Προβληματισμός στον εμπορικό κόσμο εν όψει χειμώνα
Η τουριστική περίοδος ανέκαθεν αποτελούσε την εποχή όπου η αγορά ήταν κερδισμένη αφού περισσότερο του 60% του ετήσιου τζίρου γίνεται την καλοκαιρινή περίοδο. Και μάλιστα όταν αναφερόμαστε σε καλοκαιρινή περίοδο δε εννοούμε τους τρεις ημερολογιακά μήνες αλλά και το δίμηνο της άνοιξης και του φθινοπώρου. Αυτό είναι λογικό, γιατί ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται και τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής η σχεδόν μαζική στροφή των επιχειρηματιών σε δράσεις και καταστήματα που απευθύνονται σε τουρίστες. Και είναι σχεδόν όλα πανομοιότυπα. Αυτό μεταμορφώνει σταδιακά την αγορά της πόλης, αφού περιορίζονται σημαντικά τα παραδοσιακά εμπορικά καταστήματα που απευθύνονται σε καταναλωτές και αφορούν είδη ένδυσης υπόδησης κτλ. Τη θέση τους παίρνουν καταστήματα με σουβενίρ ή και αξεσουάρ με ιδιαίτερη αναφορά και στόχευση τους ξένους επισκέπτες και όχι τους ντόπιους. Δεν είναι τυχαίο ότι δρόμοι όπως αυτός της Εθνικής Αντιστάσεως που κάθε καλοκαίρι σφύζουν από ζωή και είναι σχεδόν απροσπέλαστοι λόγω του πλήθους των επισκεπτών, τον χειμώνα ερημώνουν.
Η παραδοσιακή αγορά συρρικνώνεται και αυτό δημιουργεί προβληματισμούς στον εμπορικό κόσμο που προσπαθεί μέσα σε ένα δυσμενές οικονομικά περιβάλλον να ανταποκριθεί στα καθημερινά του λειτουργικά κυρίως έξοδα, την ίδια στιγμή που η ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου αποτελεί ένα ακόμα σοβαρό «πλήγμα» που για πολλούς είναι μη διαχειρίσιμο.
Με αυτά τα δεδομένα ο απολογισμός της φετινής εκπτωτικής περιόδου όπως λέει η πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αρνητικός, δημιουργεί ωστόσο προβληματισμό και αγωνία εν όψει του χειμώνα. Όχι επειδή η κατανάλωση μειώθηκε, αλλά επειδή αυτή έμεινε σταθερή ίσως και σε κάποιες περιπτώσεις να αυξήθηκε όμως αυτό δεν αποτυπώνεται στους τζίρους των επιχειρήσεων γιατί η αξία του χρήματος είναι διαφορετική. Το επόμενο διάστημα οι εκπτώσεις θα συνεχιστούν με τη μορφή προσφορών: «Η αξία των χρημάτων κάθε χρόνο δυστυχώς ανεβαίνει. Οι μισθοί μένουν σταθεροί, οπότε αναγκαστικά οι καταναλωτές επιλέγουν που θα ξοδέψουν τα χρήματά τους. Το σούπερ μάρκετ αποτελεί τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή μας» τονίζει η κ. Τσικιντίκου, σημειώνοντας ότι είναι αυτό που θα καθορίσει τι θα μείνει στον οικογενειακό προϋπολογισμό για να δαπανηθεί σε άλλες αγορές. Όπως συμπλήρωσε η παρουσία των τουριστών είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση του τζίρου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι ντόπιοι γύρισαν την πλάτη στην αγορά. Κάθε άλλο «Είχαμε γάμους πανηγύρια, βαφτίσεις και πολλές εκδηλώσεις που αφήνουν χρήμα στην αγορά, το καλοκαίρι μας σώζει. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ο τζίρος του καλοκαιριού αντιστοιχεί στο 60% του ετήσιου τζίρου των επιχειρήσεων» αναφέρει. Το διάστημα των εκπτώσεων δεν ήταν κακό, μας λέει, απλά η ακρίβεια δεν επιτρέπει αύξηση στον τζίρο αφού η αξία του χρήματος ανεβαίνει και οι μισθοί παραμένον σταθεροί.
Ο χειμώνας δεν είναι πολύ μακριά και δημιουργεί για μια ακόμα χρονιά συνθήκες δύσκολες. Κάποιοι συνηθίζουν και βάζουν λουκέτο αφού το εμπόρευμα τους δεν απευθύνεται σε ντόπιους. Η αγορά σε μεγάλο βαθμό ερημώνει. Η κίνηση και η κατανάλωση περιορίζεται. Και αυτό είναι δεδομένο. Χρόνο με τον χρόνο μάλιστα λόγω της παρατεταμένης ακρίβειας η κατάσταση όλο και χειροτερεύει και το κλίμα ανασφάλειας κυριαρχεί.
«Σίγουρα η αγορά θα συρρικνωθεί. Όμως ένας επιχειρηματίας πάντα σκέφτεται πως θα επιβιώσει. Σίγουρα θα έχουμε λιγότερα καταστήματα λιγότερα είδη» τονίζει η κ. Τσικιντίκου που θέλει να διατηρεί την αισιοδοξία της.
Τα αποτελέσματα της έκθεσης της ΕΣΕΕ
Το Ινστιτούτο της ΕΣΕΕ παρουσιάζει τα αποτελέσματα από την πανελλαδική του Έρευνα για την πορεία των Θερινών Εκπτώσεων 2025. Με αφορμή τα ευρήματα της έρευνας ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης δήλωσε: «Τα αποτελέσματα των θερινών εκπτώσεων έρχονται να συμπληρώσουν το αρνητικό «σερί» της αγοράς από την αρχή του χρόνου. Έξι στις δέκα επιχειρήσεις κατέγραψαν πτώση πωλήσεων, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη αδυναμία τους να ανακάμψουν. Τα βασικά ορόσημα της χρονιάς – χειμερινές εκπτώσεις, πασχαλινή περίοδος και θερινές εκπτώσεις – χάθηκαν για τον κλάδο. Αυτό που μένει, εκτός από τον ισχνό τζίρο, είναι η ανησυχία χιλιάδων μικρομεσαίων και πολύ μικρών εμπορικών επιχειρήσεων για την πορεία των επόμενων μηνών. Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε άμεσες παρεμβάσεις, στηρίζοντας ουσιαστικά τις επιχειρήσεις που κρατούν ζωντανή την αγορά και την απασχόληση. Και, επιπλέον, ήρθε η ώρα να επαναξιολογήσουμε τον θεσμό των εκπτώσεων ώστε να έχει θετικό αντίκτυπο σε επιχειρήσεις και καταναλωτές».
Βασικά ευρήματα έρευνας για τις θερινές εκπτώσεις
Την ίδια στιγμή τα αποτελέσματα της πανελλαδικής έρευνας της ΕΣΕΕ είναι χαρακτηριστικά για την κατάσταση που επικρατεί.
Σύμφωνα με αυτά έξι στις 10 (59%) επιχειρήσεις στο λιανικό εμπόριο κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια των θερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μόλις 1 στις 10, κυρίως πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, κατέγραψαν θετικό πρόσημο. Ως εκ τούτου, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (47%) εμφανίστηκαν λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις πωλήσεις τους κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων. Σύμφωνα με την έρευνα η επιθυμία προσέλκυσης καταναλωτών ωθεί 4 στους 10 επιχειρηματίες (37%) να διατηρήσουν τις χαμηλές τιμές και τις προσφορές και μετά το επίσημο πέρας αυτών, παρά το περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο. Από τα συμπεράσματα προκύπτει ότι 6 στις 10 επιχειρήσεις υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%, με το «κλιμάκιο έκπτωσης» 31% – 40% να συγκεντρώνει την ισχυρότερη προτίμηση. Για σχεδόν 4 στις 10 επιχειρήσεις (38%) η περίοδος με την υψηλότερη αγοραστική κίνηση ήταν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, εύρημα που πιθανόν συνδέεται και με την έλλειψη ρευστότητας αλλά και τη χρονική συγκυρία καταβολής του επιδόματος αδείας /δώρου.
Για 7 στις 10 επιχειρήσεις στις οποίες καταγράφηκαν χαμηλότερες πωλήσεις συγκριτικά με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο πέρυσι, η μείωση διαμορφώθηκε έως 20%. Αντίθετα, για 2 στις 3 επιχειρήσεις που δήλωσαν αύξηση των πωλήσεων, η άνοδος δεν υπερέβη το 10% σε σχέση με πέρυσι. Δύο στις 3 επιχειρήσεις υιοθέτησαν τα ίδια, με το καλοκαίρι του 2024, ποσοστά εκπτώσεων.
Οι μισές (47%) επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εκπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα εμπορεύματα του καταστήματος.
Επίσης οι μισές (51%) επιχειρήσεις κατέγραψαν χαμηλότερη επισκεψιμότητα σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Κατόπιν των παραπάνω, μόνο το 21% των επιχειρηματιών δήλωσε πολύ έως πάρα πολύ ικανοποιημένο από την επισκεψιμότητα στα καταστήματα.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ΕΣΣΕ παρά την ενίσχυση των απομακρυσμένων πωλήσεων, το 45% των επιχειρηματιών δήλωσε πως οι πωλήσεις του φυσικού καταστήματος ήταν περισσότερες από τις ηλεκτρονικές. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει και τα κίνητρα που πρέπει να δοθούν για την περαιτέρω ψηφιακή ωρίμανση της αγοράς. Οι επιχειρηματίες αξιολογούν την ακρίβεια, την αύξηση του λειτουργικού κόστους, το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα για αγορές και την αύξηση των τιμών προμηθευτών ως τα πλέον σημαντικά προβλήματα με αρνητική επιβάρυνση· τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις (74%) σημειώνει πως το λειτουργικό της κόστος έχει διογκωθεί περισσότερο από 10% από τις αρχές του έτους έως σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, το 67% των επιχειρηματιών δηλώνει από «Καθόλου» έως «Λίγο» ανακουφισμένο από τα μέτρα στήριξης έναντι των ανατιμήσεων και αύξησης του ενεργειακού κόστους.









