Το Διεθνές Συνέδριο «Διδακτικής της Φυσικής / GIREP-MPTL 2026» διοργανώνεται αυτή την εβδομάδα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, από το Εργαστήριο Διδακτικής Θετικών Επιστημών (ΕΔΘΕ) του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΠΤΔΕ) της Σχολής Επιστημών Αγωγής, με θέμα «Γεφυρώνοντας τη Διδακτική της Φυσικής και την Κοινωνία στην Ψηφιακή Εποχή»
Μειώνονται οι δάσκαλοι φυσικής στα σχολεία – Εκτεθειμένοι σε νέες τεχνολογικές εξελίξεις, κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς, την τεχνητή νοημοσύνη και την έλλειψη κατάρτισης και υποστήριξης
Η κατάρτιση σε σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η υιοθέτηση καινοτόμων πρακτικών, παιδαγωγικά προσαρμοσμένων στις ανάγκες των μαθητών και ο μετασχηματισμός του ίδιου του τρόπου διδασκαλίας στις σημερινές σχολικές τάξεις είναι προκλήσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο σημερινός δάσκαλος της φυσικής. Ο εκπαιδευτικός καλείται όχι απλώς να συμβαδίσει με τις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά να εφαρμόσει παράλληλα μία εξατομικευμένη και ανταποκρινόμενη στις δυνατότητες και τις γνώσεις των μαθητών διδακτική προσέγγιση, προκειμένου να ενισχύσει τη συμμετοχικότητα και να εξυπηρετήσει την κατανόηση του μαθητή για το αντικείμενο της φυσικής. Η διδασκαλία της φυσικής είναι μία πρακτική που απέχει αρκετά από την ερευνητική ή την εφαρμοσμένη φυσική, στην οποία και στρέφονται ενδεχομένως αθρόα χρηματοδοτικοί πόροι και συγκεντρώνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές φυσικής σήμερα μειώνονται, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες του εξωτερικού, ακριβώς γιατί ο ανταγωνισμός της εκπαίδευσης με την τεχνολογική βιομηχανία, όπου μπορούν κάλλιστα να απορροφηθούν επαγγελματικά, είναι αθέμιτος, και καθορίζεται από το ύψος των απολαβών και την έλλειψη υποστηρικτικού πλαισίου του ίδιου του εκπαιδευτικού. Οι φυσικοί εκφράζουν την ανάγκη εκτός από το να εξοικειωθούν με καλές πρακτικές διδασκαλίας για να μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τις εξελίξεις, να συνεργαστούν και να επικοινωνήσουν με άλλους εκπαιδευτικούς, με κοινούς προβληματισμούς και δυσκολίες. Η γεφύρωση μεταξύ της διδασκαλίας και του αντικειμένου της φυσικής, της ίδιας της κοινωνίας και του τρόπου που αντιλαμβάνεται τις φυσικές επιστήμες σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο του Διεθνούς Συνεδρίου «Διδακτικής της Φυσικής / GIREP-MPTL 2026» που διοργανώνεται αυτή την εβδομάδα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, από το Εργαστήριο Διδακτικής Θετικών Επιστημών (ΕΔΘΕ) του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΠΤΔΕ) της Σχολής Επιστημών Αγωγής, με θέμα «Γεφυρώνοντας τη Διδακτική της Φυσικής και την Κοινωνία στην Ψηφιακή Εποχή», Με τη συμμετοχή περισσότερων από 350 φυσικών, Πανεπιστημιακών ερευνητών, μεταδιδακτορικών φοιτητών, υποψήφιων διδακτόρων και εκπαιδευτικών από 41 χώρες του κόσμου, το συνέδριο αποτελεί μία μοναδική ευκαιρία για τον κλάδο της φυσικής να ενημερωθεί για τις τρέχουσες εξελίξεις, να εκτεθεί σε καλές πρακτικές που εφαρμόζονται στα εκάστοτε εκπαιδευτικά συστήματα και να λάβει απαντήσεις σε ερωτήματα που μόνο σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα μπορεί να απαντήσει.
Στην εκδήλωση βρέθηκαν οι εκατοντάδες συμμετέχοντες, μέλη της τοπικής ακαδημαϊκής κοινότητας και εκπρόσωποι φορέων και αρχών. Στο χθεσινό άνοιγμα του συνεδρίου απήυθυναν χαιρετισμό μεταξύ άλλων η αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Σοφία Σχίζα και ο αντιδήμαρχος Παιδείας του δήμου Ρεθύμνης και νεοεκλειγείς πρύτανης του ΕΛΜΕΠΑ, Νεκτάριος Παπαδογιάννης, ενώ παρών ήταν επίσης ο πρόεδρος της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου, Κώστας Σπανουδάκης. Ο κ. Παπαδογιάννης ανέφερε μεταξύ άλλων κατά τον χαιρετισμό του: «Η διδασκαλία της Φυσικής δεν περιορίζεται πλέον στη μετάδοση εννοιών, εξισώσεων και εργαστηριακών τεχνικών. Αποστολή της είναι η καλλιέργεια της επιστημονικής σκέψης. Είναι η βοήθεια προς τους νέους ανθρώπους ώστε να κατανοήσουν πώς οικοδομείται η επιστημονική γνώση, πώς αυτή εξελίσσεται και γιατί η κριτική σκέψη αποτελεί θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας».

«Η φυσική όπως την γνωρίζουμε και όπως προσεγγίζεται στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στις διεθνείς επιταγές»
Σύμφωνα με όσα εξήγησε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Δημήτρης Σταύρου, πρόεδρος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης, το συνέδριο διεξάγεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από μία από τις πιο παλιές ενώσεις διδακτικής της φυσικής στην Ευρώπη και συγκεκριμένα από το 1965. Σε αυτό συμμετέχουν εκπαιδευτικοί από την Βόρεια και την Νότια Αμερική, την Ασία, την Αφρική και κυρίως από την Ευρώπη, ενώ αναφορικά με το περιεχόμενό του, αυτό επικεντρώνεται κυρίως στις σύγχρονες ερευνητικές τάσεις και πρακτικές οι οποίες αφορούν την διδασκαλία της φυσικής στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. «Βλέπουμε καταρχάς πολλά νέα πράγματα να συμβαίνουν γύρω μας, η φυσική όπως την γνωρίζουμε και όπως προσεγγίζεται στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται στις διεθνείς επιταγές. Βλέπουμε ότι έχουμε πολλά θέματα που αφορούν την φυσική ως αντικείμενο αυτό καθ’ αυτό και κυρίως η αλληλεπίδραση της φυσικής, της κοινωνίας και της διδασκαλίας. Εξού και ο τίτλος του Συνεδρίου είναι γεφυρώνοντας το χάσμα διδακτικής, φυσικής και κοινωνίας», Η κλιματική αλλαγή, η τεχνητή νοημοσύνη και η διερευνητική αξιοποίηση της στην διδασκαλία της φυσικής είναι ζητήματα που προσεγγίζονται επίσης στο συνέδριο. «Εμείς έχουμε το αντικείμενο της φυσικής και προσπαθούμε να το μετασχηματίσουμε διδακτικά. Οι έρευνες που κάνουμε αφορούν τρόπους διδασκαλίας της φυσικής στα σχολεία και στα Πανεπιστήμια. Σίγουρα η χρηματοδότηση της έρευνας, όπως και σε όλες τις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν είναι ίδια με αυτή που παίρνουν συνάδελφοι που κάνουν βασική έρευνα στο αντικείμενο της φυσικής, παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια και εμείς μέσω του Εργαστηρίου μας, έχουμε αρκετά προγράμματα προς αυτήν την κατεύθυνση, του μετασχηματισμού της διδακτικής της φυσικής στα σχολεία», ανέφερε ο κ. Σταύρου. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, το εργαστήριο τρέχει διαρκώς προγράμματα εναρμονισμένα με τις απαιτήσεις της διεθνούς κοινότητας, όπως για παράδειγμα το Teacher Academy’s FEDORAS, που εστιάζει στην συνεργασία με εκπαιδευτικούς της σχολικής τάξης. «Προφανώς ο σημερινός εκπαιδευτικός αντιμετωπίζει προβλήματα και στα περισσότερα πρότζεκτ που έχουμε εδώ εκπαιδεύουμε και τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς», κατέληξε ο κ. Σταύρου.

«Η ποιότητα των ανθρώπων που διδάσκουν φυσική είναι εξαιρετική, απλά χρειαζόμαστε περισσότερους»
Από την πλευρά της η Eilish McLoughlin, πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Έρευνας στην διδασκαλία της Φυσικής (International Research Group on Physics Teaching), μιλώντας στα «Ρ.Ν.», αναφέρθηκε στην στοχοθεσία του συνεδρίου, αναλύοντας παράλληλα τις προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι φυσικοί του σήμερα. «Στον πυρήνα της αποστολής μας βρίσκεται η ανάγκη να βελτιώσουμε την ποιότητα και υποθέτω την συμμετοχή του κόσμου στην φυσική από πολύ μικρή ηλικία. Μιλάμε και αναλύουμε το πώς διδάσκουμε την φυσική, πώς υποστηρίζουμε την εκπαίδευση μαθητών από τριών χρονών μέχρι το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, το Λύκειο και πιο πέρα. Σημαντικό κομμάτι αυτής της διαδρομής είναι το πώς εκπαιδεύουμε και τους ίδιους τους δασκάλους. Επιχειρούμε να καταρτίσουμε και να εκπαιδεύσουμε τους δασκάλους να διδάσκουν σωστά φυσική σε όλες τις σχολικές αίθουσες σε διαφορετικές χώρες και υπόβαθρα. Ξέρουμε ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η τεχνολογία έχει αλλάξει, οπότε εστιάζουμε στην προετοιμασία των μαθητών και των εκπαιδευτικών, ώστε να είναι έτοιμοι να δουλέψουν και να ζήσουν στην κοινωνία του σήμερα και του αύριο, να αντιμετωπίσουν τις τεχνολογικές προκλήσεις. Μερικά από τα πράγματα που επεξεργαζόμαστε είναι το πώς ο εκπαιδευτικός βρίσκει τρόπους να αυξήσει τη συμμετοχικότητα του μαθητή, να ενισχύσει τη βαθιά κατανόησή του για το μάθημα, πώς μπορεί να αναπτύξει τις τεχνολογικές δεξιότητές του, πώς να χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για την υποστήριξη της διδασκαλίας», τόνισε η κ. McLoughlin.
Όπως επίσης εξήγησε, ο κάθε μαθητής απαιτεί εξατομικευμένη και εις βάθος προσέγγιση, επομένως ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την σχολική αίθουσα οριζόντια και επιφανειακά. Η τεχνολογία ειδικά βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εν δυνάμει προσέγγισης και ο εκπαιδευτικός καλείται να βρει τρόπους να την αξιοποιήσει. «Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που μπορείς να πάρεις από την τεχνολογία για να αξιοποιήσεις μέσα στην τάξη. Αλλά υποθέτω ότι σε τελική εικόνα όλο αυτό έχει να κάνει με την κατανόηση των ανθρώπων, των αναγκών τους, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και μετά να κοιτούν πώς μπορούν να υποστηρίξουν τη διδασκαλία του καθενός. Όλοι είναι διαφορετικοί, συνεπώς πώς μπορείς να διαχέεις αυτήν τη γνώση σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό είναι το σημαντικό κομμάτι. Επομένως όταν μιλάμε για τη διδασκαλία της φυσικής μιλάμε για μία διαδικασία και πρακτική, βασισμένη στην έρευνα και τη γνώση. Συλλέγουμε δείγματα της δουλειάς μας και στη συνέχεια κοιτάμε να τη βελτιώσουμε, εξετάζοντας την πρόοδο του κάθε μαθητή μέσα από αυτήν», εξήγησε. Τέλος, σχολιάζοντας την διαφορά ανάμεσα στον φυσικό που ασχολείται με την εκπαίδευση και εκείνον που απασχολείται σε άλλους κλάδου, η κ. McLoughlin τόνισε ότι: «Ευρύτερα σε πολλές χώρες υπάρχει έλλειψη σε καθηγητές φυσικής, γιατί οι φυσικοί είναι εξαιρετικοί εργαζόμενοι, υψηλού επιπέδου μαθητές, οπότε είναι περιζήτητοι σε τεχνολογικές εταιρείες, όπου πληρώνονται πιθανότατα και πολύ καλύτερα. Οπότε πολλοί φυσικοί έλκονται από την τεχνολογική βιομηχανία, σε σχέση με την εκπαίδευση, αλλά έχουμε πολύ καλό πυρήνα. Οι άνθρωποι που διδάσκουν φυσική είναι εξαιρετικοί, οπότε η ποιότητα των ανθρώπων που διδάσκουν φυσική είναι εξαιρετική, απλά χρειαζόμαστε περισσότερους από αυτούς που ήδη έχουμε».









