Της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ*
Η κατασκευή του νέου αεροδρομίου στο Ηράκλειο οδήγησε το προηγούμενο διάστημα οκτώ δήμους της νότιας Κρήτης σε κοινή συνάντηση, με στόχο τη διεκδίκηση του ΝΟΑΚ, δηλαδή της οδικής σύνδεσης των περιοχών τους με το νέο αεροδρόμιο.
Σωστά διατυπώθηκε στη σύσκεψη ότι η δημιουργία του αναγκαίου οδικού δικτύου δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό έργο υποδομής, αλλά μια παρέμβαση που θα καθορίσει σε βάθος χρόνου «τις ευκαιρίες συμμετοχής που θα έχουν οι τοπικές κοινωνίες στην αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής». Με άλλα λόγια, δεν μιλάμε μόνο για έναν δρόμο· μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο θα ενταχθεί ο νότος της Κρήτης στον νέο χάρτη μετακινήσεων, επενδύσεων και οικονομικών δραστηριοτήτων.
Θεωρούμε την πρωτοβουλία αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Ακόμη σημαντικότερη είναι η πρόοδος που έχει ήδη καταγραφεί, με τη χρηματοδότηση μελετών ύψους 93.000.000 ευρώ για επιμέρους τμήματα του έργου. Ωστόσο, για να μην περιοριστεί η συζήτηση σε γενικές διαπιστώσεις και ευχολόγια, είναι αναγκαίο να τεθούν από τώρα ορισμένα κρίσιμα ζητήματα.
Σχεδιάζουμε έργα χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο αξιοποίησης
Ένα βασικό πρόβλημα είναι ότι συχνά στην Ελλάδα προχωρούμε στην υλοποίηση μεγάλων έργων χωρίς να υπάρχει ταυτόχρονα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το πώς αυτά θα αξιοποιηθούν. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι υποδομές σχεδιάζονται ως μέρος ενός ενιαίου πλαισίου που περιλαμβάνει μεταφορές, χρήσεις γης, περιβαλλοντικές προβλέψεις και οικονομική δραστηριότητα.
Αντίθετα, στη δική μας περίπτωση, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο να κατασκευάζεται πρώτα ένα έργο και στη συνέχεια να αναζητούνται οι τρόποι ένταξής του στην πραγματική οικονομία. Εν προκειμένω η έλλειψη διασύνδεσης με άλλα μέσα μεταφοράς, η απουσία ολοκληρωμένου δικτύου πρόσβασης και η καθυστέρηση συμπληρωματικών υποδομών οδηγούν τελικά σε υποαξιοποίηση ή στρεβλή ανάπτυξη.
Το παράδειγμα του ΒΟΑΚ ως προειδοποίηση
Η εμπειρία του ΒΟΑΚ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσλειτουργιών που μπορούν να προκύψουν. Ένα έργο απολύτως αναγκαίο για την ασφάλεια και την ανάπτυξη της Κρήτης καθυστέρησε για δεκαετίες, με σοβαρό ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.
Ακόμη και σήμερα, παρά τις εξαγγελίες, παραμένουν κρίσιμα ζητήματα: καθυστερήσεις λόγω απαλλοτριώσεων, ασαφή χρονοδιαγράμματα, συζητήσεις για διόδια και κόστος χρήσης, προβληματισμοί για τη χρηματοδότηση, αλλά και έντονη ανησυχία των πολιτών για τις αποζημιώσεις. Όλα αυτά δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο ένα αντίστοιχο έργο, όπως ο ΝΟΑΚ, μπορεί να προχωρήσει χωρίς να επαναλάβει τα ίδια λάθη — χωρίς να εξελιχθεί σε ένα ακόμη «γεφύρι της Άρτας».
Η ανάγκη ουσιαστικής και όχι συμβολικής διεκδίκησης
Ο ΝΟΑΚ δεν πρέπει να αποτελέσει ένα ακόμη επικοινωνιακό αφήγημα με εξαγγελίες και φωτογραφίες. Η εμπειρία έχει δείξει ότι χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις, τα μεγάλα έργα παραμένουν για χρόνια στο επίπεδο των υποσχέσεων.
Απαιτείται πολιτική απόφαση σε κεντρικό επίπεδο, συντονισμένη και διαρκής πίεση από τις τοπικές κοινωνίες, σαφές και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και πλήρης διαφάνεια σε κάθε στάδιο υλοποίησης. Διαφορετικά, ο κίνδυνος στασιμότητας είναι υπαρκτός.
Το κρίσιμο ερώτημα: τι είδους ανάπτυξη θέλουμε για τον νότο
Πέρα όμως από το ίδιο το έργο, τίθεται ένα βαθύτερο και πιο ουσιαστικό ερώτημα: ποιο μοντέλο ανάπτυξης επιδιώκουμε για τις νότιες περιοχές της Κρήτης;
Ο νότος διατηρεί ακόμη χαρακτηριστικά που τον καθιστούν μοναδικό: ένα αυθεντικό και σχετικά ανεπηρέαστο φυσικό περιβάλλον, έναν κοινωνικό ιστό με ισχυρούς δεσμούς με τον τόπο, μικρής κλίμακας παραγωγικές δραστηριότητες και μια διαφορετική σχέση με τον τουρισμό. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα — αλλά δεν είναι δεδομένα. Μπορούν εύκολα να αλλοιωθούν ή να χαθούν αν δεν υπάρξει συνειδητή επιλογή προστασίας τους.
Ο κίνδυνος επανάληψης του βόρειου μοντέλου
Η εμπειρία της βόρειας Κρήτης λειτουργεί ως σαφής προειδοποίηση. Η υπερδόμηση, η ανάπτυξη μεγάλων τουριστικών μονάδων κλειστού τύπου (all-inclusive), η έντονη πίεση στους φυσικούς πόρους —ιδίως στο νερό— και η περιβαλλοντική επιβάρυνση έχουν δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα.
Η δημιουργία μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων δεν εγγυάται βιώσιμη ανάπτυξη. Συχνά περιορίζει τη διάχυση του οικονομικού οφέλους στις τοπικές κοινωνίες, καθώς μεγάλο μέρος της δραστηριότητας παραμένει «εντός των τειχών» των μονάδων. Παράλληλα, επιβαρύνει τις υποδομές και το περιβάλλον, δημιουργώντας πιέσεις που σε βάθος χρόνου γίνονται μη αναστρέψιμες.
Ένα τέτοιο μοντέλο δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τον προορισμό, δεν ενισχύει την τοπική οικονομία στον βαθμό που αναμένεται και δημιουργεί μακροπρόθεσμα αδιέξοδα.
Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν από τώρα
Πριν την υλοποίηση ενός τόσο σημαντικού έργου, είναι απαραίτητο να υπάρξει σαφής σχεδιασμός για κρίσιμους τομείς: τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, τα δίκτυα αποχέτευσης και επεξεργασίας λυμάτων, τα όρια δόμησης και τις χρήσεις γης, καθώς και την ουσιαστική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η επικαιροποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού, με σαφή καθορισμό ζωνών ανάπτυξης και προστασίας. Η ενίσχυση μορφών όπως ο αγροτουρισμός, τα μικρής κλίμακας καταλύματα και η σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή μπορούν να διασφαλίσουν μια πιο ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη.
Ας μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη
Το μοντέλο «δρόμος + μεγάλο ξενοδοχείο» ανήκει πλέον στο παρελθόν. Τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στη βόρεια Κρήτη —έλλειψη νερού, πίεση στις υποδομές, περιβαλλοντική υποβάθμιση— αποτελούν σαφή προειδοποίηση.
Ο νότος έχει ακόμη την ευκαιρία να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο. Το ερώτημα είναι αν θα την αξιοποιήσει.
*Η Ευαγγελία Δερμιτζάκη είναι οικονομολόγος – λογιστής και σύμβουλος αναπτυξιακών προγραμμάτων









