Με ερώτησή τους προς τον υπουργό Υγείας οι βουλευτές του ΚΚΕ Μανώλης Συντυχάκης, Γιώργος Λαμπρούλης και Μαρία Κομνηνάκα, ζητούν να διασφαλιστεί η λειτουργία των μονάδων εντατικής θεραπείας της Κρήτης επισημαίνοντας τα σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία τους.
Όπως αναφέρουν στην ερώτησή τους, λόγω της υποστελέχωσης, της έλλειψης γιατρών και κυρίως νοσηλευτικού προσωπικού, σχεδόν το 30% των υποδομών ΜΕΘ του νησιού παραμένει ανενεργό. Συγκεκριμένα, από τις 70 κλίνες λειτουργούν μόνο οι 50, με 20 κρίσιμα κρεβάτια να μένουν κλειστά. Είναι γνωστό ότι πολλές φορές δεν υπάρχει κρεβάτι άδειο, δεδομένο που βάζει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και οδηγεί τους υγειονομικούς σε αγώνα δρόμου για να βρεθεί.
Σύμφωνα με τους βουλευτές, το ΠΑΓΝΗ, το μεγαλύτερο νοσοκομείο του νησιού στερείται επτά κλινών, καθώς λειτουργούν οι 20 από τις 27 προβλεπόμενες.
Το νοσοκομείο Χανίων αντιμετωπίζει οξύτατο πρόβλημα, καθώς σχεδόν οι μισές κλίνες είναι εκτός λειτουργίας και λειτουργούν μόλις επτά από τις 13.
Στο Βενιζέλειο από τα 15 κρεβάτια, αξιοποιούνται τα 12, με τα 3 να παραμένουν ανενεργά.
Στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, βρίσκονται σε λειτουργία οι επτά από τις εννέα διαθέσιμες κλίνες.
Το νοσοκομείο Αγίου Νικολάου διαθέτει μόνο τέσσερις κλίνες σε λειτουργία, από τις έξι που προβλέπονται.
Χαρακτηριστικό της κατάστασης όπως τονίζουν είναι ότι ο αριθμός κρεβατιών ΜΕΘ στην πραγματικότητα είναι αυτός που ήταν και πριν τον Covid, μολονότι δημιουργήθηκε νέα ΜΕΘ στο ΠΑΓΝΗ με 15 νέες κλίνες, παρότι δημιουργήθηκαν έξι νέες κλίνες στα Χανιά, τέσσερις νέες κλίνες στο Βενιζέλειο και δύο νέες κλίνες στον Άγιο Νικόλαο και ενώ οι ΜΕΘ είναι άρτια εξοπλισμένες και υπάρχει η δυνατότητα να αναπτυχθούν περαιτέρω με την προϋπόθεση να καλυφθούν τουλάχιστον όλες οι οργανικές θέσεις από τα ελλιπή οργανογράμματα των νοσοκομείων.
«Το καλοκαίρι, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο, σε βάρος της ανθρώπινης ζωής, καθώς ο πληθυσμός του νησιού πολλαπλασιάζεται από τους τουρίστες και αυξάνονται κατακόρυφα τα τροχαία και τα έκτακτα περιστατικά. Κι ενώ η κυβέρνηση θριαμβολογεί για την αύξηση των αφίξεων και τα κέρδη των ομίλων του τουρισμού, οι δημόσιες δομές Υγείας στην Κρήτη παραμένουν χωρίς τους αναγκαίους υγειονομικούς, λειτουργούν στα όρια, με τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό, ακόμα και σε βασικές ειδικότητες, ενώ οι υγειονομικοί δουλεύουν πέρα από τις δυνάμεις τους, βιώνοντας την εργασιακή εξάντληση και εξουθένωση.
Η κατάσταση των ΜΕΘ των Νοσοκομείων της Κρήτης, η υποβάθμιση κρίσιμων υπηρεσιών Υγείας, είναι το αποτέλεσμα της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής, που όσο κι αν προσπαθεί η κυβέρνηση να την εξωραΐσει, δεν μπορεί. Αυτή η πολιτική εφαρμόζεται διαχρονικά από όλες τις κυβερνήσεις-συγκυβερνήσεις ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, με τη συμφωνία όλων των αστικών κομμάτων και δεν οφείλεται στην «έλλειψη σχεδίου και την κακή διαχείριση». Οφείλεται στην υλοποίηση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης «κόστους – οφέλους», της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της Υγείας, με την οποία η Υγεία και γενικά οι λαϊκές ανάγκες αντιμετωπίζονται ως «κόστος». Αυτή η πολιτική των ματωμένων πλεονασμάτων, της στροφής στην πολεμική οικονομία και πολεμική προετοιμασία, είναι που οδηγεί τελικά στο να δίνονται δισεκατομμύρια για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και για να εξασφαλιστεί ζεστό χρήμα για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ την ίδια στιγμή να καταδικάζονται σε υπολειτουργία δημόσιες μονάδες υγείας, με το τίμημα να το πληρώνουν καθημερινά οι ασθενείς και οι εργαζόμενοι», επισημαίνουν οι βουλευτές.
Καταλήγοντας ερωτούν τον υπουργό, ποια μέτρα προτίθεται να πάρει η κυβέρνηση για:
• Να καλυφθούν άμεσα όλα τα οργανικά κενά των ΜΕΘ των Νοσοκομείων της Κρήτης με μόνιμο, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης προσωπικό.
• Να υπάρξει η αναγκαία χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, για να στελεχωθούν πλήρως, με όλο το απαραίτητο -με βάση τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες στην υγεία- μόνιμο, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό.
• Να μονιμοποιηθούν όλοι οι συμβασιούχοι και να καταργηθούν οι εργολαβίες στις δημόσιες δομές υγείας.
• Να δοθούν γενναίες αυξήσεις στους μισθούς και να υπάρξει πρόβλεψη για τη στήριξη βασικών οικογενειακών και κοινωνικών αναγκών των εργαζόμενων από το κράτος.













