταματίου  στον άλλο κόσμο, ήταν με το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη που θα ήταν μέσα στις εκδηλώσεις της εκατονταετηρίδας. Ενώ όλα έβαιναν καλώς και η ανατολή του 1930 σηματοδοτούσε και την εκπλήρωση του ονείρου, συνέβησαν κωμικοτραγικά γεγονότα που αν έλειπε ο Νικόλαος Ασκούτσης θα κατέληγε σε φιάσκο η όλη προσπάθεια.

Μόλις είχαν συγκεντρώσει κάποιο ποσόν τα μέλη της επιτροπής που είχε αναλάβει τη διαχείριση του θέματος, ήρθαν σ’ επαφή με γλύπτη στην Αθήνα και διαπραγματεύτηκαν μαζί του την φιλοτέχνηση του αγάλματος.

Κλείσανε στις 140.000 δραχμές, δόθηκε μια προκαταβολή 105.000 δραχμών και συμφωνήθηκε να τελειώσει το άγαλμα, να μεταφερθεί στην πόλη για να το αξιολογήσει αρμόδια επιτροπή και αφού τοποθετηθεί να εξοφληθεί το ποσόν στον καλλιτέχνη.

Κι ενώ όλα έβαιναν καλώς κι άρχισε να σχεδιάζεται η οργάνωση της τελετής, λαμβάνει η επιτροπή κάποιες περίεργες επιστολές που από θαύμα τα μέλη της γλίτωσαν το έμφραγμα.

Ο καλλιτέχνης φαίνεται πως είχε χρέη. Οι πιστωτές του λοιπόν προχώρησαν σε κατάσχεση και μέσα στα αντικείμενα που θα «έτρωγε» το μαύρο σκοτάδι ήταν και το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη. Για να μη χάσουν τα λεφτά τους ζητούσαν από την αρμόδια επιτροπή να τους δοθεί το ποσόν των 60.000 δραχμών, για να παραχωρήσουν αμέσως το άγαλμα. Όφειλαν όπως τόνιζαν – περισσότερο για «καλόπιασμα» – να προτιμήσουν το Ρέθυμνο από άλλη πόλη που θα έδειχνε ενδιαφέρον από τη στιγμή μάλιστα που είχε δοθεί από αυτό η σχετική παραγγελία.

Εκεί πάνω στις διαπραγματεύσεις σπαταλήθηκε χρόνος και το άγαλμα βγήκε σε πλειστηριασμό αντί του ποσού των …500 δραχμών. Νέα οδύσσεια από πλευράς της επιτροπής μέχρι να βρεθεί μια λύση. Εδώ στάθηκε πολύτιμη η παρέμβαση του Νικολάου Ασκούτση, ο οποίος κατάφερε να φέρει την επιτροπή σε επαφή με τον αγοραστή του αγάλματος. Ακολούθησαν νέα παζάρια μέχρι που συμφωνήθηκε να δώσει ο αγοραστής το άγαλμα αντί του ποσού των 20.000 δραχμών. Έτσι κι έγινε. Ο αγοραστής πήρε προκαταβολή δέκα χιλιάδες και τα υπόλοιπα όπως συμφωνήθηκε του δόθηκαν αργότερα.

Έτσι ήρθε επιτέλους το άγαλμα στο Ρέθυμνο λίγες μέρες πριν ξεκινήσει ο πανελλήνιος εορτασμός για την επέτειο των 100 χρόνων από την απελευθέρωση.

Είναι γεγονός ότι είχε πολλά να αντιμετωπίσει ο Σταματίου στο Ρέθυμνο. Τον βλέπουμε όμως και στο πρώτο συλλαλητήριο που αντιμετώπισε να δείχνει μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Δυο μέρες μετά από αυτό δημοσιεύει μια παράκληση στο τοπικό τύπο όπως όλα τα ζητήματα να φθάνουν στο νομάρχη προς συζήτηση και δεν χρειάζονται κινητοποιήσεις για τη διευθέτησή τους.

Πόσο εκτιμήθηκε η εν γένει στάση του φαίνεται από την αντίδραση των Ρεθεμνιωτών μετά από φήμες για πιθανή μετάθεσή του στη Νομαρχία Ηρακλείου το Δεκέμβριο του 1930.

Η εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» σχολιάζει πρωτοσέλιδο το γεγονός απευχόμενη να ευσταθεί η φήμη δεδομένου ότι «Στο πρόσωπο του κ. Σταματίου θα έχανε ο νομός το νομάρχη που προασπιζόταν με θέρμη τα αιτήματα του νομού, τον ακούραστο και δημοκρατικό , τον άμεμπτο και ευγενέστατο διοικητικό άρχοντα».

Ο Σταμάτης Σταματίου βλέπουμε να διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στη δημιουργία και λαϊκής αγοράς, εβδομαδιαίας λεγόταν τότε, με καλές προοπτικές για την τοπική οικονομία. Προσέφυγαν όμως οι κρεοπώλες στο δημοτικό συμβούλιο και είχαμε άλλες εξελίξεις για τις οποίες ετοιμάζουμε άλλο αφιέρωμα με μεγάλο ενδιαφέρον.

Επί θητείας του διαπιστώνουμε αναβάθμιση των εκπαιδευτικών συνεδρίων και σε ποιότητα θεμάτων και σε συμμετοχή όπως και της λειτουργίας των Παιδικών Κατασκηνώσεων που ήταν μια ιδέα του δασκάλου Γεωργίου Ζανουδάκη. Περισσότερα θα αναφέρουμε σε προσεχές σχετικό μας αφιέρωμα με συμπληρωματικά στοιχεία από νεότερη έρευνά μας.

Για το φιλανθρωπικό του έργο υπάρχει ένα εξαιρετικό κείμενο του κ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη που αναφέρεται στον Σταματίου αλλά και στη σύζυγό του.

Η προτομή του στην είσοδο της Νομαρχίας Πέλλας

Έγινε διάσημος με το «Μήτρο»

Ο Σταματίου υπηρέτησε τη Νομαρχία Ρεθύμνου  μέχρι το 1933. Περνούν τα χρόνια κι εκείνος γίνεται διάσημος με τις ιστορίες του με το «Μήτρο» που καθιέρωσε και με σκίτσο, χαρακτηριστικό τύπο Ρουμελιώτη χωρικού.

Γράφει πολλά ευθυμογραφήματα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά  (Ακρόπολις, Έθνος, Μπουκέτο, κ.ά.). Τα κείμενά του, γραμμένα σε ρουμελιώτικο ιδίωμα και με σκίτσα του ίδιου, τα υπέγραφε με το ακρώνυμο «Σταμ Σταμ» και έφεραν τον γενικό τίτλο Ιστορίες του χωριού.

Ακόμα και στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 δίνει δυναμικά το παρόν στέλνοντας ανταποκρίσεις από το Πόγραδετς.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής άρχισε η επιδείνωση της υγείας του. Πέθανε όμως αργότερα στη Θεσσαλονίκη στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν το 1946 σε ηλικία 65 χρόνων.

Ήταν μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και του Συνδέσμου Σκιτσογράφων.

Για τη εθνική προσφορά του το 1919 του είχε απονεμηθεί ο Αργυρός Σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος. Ως νομάρχης Φλώρινας το 1918 τιμήθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής.

Η Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών τίμησε τον ίδιο και τον αδελφό του Χάρη με φιλολογικό συνέδριο το 1999.

Το χαρακτηριστικό σκίτσο που έβαζε στα κείμενά του σε ρουμελιώτικη διάλεκτο με ιστορίες του χωριού

Αυτός εν ολίγοις ήταν ο Σταμάτης Σταματίου ο περίφημος Σταμ Σταμ που διετέλεσε και νομάρχης Ρεθύμνου. Επί της νομαρχίας του συνέβησαν αρκετά γεγονότα που έχρηζαν άμεσης αντιμετώπισης. Και αν βγήκε αλώβητος πολιτικά από τις τόσες περιπέτειες που βίωσε, ήταν γιατί ήξερε πώς να αντιμετωπίσει με σεβασμό τους πολίτες, χωρίς ακρότητες και χωρίς μεθόδους που προσβάλουν ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Για την ιστορία μόνο να προσθέσουμε ότι η περίπτωση του Σταμάτη Σταματίου δείχνει ακόμα μια φορά πόσο σημαντική είναι η συνένωση των πολιτικών δυνάμεων για την προκοπή ενός τόπου.

Κάποτε όπως δώσαμε παραπάνω μερικά παραδείγματα οι δυσκολίες αντιμετωπίζονταν με σύμπνοια. Ο εκάστοτε βουλευτής στήριζε τον νομάρχη με ουσιαστικό έργο. Καμιά του κίνηση δεν ήταν μόνο για εντυπωσιασμό. Όλες έφεραν και κάποιο αποτέλεσμα. Μπορεί να μην ήταν θεαματικό. Έφεραν όμως αποτέλεσμα. Ήταν μια μικρή έστω ανάσα.

Σήμερα μάλλον πως έχει αλλάξει ο ρόλος των βουλευτών αν κρίνουμε από τις αποδόσεις ενός εκάστου κάθε παράταξης. Αλλά δεν είναι της παρούσης και των αρμοδιοτήτων μας ο σχολιασμός αυτός. Καθένας πράττει κατά συνείδηση. Και σ’ αυτή κυρίως θα λογοδοτήσει κάποτε.