Στις 30 Ιανουαρίου 2026, υπό τον τίτλο «Στων Τριών Ιεραρχών τη Γιορτή», η διαπρεπής δημοσιογράφος, λογοτέχνης, συγγραφέας και ιστορική ερευνήτρια Εύα Λαδιά ζωντάνεψε με γλαφυρότητα την ανύπαρκτη σήμερα αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, η οποία έστεκε στα νότια του Ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου, κλείνοντας μέσα της ολόκληρες εποχές της πνευματικής και εκπαιδευτικής ιστορίας του τόπου, από το 1840 μέχρι και το 1962, οπότε και κατεδαφίστηκε. Ανασυνθέτοντας δημιουργικά περιγραφές του Χριστόφορου Σταυρουλάκη και δημοσιευμένα κείμενα των Νικόλαου Βασ. Δρανδάκη, Εμμ. Λουρωτού, Γιάννη Παπιομύτογλου, Κωστή Ηλία Παπαδάκη, Μιχαήλ Πρεβελάκη και του Πρωτοπρεσβύτερου Χαράλαμπου Καμηλάκη, φώτισε σημαντικές πληροφορίες και ειδήσεις που αφορούν στην αίθουσα αυτή. Ο χρόνος κατασκευής, τα χρηματικά ποσά που δαπανήθηκαν, η συγκέντρωση του ποσού δαπάνης με έρανο, τα υλικά κατασκευής, τα ημερομίσθια των μαστόρων, το εσωτερικό της αίθουσας και οι μέθοδοι διδασκαλίας την εποχή που λειτουργούσε ως αλληλοδιδακτικό σχολείο, ο προορισμός και η χρησιμότητα της αίθουσας, οι αντιδράσεις και μάχες που προηγήθηκαν της κατεδάφισης και τέλος η οριστική απόφαση για την ισοπέδωση, τα πάντα αποτυπώθηκαν παραστατικά και με τρόπο ακριβή.
Από τη θέση του αναγνώστη μπήκα στη διαδικασία να αναζητήσω συμπληρωματικές πληροφορίες, καθώς μου δημιουργήθηκαν ορισμένες απορίες: Ποια ήταν η ακριβής θέση, η χρήση και η κατάληξη των λοιπών, πλην της αίθουσας των Τριών Ιεραρχών, οικοδομημάτων που περιέβαλλαν τον Ναό; Ποιοι ήταν οι Επίσκοποι, των οποίων οι Τάφοι αναφέρονται ακροθιγώς και ποια ήταν η τύχη των Τάφων αυτών; Πέρα από τον Πολύβιο Τσάκωνα, υπήρξε συντονισμένη κινητοποίηση άλλων συμπολιτών, σωματείων ή οργανισμών ή του ίδιου του εκκλησιαστικού συμβουλίου της Μητρόπολης, προκειμένου να διατρανωθεί η αντίδραση στην επικείμενη κατεδάφιση της αίθουσας των Τριών Ιεραρχών;
Ίσως μια ενδελεχής μελέτη των τοπικών εφημερίδων της εποχής εκείνης ή μια αναζήτηση πιο εξειδικευμένων πηγών να απέφερε καρπούς και να διαφώτιζε επαρκώς. Όμως, επειδή ο αείμνηστος πατέρας μου Γιώργης Βασιλείου Δρανδάκης υπήρξε πολυγραφότατος και μέσα στα συγγράμματά του φώτιζε πάντα με ακρίβεια, αντικειμενικά και τεκμηριωμένα, όσα ο ίδιος γνώριζε ή όσα είχε μελετήσει, αποφάσισα να ξεκινήσω την έρευνά μου από τα δικά του δημοσιεύματα. Γρήγορα διαπίστωσα ότι οι ζητούμενες απαντήσεις στις προαναφερθείσες ερωτήσεις εμπεριέχονται στη σφαίρα των δικών του ενδιαφερόντων και προσφέρονται απλόχερα.
Γνωρίζοντας τη στενή συνεργασία και αγαπητική φιλία που διατηρούσε ο πατέρας μου με τον Πρωτοπρεσβύτερο του Μητροπολιτικού μας Ναού, χαρισματικό θεολόγο και φιλόλογο πατέρα Χαράλαμπο Καμηλάκη, κατέφυγα κατ΄ αρχάς στο τόσο σημαντικό βιβλίο του: «Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ Τα Εισόδια της Θεοτόκου ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΝ ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ», Ρέθυμνο 1999, προκειμένου να εντοπίσω σε αυτό συγγραφικά αποτυπώματα του Γ. Δρανδάκη που να σχετίζονται με τα ερωτηματικά μου. Πολύ γρήγορα, φθάνοντας στο Δεύτερο Μέρος του Βιβλίου, στην αρχή του κεφαλαίου V, που καταλαμβάνει τις σελίδες 50-55 και τιτλοφορείται: «Γραμμική αποτύπωση του παλαιού Μητροπολιτικού Ναού, των παραρτημάτων του, του άλλοτε Γυμνασιακού κτιρίου Ρεθύμνου, των σπιτιών και άλλων κτισμάτων, που βρίσκονταν στο χώρο της σημερινής Πλατείας Μητροπόλεως», είδα ότι ο π. Χαράλαμπος Κ. Καμηλάκης σημειώνει: «Ο παραπάνω τίτλος, όπως και το σκαρίφημα και οι παρατηρήσεις που ακολουθούν, σχεδιάστηκαν και γράφτηκαν από τον κ. Γεώργιο Β. Δρανδάκη, σ. δικηγόρο και αντιπρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας των Εισοδίων». Πράγματι, λοιπόν, με το γραμμογράφημα (εικ.25) και το τόσο αναλυτικό κείμενο που το συνοδεύει, που για λόγους οικονομίας δεν μεταφέρεται εδώ, ο Γ.Β. Δρανδάκης εντοπίζει, ταυτοποιεί, περιγράφει και ζωντανεύει, χωρίς να αφήνει καμία αμφιβολία ή σύγχυση να αιωρείται, όλα τα επί μέρους κτίσματα που αγκάλιαζαν τον αρχικό Ναό των Εισοδίων.

Στη συνέχεια, διατρέχοντας και τα 63 τεύχη του περιοδικού «Ενοριακή Παρουσία», στο οποίο ο πατέρας μου αρθρογραφούσε ανελλιπώς, από το 1998 έως και το 2013 που έζησε αυτή η έκδοση, υπογράφοντας πάντα με την ιδιότητα του Επίτιμου Δικηγόρου και Αντιπροέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Μητροπολιτικού Ναού, εντόπισα τα δημοσιεύματά του που συνδέονται με τους προβληματισμούς μας σε τρία διαφορετικά τεύχη του περιοδικού: Στα τεύχη 8 και 9 (στις σελίδες 13-15 και 8-10 αντίστοιχα) με τον τίτλο: «Η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών και 4 Ιεράρχες του Ρεθύμνου» (σε δύο συνέχειες) , καθώς και στο τεύχος 12 ( στις σελίδες 9-10) με τον τίτλο: «Η κατεδάφιση της αίθουσας των 3 Ιεραρχών το 1962 και η αντίδραση του τότε Εκκλησιαστικού Συμβουλίου των Εισοδίων».
Στο πρώτο από τα τρία παραπάνω δημοσιεύματα ενημερωνόμαστε και πάλι για την ύπαρξη πολλών οικοδομημάτων γύρω από τον καθεδρικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου Ρεθύμνου, που εκτείνονταν στα βόρεια, στα ανατολικά και στα νότια της Εκκλησίας. Από αυτά, ανήκαν άλλα στον Ναό και άλλα σε ιδιώτες. Ήταν χτισμένα περιφερειακά στον χώρο της σημερινής Πλατείας Μητροπόλεως. «Κτίσματα υπήρχαν και μπροστά από την οικοδομή και το φαρμακείο Κούνουπα (πρώην οικία Βερνάδου), πάνω στην τωρινή οδό Μανιουδάκη, που τότε δεν είχε ακόμα διανοιχθεί. Τα κτίρια και το Ναό χώριζε άνετη αυλή, τμήματα της οποίας ήταν στρωμένα με πλάκες ή με «μωσαϊκό» από όρθιες μικρές λείες στρογγυλές πέτρες, χωμένες σε συγκολλητική ύλη (ασβεστοκονίαμα ή άλλο μίγμα) στρωμένη στο έδαφος, ενώ άλλο τμήμα της ήταν ακάλυπτο έδαφος, όπου φύονταν διάφορα καλλωπιστικά δένδρα (πασχαλιές, ακακίες, πεύκα κ.ά.). Τα ιδιωτικά κτίσματα (με είσοδο από την οδό Μάρκου Μουσούρου) βρίσκονταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας. Στο Ν.Α. άκρο της είχε κτισθεί το έτος 1840 η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών που ονομάσθηκε και αίθουσα του «Πρίγκιπος Γεωργίου», από τότε που ο Πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης.” Και συνεχίζει ο Γιώργης Βασ. Δρανδάκης, παρουσιάζοντας λεπτομέρειες για την αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, επικαλούμενος κι εκείνος τα σχετικά μελετήματα των Νικ. Β. Δρανδάκη, Εμμ. Λουρωτού και Γιάννη Παπιομύτογλου.
Για τη χρήση όλων των παραπάνω κτισμάτων πληροφορούμαστε: «Στο κτίριο αυτό (την αίθουσα των 3 Ιεραρχών), στο συνεχόμενο με αυτό επί της νότιας πλευράς της πλατείας, διώροφο οίκημα, στην αίθουσα που ήταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας, απέναντι στην αίθουσα των 3 Ιεραρχών, από την οποία χωριζόταν με αυλή, καθώς και στα κτίρια που καταλάμβαναν τη δυτική πλευρά της πλατείας, ανάμεσα στον Ναό και τη σημερινή οικοδομή Κούνουπα, στεγάστηκε μέχρι το 1932 το μοναδικό την εποχή εκείνη Γυμνάσιο Ρεθύμνου». Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι όλα τα κτίσματα αποτελούσαν ένα ενιαίο συγκρότημα, το οποίο εξυπηρετούσε τη στέγαση του Γυμνασίου.
Όσο για την κατάληξη όλων των οικοδομημάτων μαθαίνουμε: «Όλα τα κτίσματα που βρίσκονταν στο χώρο της σημερινής πλατείας Μητροπόλεως, εκτός από το Ναό και το κωδωνοστάσιο, κατεδαφίστηκαν».
Ακολουθώντας τη ροή του ίδιου δημοσιεύματος, συναντούμε και τους Τάφους των Επισκόπων: «Μαζί με την αίθουσα των Τριών Ιεραρχών κατεδαφίστηκαν και ξηλώθηκαν οι τάφοι 4 Ιεραρχών του Ρεθύμνου, που εφάπτονταν με την εξωτερική πλευρά του βόρειου τοίχου της. Του Ιωαννίκιου Λαζαρίδη, του Ιερόθεου Πραουδάκη, του Διονυσίου Καστρινογιαννάκη και του Χρύσανθου Τσεπετάκη».
Από τα αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία που ο Γ.Β. Δρανδάκης παραθέτει για τον καθέναν από τους Επισκόπους, απομονώνουμε μονάχα τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία χειροτονήθηκαν και αρχιεράτευσαν στη θέση του Επισκόπου στο Ρέθυμνο. Ιωαννίκιος Λαζαρίδης: 1827-1838, Ιερόθεος Πραουδάκης: 1883- (Δεν αναφέρεται, αλλά γνωρίζουμε ότι παρέμεινε μέχρι το έτος 1896), Διονύσιος Καστρινογιαννάκης: 1881-1882 και 1896-1910, Χρύσανθος Τσεπετάκης: 1910-1916.
Στη συνέχεια του μελετήματος με τον ίδιο τίτλο, στο τεύχος 9 της Ενοριακής Παρουσίας, συναντούμε σημαντικές λεπτομέρειες, τόσο για τους Τάφους όσο και για το δέος που εκείνοι προκαλούσαν στους περαστικούς. Διαβάζουμε, λοιπόν, για το καλλιτεχνικό προστατευτικό κιγκλίδωμα, για τους επιβλητικούς Σταυρούς και τα υποβλητικά καντήλια, για τις επιτύμβιες πλάκες που κάλυπταν τους Τάφους, ειδικότερα αυτή του Ιωαννίκιου Λαζαρίδη, που την είχαν στείλει Γιαννιώτες, τιμώντας την μνήμη του Μητροπολίτη των (καθώς ο Ιωαννίκιος, μετά τη «Ρήθυμνα», είχε προαχθεί σε Μητροπολίτη Ιωαννίνων, θέση την οποία υπηρέτησε μέχρι το 1840). «Το μάρμαρο είναι λαξευμένο, ώστε να εικονίζονται, προεξέχοντας στο επάνω τμήμα του, στο μέσον, αρχιερατική μήτρα, λίγο πιο πάνω και δεξιά Ευαγγέλιο και, διαγώνια, στο επάνω μισό της πλάκας, αρχιερατική ράβδος». Και συνεχίζει με μία προσωπική συναισθηματική αποστροφή: «Νιώθω την ανάγκη να καταγράψω τη συγκίνηση που αισθανόμουνα και που αισθανόμασταν όλοι οι Ρεθεμνιώτες όταν, περνώντας τις βραδινές ώρες, τα Σάββατα ή τις παραμονές εορτών, πριν κλείσουν οι εξωτερικές πόρτες του όλου κτιριακού συγκροτήματος, μπροστά από τους τάφους έξω από την αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, αντικρίζαμε το τρεμάμενο φως των καντηλιών-φαναριών, που κρέμονταν από τους Σταυρούς των. Ένα ρίγος σε διαπερνούσε και σε συγκλόνιζε η υποβλητική ατμόσφαιρα που διαχεόταν γύρω σου». Ας σημειωθεί, εξάλλου, εδώ ότι το πατρικό του σπίτι του Γιώργη Β. Δρανδάκη βρισκόταν επί της οδού Διονυσίου Καστρινογιαννάκη, ακριβώς απέναντι από την είσοδο του Ναού.
Για την καθαίρεση και απομάκρυνση των Τάφων των Επισκόπων ο Γ. Δρανδάκης είναι κατηγορηματικά ενάντιος: «Διερωτάται κανείς πώς αποφασίστηκε και πώς εκτελέστηκε το ξήλωμά των, όταν είναι αμφισβητήσιμη όχι μονάχα η ορθότητα, αλλά και η νομιμότητα της ενέργειας αυτής».
Κατόπιν, μας πληροφορεί για μία επιπλέον ατυχή εξέλιξη και σφάλμα που ακολούθησε. «Αντί για τους 4 τάφους, κατασκευάστηκε στο παλιό Νεκροταφείο του Ρεθύμνου, εμπρός από την είσοδο του Ναού του, σε κάποια απόσταση από αυτή, ένας τάφος για τους τέσσερις Επισκόπους. Τότε η θέση του ήταν περίοπτη, αν και το κτίσμα του είναι χαμηλή λιθοδομή ή πλινθοδομή, καλυμμένη με ασβεστοκονίαμα, που έχει με την πάροδο του χρόνου αποκτήσει σκούρο χρώμα. Με τον καιρό όμως στήθηκαν γύρω του άλλοι τάφοι, μεγαλύτεροι και εντυπωσιακότεροι από αυτόν, που σήμερα έγινε άφαντος και είναι κρυμμένος και, οπωσδήποτε, όχι αντάξιος προς την ιστορία και το αιώνιο μνημόσυνο των προσωπικοτήτων που φιλοξενεί. Το μόνο αξιόλογο στοιχείο του τάφου είναι η επιτύμβια πλάκα που κάλυπτε τον τάφο του Ιωαννίκιου Λαζαρίδη….. , στο κάτω μισό της οποίας είναι σήμερα χαραγμένα τα ονόματα των 4 Επισκόπων και το έτος εκδημίας των».
Το δεύτερο μέρος του δημοσιεύματος του Δρανδάκη, στο τεύχος 9 της Ενοριακής Παρουσίας, ολοκληρώνεται με την προτροπή του για ανακατασκευή των τάφων στην αρχική τους θέση. Προτείνει μάλιστα και λύσεις για τον επανασχεδιασμό τους: «Στοιχείο προσδιοριστικό του μεγέθους των είναι η επιτάφια πλάκα του Ιωαννίκιου. Πρότυπο για το προστατευτικό κιγκλίδωμα μπορεί να χρησιμεύσει η σιδεριά του μανδρότοιχου της Αγ. Βαρβάρας». Εναλλακτικά, σε περίπτωση που η επαναφορά κριθεί μη ενδεικνυόμενη, συνιστά τη φροντίδα και ανάδειξη του υφιστάμενου στο παλιό νεκροταφείο τάφου, που ακόμα και το κάλυμμα της μαρμάρινης καντηλοθήκης έχει σπάσει. Το κείμενο τελειώνει με έναν ευσεβή πόθο: «Το σίγουρο είναι ότι οι 4 μακαριστοί Επίσκοποι προσδοκούν τη στοργή μας, που πιστεύω ότι δεν θα αργήσει να εκδηλωθεί».
Στο δημοσίευμα του τεύχους 12 με τον τίτλο: «Η κατεδάφιση της αίθουσας των 3 Ιεραρχών το 1962 και η αντίδραση του τότε Εκκλησιαστικού Συμβουλίου των Εισοδίων» πληροφορούμαστε ότι, όταν έγινε γνωστό ότι, μαζί με τα λοιπά κτίσματα πέριξ του μητροπολιτικού ναού, πρόκειται να εξαφανιστεί και το οικοδόμημα που είχε ποικιλότροπα συνδεθεί με την ιστορία της πόλης μας, το τότε Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ναού των Εισοδίων αντέδρασε δυναμικά και προέβη σε γρήγορες κινήσεις.
Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι, όταν με ενέργειες του Δημάρχου Στυλιανού Ψυχουντάκη κηρύχθηκε επικινδύνως ετοιμόρροπη και κατεδαφιστέα η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Μητροπολιτικού Ναού Πόλεως Ρεθύμνης, με Πρόεδρο τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Μακρυγιαννάκη, αντιπρόεδρο τον Ευάγγελο Δρανδάκη, Δικηγόρο, και μέλος τον Γεώργιο Ψύρη, αξιωματικό της Πολ. Αεροπορίας ε.α., (δεν αναφέρονται τα άλλα μέλη) κινητοποιήθηκε, τόσο με προφορικές προσωπικές παραστάσεις στις Τοπικές Αρχές, όσο και με γραπτά διαβήματα, συντάσσοντας και αποστέλλοντας τρία κείμενα που απευθύνονταν σε διαφορετικούς αποδέκτες.
Έτσι, στις 10 Φεβρουαρίου 1962 απηύθυναν αναφορά προς τη Νομαρχία, με κοινοποίηση προς την Αυτού Υψηλότητα τον Αντιβασιλέα και τους Υπουργούς Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και Δημοσίων Έργων, με την οποία ζητούσαν τον χαρακτηρισμό της αίθουσας των Τριών Ιεραρχών ως διατηρητέου ιστορικού κτίσματος. Η ενέργεια αυτή του Συμβουλίου σημειώνεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου 7536 και ημερομηνία 24 Μαρτίου 1962 έγγραφο της Νομαρχίας Ρεθύμνου προς τον Δήμαρχο, ο οποίος παρακαλείται να λάβει προστατευτικά μέτρα για το κοινό, αντί της άμεσης καθαίρεσης του κτηρίου, μέχρι να επιλυθεί το θέμα του χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου. Το εν λόγω έγγραφο κοινοποιήθηκε από την Νομαρχία στο Υπουργείο Εσωτερικών, στους Υπουργούς Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και Δημοσίων Έργων, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Ρεθύμνου, στο Αστυνομικό Τμήμα Ρεθύμνου και στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Μητροπολιτικού Ναού.
Στη συνέχεια, στις 18 Φεβρουαρίου 1962, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο με αίτησή του παρακαλεί το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας να εισηγηθεί την ανάκληση του Πρωτοκόλλου της αρμόδιας τριμελούς Επιτροπής που έκρινε την αίθουσα επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το έγγραφο-αίτηση δημοσιεύεται στο σημαντικό έργο του Πρωτοπρεσβυτέρου Χαράλαμπου Κ. Καμηλάκη Ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός τα Εισόδια της Θεοτόκου Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1999, σελ.186-187. Όμως η αίτηση αυτή δεν έφερε κάποιο αποτέλεσμα.
Επιπλέον, το Συμβούλιο, σπεύδοντας να προλάβει την αιφνιδιαστική καθαίρεση, απέστειλε προς τον Ανώτατο Άρχοντα και τους αρμόδιους υπουργούς, τηλεγραφήματα, των οποίων η δαπάνη εγκρίθηκε στο πρακτικό 3/1962 του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Με τη φράση: «Αλλά και η προσπάθεια αυτή, καθώς και οι ενέργειες άλλων συμπολιτών που ενδιαφέρθηκαν για τη σωτηρία του μνημείου, από σεβασμό πρός την ιστορία της πόλης, δεν καρποφόρησαν», ο Γ. Δρανδάκης ολοκληρώνει το μελέτημά του.
Με όλες τις παραπάνω πληροφορίες, που αντλήθηκαν από ορισμένα από τα πολλά συγγράμματα του Γιώργη Βασιλείου Δρανδάκη, ικανοποιήθηκαν οι δικές μου αναζητήσεις και απορίες. Θέλω όμως να πιστεύω ότι και οι αναγνώστες θα τις βρήκαν ενδιαφέρουσες, καθώς θεωρώ πως ξύπνησαν μνήμες και νοσταλγία στους παλαιότερους Ρεθεμνιώτες και βοήθησαν τους νεότερους να σκιαγραφήσουν μια εναργή εικόνα της γειτονιάς του Μητροπολιτικού Ναού της πόλης του Ρεθύμνου μιας άλλης εποχής, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.





* Η Αθηνά Γεωργίου Δρανδάκη είναι καθηγήτρια κλάδου ΠΕ02 Φιλολόγων









