Κώδικες ηθικής και αστυνομικές διατάξεις έβαζαν φρένο στον αποκριάτικο αυθορμητισμό
Κάθε δραστηριότητα έχει πάντα τα όριά της. Πόσο μάλλον ένα αποκριάτικο ξεφάντωμα. Στο Ρέθυμνο πάντως του παλιού καιρού οι απαγορεύσεις που δεν έλειπαν ήταν πάντα η δαμόκλειος σπάθη για την επιτυχία μιας χοροεσπερίδας.
Τα «απαγορεύεται» στην πόλη μας κατά τη διάρκεια της Αποκριάς ξεκινούσαν από την πρώτη μέρα που άνοιγε το Τριώδιο.
Πρώτα οι γυναίκες είχαν περίοπτη θέση στη λίστα των απαγορεύσεων.
Κάθε εμφάνιση γυναίκας έπρεπε να συνοδεύεται από συγγενικά πρόσωπα. Αδιανόητο να κυκλοφορήσει μόνη μια κυρία και φυσικά μια δεσποινίς. Τους γονείς και αδελφούς σε περίπτωση που δεν υπήρχαν αντικαθιστούσαν συγγενείς δεύτερου αλλά και τρίτου βαθμού.
Οι χοροί γίνονταν με απόλυτη τάξη αλλά θέση σ’ αυτούς είχαν οικογενειάρχες, ευυπόληπτοι συμπολίτες καταξιωμένοι κοινωνικά συμπολίτες και φυσικά ανάλογα ενδεδυμένοι. Οι κυρίες με τουαλέτες οι κύριοι με φράκο. Αλίμονο σε όποιον εμφανιζόταν με «ακατάστατη» περιβολή. «Έτρωγε πόρτα» χωρίς δεύτερη κουβέντα για να δανειστούμε τη γλώσσα της νεολαίας.
Μέσα στην αίθουσα τώρα απαγορεύονταν οι κινήσεις που δεν υπάκουαν στο αυστηρό πρωτόκολλο .
Οικογένειες με κόρες κάθονταν στα καθίσματα που είχαν τοποθετηθεί σε ημικύκλιο και φυσικά οι δεσποινίδες θα έπρεπε να κάθονται με αξιοπρέπεια και βλέμμα χαμηλωμένο. Ευτυχώς που υπάρχει και το πλαϊνό, οπότε μπορούσαν να ξέρουν αν ήρθε ο καλός τους. Γιατί ως γνωστόν ο έρωτας ποτέ δεν πειθαρχούσε σε απαγορεύσεις.

Μόλις είχαν τακτοποιηθεί όλοι οι καλεσμένοι οι νεαροί στη νοηματική έκαναν τις δέουσες συνεννοήσεις. Έχοντας το δικαίωμα να ζητούν κατά σειρά τις κοπέλες για χορό φρόντιζαν να είναι σε θέση που θα είχαν σειρά να καλέσουν την εκλεκτή τους.
Νοείται ότι θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί στο πως θα κρατούσαν τη ντάμα τους. Αυτό τον σκοπό είχαν τα γάντια. Να μην ακουμπά το χέρι γυμνό στην πλάτη της κοπέλας που ελέω παριζιάνικης μόδας ήταν μερικά δάκτυλα πάνω από τη μέση.
Και θα μου πείτε για ένα συρτό ή πεντοζάλη θα έπρεπε να έχουμε τόση διαδικασία; Αμ δε. Οι ευρωπαϊκοί ρυθμοί κυριαρχούσαν καθώς όπως έχουμε ξαναγράψει οι Ρεθεμνιώτες της εποχής διασκέδαζαν με Βέρντι (εφημερίς ΑΓΩΝ 1917).
Όταν πια η κούραση είχε καταβάλει τους περισσότερους περνούσαν στο μπουφέ που είχε όλα τα καλά του Θεού από τα χέρια των Κυριών που οργάνωναν τον χορό. Και στο τρίτο και τελευταίο μέρος της χοροεσπερίδας χόρευαν και κανένα παραδοσιακό χορό. Η απορία μου ήταν πότε ετοίμαζαν τα φαγητά για να διατηρούνται μέχρι τη βραδιά του χορού αφού δεν υπήρχαν τότε ούτε ψυγεία πάγου.
Ο αξέχαστος Λεωνίδας Καούνης που ακολουθώντας τη θεία του Βαρβάρα Μαμαλάκη σε συνεδριάσεις γνώριζε λεπτομέρειες, μας είχε εξηγήσει για τις περίφημες μαρινάδες που ετοίμαζαν οι χρυσοχέρες κυρίες και χάρις σ’ αυτές το έδεσμα ήταν και πεντανόστιμο και απολύτως ακίνδυνο.
Αυτές οι απαγορεύσεις (βλέπε πρωτόκολλο κοινωνικής αγωγής) κράτησαν και μέχρι τον πόλεμο.

Εκεί στα 1935 περιγράφει ο χρονογράφος της εφημερίδας ΤΥΠΟΣ την περιπέτεια μιας γυναίκας που πήρε την ηρωική απόφαση να «σπάσει» τους κώδικες και να απολαύσει μια αποκριάτικη βραδιά.
Αναφέρει σχετικά το συγκεκριμένο χρονογράφημα:
Μια γυναίκα μυστήριο
«Το σπίτι που ήμουν καλεσμένος ήταν κατάφωτο. Οι λιγοστοί καλεσμένοι που είχαν έλθει, μαζί με τους ανθρώπους του σπιτιού ανήσυχοι με ρωτούσαν για την κατάσταση του καιρού και φοβόταν ότι θα μας χαλάσει τα σχέδια. Γελαστήκαμε όμως γιατί σιγά-σιγά ο καιρός ησύχασε και όλοι ήλθαν αψηφώντας το κρύο. Έλειψαν μερικές από τις γυναίκες της παρέας και οι ηλικιωμένοι. Όλοι οι άλλοι ξέγνοιαστοι ριχτήκαμε στο γλέντι.
Κόντευαν μεσάνυχτα και δεν περιμέναμε πια κανένα όταν η πόρτα άνοιξε και μια γυναίκα τυλιγμένη σ’ ένα μαύρο φόρεμα και σκεπασμένο το πρόσωπο εκτός από τα μάτια, μπήκε στη μέση της σάλας. Έμοιαζε σαν χανούμ. Όλοι την κοίταζαν κι έκαναν διάφορες υποθέσεις, μα τα δικά μου μάτια είχαν κολλήσει στα δικά της που έλαμπαν σαν δυο αστέρια δίνοντας φως ακόμα και στο σκούρο φόντο που δημιουργούσε το ντύσιμό της.
Προσπαθούσα να καταλάβω σε ποιαν ανήκαν εκείνα τα υπέροχα μάτια. Δεν τα κατάφερα. Τις Ρεθεμνιώτισσες τις ήξερα όλες αν και τότε τα κορίτσια δεν έβγαιναν τόσο ελεύθερα όπως τώρα. Ζούσαν μέσα στο σπίτι και περίμεναν, ονειροπολώντας τις απόκριες και τις άλλες εξαιρετικές ημέρες της εξόδου.
«Όχι δεν την έχω ξαναδεί» έλεγα και της ζήτησα τον πρώτο χορό. Γλεντήσαμε σχεδόν ως το πρωί, οπότε πολύ πρωτύτερα από μας, έφυγε για να μείνει στη θέση της ένα τεράστιο ερωτηματικό.
Μα ποια είναι επιτέλους ρωτήσαμε σχεδόν όλοι μαζί την οικοδέσποινα.
Πέστε την όπως θέλετε μα το ίδιο κάνει απάντησε και άλλαζε κουβέντα.
Δεν ξαναρωτήσαμε κι εγώ όσες φορές αναφέρομαι στο γεγονός που έχει τόσο επηρεάσει μιλώ για την άγνωστη με τα ωραία μάτια.
«Και τη μαύρη καρδιά», ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.
Ήταν μια γριά που παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς μέχρι εκείνη τη στιγμή να βγάλει λέξη.
Όλοι ξαφνιαστήκαμε, ενώ ο ηλικιωμένος φίλος που μας διηγιόταν την ιστορία αυτή σηκώθηκε, την πλησίασε και τη ρώτησε νευρικά.
«Ξέρετε και ‘σεις αυτή την ιστορία;»
«Ναι» ξανάπε εκείνη. «Δεν ξέρετε όμως την τραγωδία που έκρυβε η γυναίκα αυτή».
Κι άρχισε να διηγείται.
Δεσμευμένη μ’ έναν άνδρα που διαρκώς την παρεξηγούσε, ήρθε στο Ρέθυμνο τρεις μήνες, πριν από την αποκριάτικη βραδιά εκείνη, που σας έκανε εντύπωση. Και μέχρι τότε δεν είχε πάει ούτε πάρα πέρα από τη γειτονιά της.
Ο άντρας κρατούσε σχεδόν φυλακισμένη εκείνη τη γυναίκα την τόσο τίμια μα και τόσο όμορφη που θεωρούσε μεγάλο έγκλημα και την πιο απλή ελαφρότητα. Κι εκείνη υπέφερε σιωπηλά χωρίς κανένας να το ξέρει – και ποιος ξέρει πόσο ακόμα καιρό θα κρυβόταν- αν δεν γινόταν εκείνος ο χορός που ξέρουμε. Ήταν καλεσμένη με τον άνδρα της και περίμενε με λαχτάρα να φτάσει εκείνη η βραδιά. Εκείνος όμως σαδιστικά άλλαξε γνώμη. Μάταια εκείνη τον παρακάλεσε. Σε απάντηση άκουσε τον στριγκό ήχο της κλειδαριάς και το βαρύ βήμα του που απομακρυνόταν. Την είχε κλειδώσει στο σπίτι κι εκείνος βγήκε για τη συνηθισμένη του έξοδο.
«Φτάνει πια», φώναξε εκείνη και εντελώς αυθόρμητα άρχισε να ντύνεται. Το σπίτι επικοινωνούσε με το διπλανό από ένα παράθυρο.
Η καταπιεσμένη ηρωίδα μας βρήκε μια δικαιολογία στην οικοδέσποινα, τη μόνη που τη γνώριζε κι έμεινε όλη την νύκτα μαζί σας. Δεν ξέρω αν πήγε και πουθενά αλλού. Είχε εκδικηθεί.
Το πρωί ξαναγύρισε στο σπίτι της και η βουβή τραγωδία εξακολούθησε. Ίσως όμως και να διεκόπη. Ποιος ξέρει. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε…».
Εδώ τελειώνει το χρονογράφημα της εφημερίδας «Τύπος» με υπογραφή ΡΕΑ. Δεν κατάλαβα αν υπήρχε σχέση της ηλικιωμένης με τη μυστηριώδη άγνωστη. Κάποιοι μπορεί να το υποθέσουν. Η χρονογράφος πάντως δεν το διευκρινίζει.

Ένας χορός σκάνδαλο
Ένας χορός πάντως που οργάνωσε η εφορευτική επιτροπή του Γυμνασίου λίγο έλειψε να προκαλέσει θεσμό απαγόρευσης και των χορών.
Από τις πρώτες αναφορές στον τύπο τίποτε δεν ανέφερε περί σκανδάλου όπως μπορείτε να διαπιστώσετε κι εσείς:
«Μέσα εις τας μεγαλοπρεπείς και διακοσμημένας καλλιτεχνικάς αιθούσας του οίκου Παιδείας δόθηκε το παρελθόν Σάββατον 25 τρέχοντος με εξαιρετικήν λαμπρότητα και επιτυχίαν ο προ πολλού αγγελθείς χορός του Οίκου Παιδείας.
Η ευρεία και μεγαλοπρεπώς φωτιζομένη από πολύφωτα ηλεκτρικά λαμπιόνια αίθουσα του χορού, κατάμεστη από κομψή Ρεθυμνιακή νεότητα και παρεπιδημούντας ξένους παρουσίαζεν ένα έμψυχο διάκοσμο αφαντάστως γοητευτικόν.
Κέφι αφάνταστο, τουαλέττες απερίγραπτες λόγω μοδερνισμού και παριζιανισμού, μονόχρωμες μουσσελίνες, ζωρζέτες, κρεπ σατέν δαντέλλες κλπ.
Αναρίθμητα ζεύγη εκλεκτών χορευτών και χορευτριών παρουσίαζαν ένα ψεύτικο παραμύθι μέσα εις τας διευθετημένας με άφθαστη καλαισθησία αιθούσας.
Πολλαί κομψαί και ωραίαι κοσμικαί κυρίαι,
Είναι φυσικόν ότι εστάθη αδύνατον να συγκρατήσωμεν ονόματα Κυριών δεσποινίδων και κυρίων, και ίσως αναγκασθώμεν εις έκδοσιν… παραρτήματος της τελευταίας ώρας.
Περί την 2 μμ. εχορεύθησαν Ελληνικοί χοροί εκ των οποίων ιδιαιτέραν επιτυχίαν εσημείωσεν ο τσάμικος συρόμενος υπό των ευγενών ξένων μας, χειροκροτηθείς υφ’ όλων των παρευρισκομένων.
Η Φιλαρμονική του Δήμου εξετέλεσεν με αρκετήν επιτυχίαν εκλεκτά κομμάτια, καθώς και το Μουσικό ζεύγος Γέροντα, το οποίον και συνέβαλεν τα μέγιστα διά την επιτυχίαν της εκλεκτής ταύτης χοροεσπερίδος, επίσης δε εκλεκτή ερασιτεχνική ομάς αποτελουμένη από τον μοναδικόν ερασιτέχνης βιολιστήν μας κ. Κοσμάν Νικ. Κορωνάκιν και τας Δεσποινίδας Νέναν Χαλκιαδάκι, Χρυσούλαν Δαφνομήλη, Ευαγγελίαν Φιλιππάκι και Δήμητραν Παπαδάκι συνετέλεσαν εξαιρετικώς εις την παράτασιν των ευχαρίστων ωρών και την εν γένει επιτυχή κατακλείδα της εορτής.
Η χοροεσπερίς αυτή διαρκέσασα μέχρι της 6 ης πρωϊνής εσημείωσεν το ρεκόρ της ληξάσης χορευτικής περιόδου και θα μείνη αλησμόνητος εις όσους είχον την ευτυχίαν να παρευρεθώσι».
ΤΥΠΟΣ Τρίτη 28 Φεβρουάριου 1933
Και τα δημοσιεύματα στο ίδιο επαινετικό ύφος συνεχίζονται:
– Ποτέ δεν είδε το Ρέθυμνον τέθοιο χορό, και τέθοιο κέφι σαν το Σαββατόβραδο στον Οίκον Παιδείας.
– Είναι ζήτημα αν έμειναν είκοσι οικογένειες Ρεθεμιώτικες που να μην αντιπροσωπευθούν σ’ αυτό το γλέντι. κπ.ά.
Κάποιος καθηγητής όμως γνωστός για την αυστηρότητά του έκανε μείζον ζήτημα την έγκριση των γονέων να χορεύουν οι κόρες τους με νεαρούς.
Ο χώρος δεν επιτρέπει να παραθέσω όλο το σκηνικό του γεγονότος που δίχασε τη σχολική κοινότητα. Είχε και συνέπειες για τον καθηγητή.
Ευτυχώς την επόμενη χρονιά όλα είχαν ξεχαστεί εκτός από τους κώδικες ηθικής. Αυτούς όμως οι νέοι είχαν μάθει ή έκαναν πως ήξεραν να τηρούν με ευλάβεια. Αν μπορούσαν ας έκαναν κι αλλιώς.
Ο χορός εκείνος όμως ενέπνευσε και την ποιητική μούσα αν κρίνουμε από το παρακάτω που διαβάσαμε στον ΤΥΠΟ:
Στο χορό του Γυμνασίου
δεν θα περισέψη χώρος
για την αρτηριοσκλήρωση
κι έγινε μεγάλος ντόρος
που ενέχει κάποια δόση
από απαθλίωσι…
*
Αν εκείνοι που φωνάζουν
το φρονούν στ’ αληθινά
πώς θα ποδοπατηθούνε
τα σεμνά και τα τρανά
τότε να με συγχωρούνε
γιατί λέν…. Για να μιλούνε
*
Αν εκείνοι που τον βλέπουν
το χορό με κακό μάτι
και φωνάζουν πως δεν πρέπει
η νεότης να γλεντά
ας διαλέξουν ένα μεχτέπι
σκυθρωπό και βλοσυρό
για να κάνουν το χορό
τον κακό τους…τον καιρό
Ο Ρεθεμιώτης Ρώμηος
εφημερίδα ΤΥΠΟΣ Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 1933
Στον αστερισμό των απαγορεύσεων
Μετά τον πόλεμο οι απαγορεύσεις μπαίνουν και στην ημερησία διάταξη και επιβάλλονται από τα όργανα της τάξεως .
Η μάσκα σήμα κατατεθέν της Απόκριας είχε όλες τις συνέπειες μιας ταραγμένης εποχής που άφησε πίσω της η λαίλαπα του τελευταίου πολέμου.
Για πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση βλέπουμε στον τοπικό τύπο να δεσπόζουν απαγορεύσεις της Διεύθυνσης Χωροφυλακής. Από το περιεχόμενο και μόνον μπορούμε να πάρουμε μια γεύση εκείνης της περιόδου που οι διχασμοί και η ταραγμένη πολιτική ζωή οδηγούσε την έννομη τάξη και σε υπερβολές,κάποιες από τις οποίες προκαλούν στο σημερινό αναγνώστη τη θυμηδία.
Αντιγράφουμε την πιο χαρακτηριστική όσο και μακροσκελέστατη.
«9 Φεβρουαρίου 1958
Διοίκησις Χωροφυλακής Ρεθύμνης
Ανακοίνωση
Κατά την περίοδο των Απόκρεω απαγορεύονται:
1) Η χρήσις ημέρας τε και νυκτός προσωπίδος καλυπτούσης εξ ολοκλήρου το πρόσωπον και γενικώς η μεταμφίεσις ατόμων κατά τρόπον καθιστώντα ταύτα αγνώριστα.
2) Επιπλέον, η κατά τη διάρκεια της νυχτός χρήσις προσωπίδων υπό κυκλοφορούντων εις τας οδούς ατόμων,έστω και μη καλυπτουσών ολόκληρον το πρόσωπον,επιτρεπομένης -κατ’ εξαίρεσιν -της χρήσεώς των εντός των Κέντρων διασκέδασης.
3) Η περιφορά εν καιρώ νυκτός μεταμφιεσμένων φερόντων ράβδους ή άλλα σκληρά αντικείμενα
4) Η διακωμώδησις προσώπων ή πραγμάτων της Εκκλησίας και πάσης προς την θρησκείαν σχετιζομένης πράξεως ως και η σάτιρα εναντίον θρησκευτικών αρχών ημεδαπών ή αλλοδαπών ή ορισμένης τάξεως ανθρώπων δυναμένην να εξεγείρει το θρησκευτικόν αίσθημα και να προκαλέσει επεισόδια
5) Η διακωμώδησις πολιτικών προσώπων ημεδαπών ή αλλοδαπών εποχών,γεγονότων,ως και πάσα σάτιρα δυναμένη να προκαλέσει διχόνοια ρήξιν,σύγκρουσιν και γενικώς διατάραξιν της δημόσιας τάξεως.
6) Τα άσεμνα θεάματα ως αι θίγουσαι τα δημόσια ήθη εκφράσεις και παραστάσεις
7) Η περιφορά ανά τας οδούς ατόμων βεβαμμένων δια μελανού χρώματος
8) Η πώλησις και χρήσις κομφετί διαφόρων χρωμάτων αναμειγμένων ως και τοιούτων συλλεγομένων εκ των οδών και δαπέδων.
9) Η εν κλειστοίς χώροις πώλησις και χρήσις σερπαντέν εξ ευφλέκτου χάρτου επιτρεπομένης εν αυτοίς της πωλήσεως τοιούτων εξ αφλέκτου χάρτου. Εις τας οδούς και πλατείας και εν γένει εις τους ανοικτούς χώρους επιτρέπεται η χρήσις και πώλησις σερπαντέν εξ αμφοτέρων των ειδών.
Προς διάκρισιν της ποιότητας των σεπαρντέν οι πωληταί αυτών υποχρεούται όπως εφ εκάστης δεσμίδος επικολλήσουν ταινίαν αναγράφουσιν την λέξιν «Εύφλεκτον» ή «Αφλεκτον»
10) Η χρήσις κόνεων ή άλλων ενοχλητικών ουσιών,επιτρεπομένων μόνον των ανθέων των μονόχρωμων κομφετί και των σερπαντέν Εντός των κέντρων διασκεδάσεως επιτρέπεται η χρήσις κήρινων ωών περιεχόντων κομφετί.
11) Το ρίπτειν εναντίον διαβατών ή εντός οικισμών ή οχημάτων κήρινα και άλλα αντικείμενα δυνάμενα να προξενήσωσι σωματικάς βλάβας ή κηλίδας.
12) Η μεταμφίεσις δια στολών χρησιμοποιουμένων παρά των ενόπλων δυνάμεων των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ιερωμένων.
Οι παραβάτες της παρούσης θα διώκονται ποινικώς».
Αν κρίνουμε από τις αφηγήσεις Ρεθεμνιωτών που έζησαν αυτές τις καταστάσεις, ήταν φυσικό εκείνη την εποχή να λαμβάνονται μέτρα καθώς πίσω από μια μάσκα θα μπορούσε να καλυφθεί κάθε επίδοξος ταραξίας. Έτσι κανένας δεν αντιδρούσε. Αντίθετα οι πάντες πειθαρχούσαν για ν’ αποφύγουν τη νομική δίωξη.
Στην περίοδο της επταετίας η χούντα φρόντιζε να κάνει αισθητή την παρουσία της ακόμα και στη διοργάνωση ενός Καρναβαλιού.
Μια Απόκρια πέρασε στην ιστορία σαν η πιο επεισοδιακή. Και σ’ αυτή θα σταθούμε για λίγο.
Ήταν το 1972. Η Περιηγητική Λέσχη που διοργάνωνε το Καρναβάλι είχε την πρώτη της ψυχρολουσία όταν ο στρατιωτικός διοικητής αρνήθηκε κατηγορηματικά να παραχωρήσει κάποια οχήματα που ήταν απαραίτητα για την παρέλαση. «Μόνον δι’ εθνικάς επετείους γίνεται αυτή η παραχώρησις» ήταν η κατηγορηματική του δήλωση.
Όταν με χίλια βάσανα η Περιηγητική Λέσχη με την ηρωική έως αυτοθυσίας παρέμβαση του Κώστα Καννά κατάφερε να έρθει η μεγάλη στιγμή της παρέλασης, βλέπει ο Στρατιωτικός Διοικητής την κοσμοπλημμύρα χωρίς υπερβολή κι ετοιμάζεται να διατάξει την απαγόρευση της παρέλασης.
Ο τότε δήμαρχος Δημήτρης Αρχοντάκης που καθόταν δίπλα του και παρακολουθούσε τις αντιδράσεις του, καταλαβαίνοντας τις προθέσεις του σκύβει και του ψιθυρίζει πως μπορεί να ήταν σωστή η απόφασή του αλλά αν η δυσαρέσκεια όλου αυτού του κόσμου έφθανε στην Κεντρική Διοίκηση τι θα σκεπτόταν η «εθνική κυβέρνησις». Ο σκοπός επέμενε ο Αρχοντάκης με κείνο τον ακαταμάχητο τρόπο του, που καθήλωνε τον συνομιλητή του ήταν να περνάει καλά ο κόσμος για να ευλογεί την εθνοσωτήρια κυβέρνηση. Έτσι πείστηκε ο διοικητής να υποχωρήσει και η παρέλαση έγινε με μεγάλη επιτυχία.
Κι όπως μου έλεγε ο αείμνηστος Καννάς η δυσκολία αυτή στάθηκε αφορμή να έχουν οι διοργανωτές του Καρναβαλιού κάθε διευκόλυνση την επόμενη χρονιά.
Τόμους ολόκληρος μπορεί να γράψει κανείς για τα Ρεθεμνιωτικα Καρναβάλια. Αυτά που έδιναν πνοή σε μια πόλη στερημένη από κάθε μορφής διασκέδαση άλλοτε και τώρα.










