Ό,τι δεν κάναμε τότε που έπρεπε,
που η στιγμή διψούσε και βογκούσε,
το να το κάνουμε «κατόπιν εορτής»,
κάθε άλλο παρά «το ίδιο κάνει».
Το κάθε τι πρέπει να λέγεται
ή να γίνεται στην ώρα του,
ώστε να πιάνει τόπο
με τη… φρεσκάδα
και τη… νοστιμάδα του.
Αλλιώς, είναι σαν… ξαναζε-
σταμένο φαγητό σε κρύο πιάτο .
σαν τάμα που θυμόμαστε κάθε φορά
όταν η Παναγία του Δεκαπενταύγουστου
έχει πια από μέρες… σβήσει τα κεριά της
και «για του χρόνου» το ξανανεώνουμε .
σαν λέξεις άλεκτες, που πολυκαίρισαν
στα δόντια ώσπου χαλάσανε μαζί τους .
σαν κόκκοι άμμου που μουχλιάσανε
στο κάτω μέρος μιας κλεψύδρας…
Λένε: «Κάλλιο αργά παρά ποτέ» .
όμως «το σίδερο στη βράση του
κολλάει», όχι στο κρύωμά του.
Ναι, η κάθε είδους συνδρομή
που έρχεται… «μπαγιάτικη»
δεν έχει αναδρομική ισχύ .
είναι μια τυπικότητα
χωρίς δυναμική,
ξεψυχισμένη.
* * *
Έχει και η αναμονή
των πράξεων ή λόγων
την ημερομηνία λήξης της.
Τ’ όποιο του χρόνου χάσμα
ανάμεσα στη βοερή ανάγκη
και στη νωθρή ανταπόκριση,
δε γίνεται να μένει ακατοίκητο·
γεμίζει απογοήτευση και στάχτη,
αυτοάμυνα και αποστασιοποίηση.
Ό,τι κι αν γίνεται «κατόπιν εορτής»,
είναι για τη βολή των «μεθεορταστών»,
όχι για κείνον που περίμενε στη στάση,
που ίσως μπορεί και να κουράστηκε
το δρόμο να αντικρίζει όλο άδειο,
να γύρισε την πλάτη του σ’ αυτόν
και κούτσα- κούτσα να ξε-
κίνησε με τα ποδάρια του,
μέχρι που ορθοπόδησε
ή… ξεποδαριάστηκε!
* * *
Αυτά ‘λεγε σε μια παρέα
ο ασπρομάλλης γέροντας,
καθώς τα δάχτυλά του ψηλαφούσαν
στο στέρνο του το τραύμα το στερνό
κάτω απ’ την ξιφοειδή απόφυση
και δίπλα στην καρδιά του.













