«Το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στερείται δικαιοδοσίας, καθώς αυτή ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών», επεσήμανε η υφυπουργός
Να ανακληθεί η απόφαση περί μη ανανέωσης της σύμβασης της εργαζόμενης στο Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών Θυμάτων Βίας του δήμου Ρεθύμνης, μητέρας με τρία παιδιά, μονογονεϊκής οικογένειας, ζήτησε ο βουλευτής του ΚΚΕ, Μανώλης Συντυχάκης, με επίκαιρη ερώτησή του που συζητήθηκε σήμερα στη Βουλή.
Αναπτύσσοντας την επίκαιρη ερώτηση, σημείωσε ότι «και αυτή η υπόθεση αναδεικνύει την πολιτική ομηρία στην οποία βρίσκονται οι συμβασιούχοι εργαζόμενοι που πρέπει να σταματήσει με τη μονιμοποίησή τους».
Όπως τόνισε μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη εργαζόμενη είναι κοινωνική λειτουργός του Κέντρου από το 2018 και ενώ ανανεώθηκαν οι συμβάσεις των άλλων εργαζομένων, η δική της δεν ανανεώθηκε, γιατί όπως τονίζει «κατήγγειλε εξαναγκασμό σε απλήρωτη, πέραν του ωραρίου, εργασία και για δράσεις πέραν του αντικειμένου της εργασίας της, ακόμα και εκτός Νομού, οι οποίες δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντά της, αλλά με την πολιτική προβολή στελέχους της δημοτικής αρχής».
Ο Μ. Συντυχάκης υπογράμμισε ότι για την υπόθεση αυτή, η κοινωνία του Ρεθύμνου, τα Σωματεία εργαζομένων του δήμου, υγειονομικοί, οι εκπαιδευτικοί, η Ένωση Γονέων, οι οικοδόμοι, το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας, ενεργά συμπαραστέκονται στην εργαζόμενη.
Για την επαναπρόσληψη της εργαζόμενης, το υπουργείο είναι αναρμόδιο δήλωσε η υφυπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Ελένη Ράπτη, απαντώντας στην σχετική ερώτηση. Η κ. Ράπτη αναφέρθηκε στο ιστορικό τονίζοντας τις ενέργειες που έγιναν από την πλευρά της αρμόδιας διεύθυνσης υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, άμεσα η αρμόδια διεύθυνση της γενικής γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 11/6/2025 πραγματοποίησε συνάντηση με την τριμελή επιστημονική ομάδα του Κέντρου Έρευνας για θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), προκειμένου να ενημερωθεί για τις απόψεις επί του θέματος και για τα καταγγελλόμενα.
«Σεβόμενη απόλυτα τους κανονισμούς και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, αναφορικά με τη λειτουργία των δομών μας, η υπηρεσία μας εξάντλησε το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, προκειμένου να εξετάσει σε βάθος τα καταγγελλόμενα», ανέφερε η υφυπουργός.
Παράλληλα, όπως πρόσθεσε, στη δευτερολογία της η κ. Ράπτη η αξιολόγηση και κρίση των περιστατικών δεν εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του υπουργείο αλλά ανήκει στην αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών. «Η εργαζόμενη έχει υπογράψει σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Επομένως για τα ζητήματα που απορρέουν από την παραπάνω σύμβαση αποκλειστικά αρμόδιος είναι ο δήμος Ρεθύμνης. Η γενική γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως συντονίστρια του δικτύου δομών, επιλαμβάνεται άμεσα τυχόν καταγγελιών ή αναφορών που αφορούν σε ανάρμοστες συμπεριφορές ή παραβίαση κανονισμών λειτουργίας των δομών προκειμένου να διασφαλίσει τα εργασιακά δικαιώματα των στελεχών, καθώς και την αποτελεσματική λειτουργία των δομών, σύμφωνα πάντα με τα οριζόμενα στους κανονισμούς και τις προγραμματικές συμφωνίες.
Ωστόσο, η ουσιαστική αξιολόγηση και κρίση επί καταγγελλόμενων περιστατικών που συνιστούν αξιόποινες πράξεις, δεν εμπίπτει στο πεδίο των δικών μας αρμοδιοτήτων και συνεπώς το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και η γενική γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στερείται δικαιοδοσίας, καθώς αυτή ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών.
Εν προκειμένω, όταν πληροφορηθήκαμε τη μη ανανέωση της σύμβασης της εργαζομένης, είχε ήδη υποβάλει σχετική μήνυση κατά της Δημοτικής Αρχής και επομένως κάθε παράλληλη ή ανεξάρτητη διερεύνηση της υπόθεση από το ΥΚΟΙΣΟ και την υπηρεσία μας, είναι θεσμικά και νομικά ανεπίτρεπτη, όσο εκκρεμεί η ποινική διαδικασία. Η υπηρεσία ασφαλώς οφείλει να κινείται εντός του θεσμικού της πλαισίου και όχι να το υπερβαίνει. Ως εκ τούτου, οφείλει να περιμένει την ολοκλήρωση της δικαστικής διερεύνησης και τα πορίσματα των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Πριν από την έκδοση σχετικής κρίσης της δικαιοσύνης, δεν δύναται η υπηρεσία να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση, διαπίστωση ή ενέργεια ουσίας επί των καταγγελλόμενων γεγονότων.
Μέριμνά μας παραμένει η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δομών προς όφελος των ωφελούμενων και αυτό θα συνεχίσουμε να πράττουμε», κατέληξε.













