Του ΜΑΝΟΛΗ ΟΘΩΝΑ

Mε αφορμή και σε συνέχεια πρόσφατων δημοσιευμάτων της εφημερίδας «Ρ.Ν» που είχαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναφορές και σωστές επισημάνσεις για το ιστορικό του έργου της οδικής σύνδεσης του ΒΟΑΚ με το Α/Δ Χανίων, θεώρησα χρήσιμο να μοιραστώ κάποιες σκέψεις και να διατυπώσω (έγκαιρα;) ένα ερώτημα.
Αρχικά θα αναφερθώ επιγραμματικά σε όσα προκάλεσαν την ανάληψη των σχετικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων μου κατά την περίοδο 2004-2007, περίοδο που ουσιαστικά «ενταφιάστηκε» το έργο και να προσθέσω κάποιες επισημάνσεις, πιθανόν χρήσιμες για σήμερα που το έργο – η μελέτη του σε πρώτη φάση – ανασύρεται ξανά από το χρονοντούλαπο.
Τότε, το κρίσιμο γεγονός έλαβε χώρα στις 22-12-2003 όταν με απόφαση του το Νομαρχιακό Συμβούλιο Χανίων αντιτίθεται στην προτεινόμενη από τους τότε μελετητές νέα χάραξη και επιμένει στην απλή βελτίωση της υπάρχουσας οδού.
Η απόφαση αυτή ήταν καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του Ν.Σ του γειτονικού νομού, αφού σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις, η μόνη αρμοδιότητα επί του θέματος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων, περιοριζόταν στη γνωμοδότηση επί της μελέτης περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων του έργου και δεν είχε λόγο σε αμιγώς τεχνικά θέματα, υποκαθιστώντας τους μελετητές και τις επιβλέπουσες υπηρεσίες. Η απόφαση αυτή στην πραγματικότητα ήταν μια «πολιτική» απόφαση και ως τέτοια έπρεπε να αντιμετωπισθεί.
Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκα με επιστολή μου στον τότε γ.γ Περιφέρειας κ. Τσόκα και ζήτησα να συγκαλέσει άμεσα μια σύσκεψη με τη συμμετοχή των νομαρχών, βουλευτών Χανίων και Ρεθύμνου, το ΤΕΕ Δυτικής Κρήτης, την επιβλέπουσα υπηρεσία και εκπροσώπους των μελετητών. Στόχος μου ήταν να αναδειχθεί και να αναγνωρισθεί ο υπερτοπικός χαρακτήρας τους έργου – αφορά το Ρέθυμνο τουλάχιστον εξίσου με τα Χανιά – και με βάση αυτό να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο που θα επέτρεπε την απεμπλοκή του έργου.
Η πρωτοβουλία μου αυτή προκάλεσε την δημόσια αντίδραση του τότε νομάρχη Χανίων που συνδυαζόμενη από την απουσία συντονισμένης δράσης από την δική μας πλευρά και το πολιτικό περιβάλλον της εποχής (κυβέρνηση ΝΔ), οδήγησε στο παραπεμφθεί και η προτεινόμενη συνάντηση και κατ’ επέκταση το έργο στις ελληνικές καλένδες.
Το παραπάνω μικρό χρονικό έχει σήμερα σημασία να το θυμηθούμε;
Πιθανότατα όχι αφού η σχετική αναφορά του υφυπουργού Υποδομών πρόσφατα στο Ρέθυμνο δεν μου ακούστηκε καθόλου αισιόδοξη για την προοπτική του έργου. Αν όμως η εκτίμηση μου αυτή είναι λάθος και πράγματι το έργο είναι (ξανά) σε φάση μελέτης, τότε καλό θα ήταν να αντλήσουμε κάποια συμπεράσματα από όσα συνέβησαν τότε.
Σήμερα το ισχύον θεσμικό και διοικητικό περιβάλλον (Αιρετή Περιφέρεια και όχι Νομαρχίες) είναι κατάλληλο ώστε να αντιμετωπισθεί το έργο στην πραγματική του διάσταση. Ως δηλαδή ένα σοβαρό έργο υποδομής υπερτοπικού χαρακτήρα, καθοριστικά κρίσιμο για το Ρέθυμνο και όχι ως επαρχιακή οδός των Χανίων.
Να είμαστε καθαροί.
Ξεκινάμε με δεδομένο ότι τα τεχνικά χαρακτηριστικά του υφιστάμενου δρόμου είναι ανεπαρκή και ανασφαλή και ότι κινείται εντός αστικών ή ταχέως αστικοποιούμενων περιοχών. Επομένως η επιλογή της απλής βελτίωσης και διαπλάτυνσης του, μπορεί να είναι εύκολη, φτηνή και βολική για τυχόν λίγα μεγάλα και πολλά μικρά συμφέροντα της περιοχής, αλλά δεν προσφέρει ουσιαστικά τίποτα στην ασφάλεια και ταχύτητα πρόσβασης στην μόνη αεροπορική πύλη εισόδου της δυτικής Κρήτης.
Αφού λοιπόν, σύμφωνα με το αρμόδιο υφυπουργό, «είμαστε σε φάση μελέτης» καλό είναι να ξέρουμε, μαζί με όλα τα στοιχεία που το τεκμηριώνουν (προκήρυξη, σύμβαση ανάθεσης, ανάδοχο μελετητικό σχήμα, επιβλέπουσα υπηρεσία, προϋπολογισμό) και τι ακριβώς μελετάνε.
Ένα σύγχρονο κλειστό αυτοκινητόδρομο που θα συνδέει ως κλάδος του ΒΟΑΚ με το λιμάνι της Σούδας και το Αεροδρόμιο Χανίων ή βελτίωση του επαρχιακού δρόμου Σούδα – Ακρωτήρι της Π.Ε Χανίων;
*Ο Μανώλης Όθωνας είναι μέλος της ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ, π. βουλευτής και π. υφυπουργός













