Μιας επετείου συνειρμοί
Διπλή γιορτή αύριο για τον Ελληνισμό με τα κρίνα και τις δάφνες να κυριαρχούν.
Μέσα από τα άνθη που συμβολίζουν την αγνότητα αναδύεται το μύρο της προσδοκίας για τη λύτρωση από τα δεινά της καθημερινότητας. Και οι δάφνες μεθούν με την ευωδιά τους την εθνική μας υπερηφάνεια. Τι λαός είμαστε αλήθεια.
Καταφέραμε να αποτινάξουμε ζυγό τεσσάρων αιώνων με μια έκρηξη ψυχής.
Η «αόρατος» αρχή που ανέφεραν οι πρώτοι Φιλικοί για ν’ αποκτήσει σιγουριά ο ελληνισμός και να ξεσηκωθεί δεν ήταν παρά το όνειρο για λευτεριά. Από μια ουτοπία όμως φθάσαμε σε μια μεγαλειώδη πραγματικότητα.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Από μια σπίθα ελπίδας ξέσπασε η φωτιά μιας επανάστασης που φώτισε την Οικουμένη.
Οι φλόγες όμως πύρωσαν δυστυχώς και τις φιλοδοξίες. Και η φιλαρχία ξεπήδησε σ’ όλη της την έξαρση απειλώντας να καταστρέψει όσα κατακτήθηκαν με τόσες θυσίες και εκατόμβες θυμάτων.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Από τη μια στιγμή στην άλλη οι ήρωες κρίθηκαν προδότες και βρέθηκαν στη φυλακή. Κι έπρεπε να προστεθεί ένα Μανιάκι στους βωμούς θυσίας πλάι στις Θερμοπύλες για να ξυπνήσουν συνειδήσεις και να ξεκινήσει η προσπάθεια από την αρχή.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Αν τα θανάσιμα χτυπήματα από αδελφικό χέρι προορίζονταν μόνο για τις κάθε εθνότητας επιβουλές μπορεί μεν να ήταν η ιστορία μας φτωχότερη, σε σελίδες γεγονότων, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, αλλά θα ήμασταν πλουσιότεροι σε έργα δημιουργίας και προκοπής.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Μάθαμε να τιμούμε αποκλειστικά τους εκτός των τειχών κορυφαίους της επανάστασης και αφήσαμε να χαθούν στη λησμονιά οι δικοί μας ήρωες από το Ρέθυμνο, πολλοί από τους οποίους δεν υστερούσαν σε γενναιότητα και στρατηγική από τους άλλους Συνέλληνες που έγραψαν την εποποία του ’21 στον Μοριά και στη Ρούμελη.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Και φέτος θα βγάλουμε πύρινους λόγους εθνικής περηφάνιας για τους ήρωες της Επανάστασης. Αυτούς που πέθαναν στην «ψάθα» καρτερώντας μάταια τη δικαίωση μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτούς που κατηγορήθηκαν ως προδότες και αν έλειπαν φωτισμένοι δικαστές θα τους είχε στείλει η μισαλλοδοξία στην κρεμάλα.
Αυτούς που πέθαναν σε βαθιά γεράματα με το κορμί τους γεμάτο από ουλές που προκάλεσαν τα βλήματα του εχθρού και τη μνήμη τους γεμάτη πληγές από αδελφικές ίντριγκες για ένα αξίωμα.
Τι λαός είμαστε αλήθεια. Το αξίωμα στεκόταν πάντα υπεράνω της ανθρώπινης αξίας.
Κι όμως αποδείξαμε με τις όποιες μας αδυναμίες, πόσα σημαντικά μπορεί να καταφέρει η χώρα μας όταν την κυβερνά η ομοψυχία.
Κοντά στις τελετές λοιπόν ας αναλογιστούμε τις συμφορές που έφερε η διχόνοια στον τόπο μας. Ας αναλογιστούμε μόνο τι θα είχε καταφέρει το Ρέθυμνο αν δεν όπλιζε η φιλαρχία το χέρι του Ρούσου Βουρδουμπά ενάντια στον ήρωα Μελιδόνη. Ας αναλογιστούμε πως θα ήταν ο τόπος μας αν ένας Γεώργιος Τσουδερός δεν αναγκαζόταν να ξενιτευτεί για να επιβιώσει. Και τότε μπορεί να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη της εθνικής ενότητας και αλλάζοντας νοοτροπία να δημιουργήσουμε αυτά που μας κάνουν τόσο ξεχωριστούς. Για να δικαιωθούν τα μηνύματα του ’21 και να λένε αργότερα οι ιστορικοί ανά τον κόσμο αξιολογώντας τα έργα μας με ευθύνη λόγου: Τι λαός είναι αλήθεια οι Έλληνες!
Ιστορία 1η
Μια καπετάνισσα από το Ροδάκινο και μια καλλονή από τον Μέρωνα που η ψυχραιμία τους έσωσε αθώα γυναικόπαιδα από τους Τούρκους.
Ήταν Ιούλιος του 1823. Οι Κρητικοί έχουν περιορίσει στα κάστρα τους Τούρκους και ιδιαίτερα εκδικούνται για τα τόσα χρόνια σκληρής σκλαβιάς τους φοβερούς Γενίτσαρους.
Ο εχθρός καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς ενισχύσεις και δεν έχει επιλογές, καθώς η επανάσταση εδραιώνεται. Ζητά λοιπόν τη συνδρομή του Αιγύπτιου Μεχμέτ Αλή που ευχαρίστως ανταποκρίνεται. Στέλνει για βοήθεια έναν αιμοδιψή Αλβανό τον Χουσεΐν Πασά.
Αυτός μεθοδικά και εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες των υπερασπιστών του νησιού ξεκινά από το Ηράκλειο και σπέρνοντας τον όλεθρο από το Ηράκλειο μέχρι το Αμάρι φθάνει και στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Με την ίδια τακτική καταφέρνει ανενόχλητος βιάζοντας και σφάζοντας να πλησιάσει το Ροδάκινο.
Επειδή τα νέα κυκλοφορούσαν γρήγορα ακόμα και στις εποχές που δεν υπήρχε η συνδρομή της τεχνολογίας, έμαθαν στο χωριό για τον επικείμενο ερχομό των Αιγυπτίων. Μια ομάδα, καμιά δεκαπενταριά γυναίκες με τα παιδιά τους έσπευσαν να βρουν τόπο να κρυφτούν. Μια σπηλιά τους πρόσφερε καταφύγιο αλλά οι στρατιώτες κατάφεραν να τις εντοπίσουν.
Από φόβο μήπως στη σπηλιά υπήρχαν και άνδρες με τουφέκια κι επειδή δεν είχαν άλλο τρόπο να το διαπιστώσουν έστειλαν έναν στρατιώτη να ερευνήσει. Εκείνος μη μπορώντας να κάνει και διαφορετικά άρχισε να αναρριχάται για να φτάσει στο σπήλαιο. Από μια άστοχη κίνηση κατά την αναρρίχηση εκπυρσοκρότησε το όπλο του και τον τραυμάτισε σοβαρά στο πόδι. Δυο δάχτυλα είχαν αποκοπεί και η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη.

Εκείνος όμως έπρεπε να ολοκληρώσει την αποστολή του, αφού ανέπνεε ακόμα. Κατάφερε με φρικτούς πόνους να φτάσει στο σπήλαιο. Βρήκε τα γυναικόπαιδα και τα παρέδωσε στους άλλους. Εκείνοι έδεσαν τις γυναίκες εκτός από τα παιδιά που κοιτούσαν φοβισμένα και δεν ήξεραν τι να κάνουν και παρέδωσαν την άκρη του σχοινιού στον τραυματισμένο στρατιώτη αδιαφορώντας για την κατάστασή του. Τον διέταξαν να τις μεταφέρει στο Ρέθυμνο για να συνεχίσουν εκείνοι τον δρόμο τους. Άλλωστε δεν είχε να κάνει παρά με λίγες τρομοκρατημένες γυναίκες που, καθώς ήταν και δεμένες δεν μπορούσαν να του δημιουργήσουν πρόβλημα.
Μέσα σε φρικτούς πόνους ξεκίνησε ο στρατιώτης σέρνοντας τις αιχμάλωτες. Σε λίγο δεν μπορούσε να κρατήσει τις φωνές του σε βαθμό που άρχισαν να τον λυπούνται και οι ίδιες οι αιχμάλωτες. Μια από αυτές η Μαρίνα, ανδρογυναίκα με τα όλα της, περίμενε να φτάσουν κοντά σε ένα βράχο και εκεί ζήτησε τον λόγο από τον στρατιώτη.
– Εδώ του είπε κακόμοιρε, φυτρώνει ένα βοτάνι που σταματά το αίμα από την πληγή, παγουριαίνει και τον πόνο. Ας θες άφησέ με να σου φέρω λίγο να βάλεις στο πόδι σου να γειάνει.
Ήταν τέτοια η κατάσταση του τραυματία που δεν περίμενε να το σκεφτεί. Αμέσως της έλυσε τα χέρια. Η Μαρίνα σύρθηκε με την κοιλιά στο σημείο που βρισκόταν ένας θάμνος και με τεράστια προσπάθεια απέσπασε ένα δυο κλωνάρια.
Τα έδωσε στον Τούρκο βοηθώντας να τα βάλει στην πληγή. Φαίνεται πως είχε άμεσο αποτέλεσμα το βότανο, γιατί ο στρατιώτης σταμάτησε να βογκά. Έδειχνε ανακουφισμένος.
Η Μαρίνα δεν έχασε καιρό.
– Τώρα του είπε είδες που είναι το βότανο. Κατέβα να πάρεις περισσότερο γιατί αυτό που μπόρεσα να κόψω δεν θα σε φτάσει. Κι έχουμε δρόμο μπροστά μας.
Ο Τούρκος χωρίς να χάσει καιρό χαμήλωσε, υπολόγισε την απόσταση μέχρι τον θάμνο και ετοιμάστηκε να συρθεί μέχρι εκεί. Η Μαρίνα με κομμένη την ανάσα τον παρακολουθούσε και μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, καθώς είχε τα χέρια ελεύθερα πήρε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε με αστραπιαίες κινήσεις στο κεφάλι του στρατιώτη. Εκείνος από τη ζάλη δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έπεσε στο γκρεμό.
Αμέσως η Μαρίνα έλυσε τις χωριανές της και όλες μαζί κατέβηκαν στο μονοπάτι για να γυρίσουν στο χωριό, αφού πρώτα ξαρμάτωσαν τον Τούρκο. Ακόμα και στον δρόμο του γυρισμού δεν πίστευαν πως είχαν σωθεί.
Με την ίδια ευχάριστη έκπληξη τις υποδέχτηκαν οι χωριανοί τους όταν τις είδαν.
Από τότε η θέση της Μαρίνας στην τοπική κοινωνία έγινε ξεχωριστή. Οι Ροδακινιώτες την είχαν περί πολλού και πλέον καπετάνισσα την ανέβαζαν καπετάνισσα την κατέβαζαν.
Για κείνη όμως είχε μοναδική σημασία το γεγονός ότι με την ψυχραιμία και την εξυπνάδα της κατάφερε να σώσει τόσα γυναικόπαιδα και τον εαυτό της από τόσο μεγάλο κίνδυνο.
Ιστορία 2η
Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα η Κατερίνα. Όλος ο Μέρωνας μακάριζε τον Ιλλαρίωνα Μόσχο (Μοσχάκη) και για τη θυγατέρα του. Καλότροπη και νοικοκυρά, άξια σε όλα. Στα 1801 είδε το πρώτο φως της ζωής. Και μεγάλωνε σύμφωνα με τις παραδόσεις του τόπου της. Η καλλονή του Μέρωνα ακουγόταν και Λάριου, από το όνομα του πατέρα, κάτι πολύ συνηθισμένο στην εποχή να ακούγεται σαν επίθετο το πατρώνυμο.
Σαν γνήσια Μερωνιανή, η Κατερίνα, εκτός από φυσική ομορφιά, διέθετε έντονη προσωπικότητα, αλλά από νωρίς φανέρωνε και έντονη δίψα για κάθε τι πνευματικό.
Με τις αρετές της αυτές ξεχώριζε, τόσο, που ο θρύλος πήρε στα φτερά του πολλά στοιχεία από τη ζωή της και όπως ήθελε ο άνεμος της προφορικής παράδοσης, έφτασαν κάποια πράγματα από τη ζωή της στις μέρες μας.
Πουλήθηκε σκλάβα τέσσερις φορές.

Για την αρπαγή της μια προφορική παράδοση αναφέρει ότι, κάποιος Τούρκος Πασάς γοητευμένος από την ομορφιά της, έβαλε να την απαγάγουν.
Κατά μια άλλη εκδοχή το 1823, όταν οι Τούρκοι προσπαθώντας να καταστείλουν την επανάσταση έφθασαν και στο Μέρωνα, συνέλαβαν με άλλα γυναικόπαιδα και την Κατερίνα και την έσυραν στα σκλαβοπάζαρα, όπου και πουλήθηκε σκλάβα τέσσερις φορές. Τελευταία την αγόρασε ένας Αλεξανδρινός έμπορος, ο οποίος την επήγε στην Αίγυπτο, όπου την αγόρασε ο Σύριος μπέης Παρασαμνής και την οδήγησε στο Βερούτι όπου διέμενε.
Το στοιχείο ότι πωλήθηκε τέσσερις φορές, είναι απολύτως ακριβές, αφού και η ίδια το ανέφερε, όταν στα γεράματά της, διηγιόταν τα πάθη της.
Ο Παρασαμνής την παντρεύτηκε και είχαν να λένε για τη λατρεία του στο πρόσωπό της. Η αδυναμία που της είχε φαινόταν και από την ελευθερία που της έδινε να πηγαίνει όπου ήθελε και γινόταν θυσία για να μην της λείψει τίποτα.
Εκείνη, όμως, δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα από τη ζωή της αυτή, μέσα στη χλιδή, καθώς την έτρωγε η νοσταλγία για τον τόπο της και τους δικούς της. Έκανε δυο παιδιά που φρόντιζε η ίδια με στοργή αλλά ακόμα κι όταν τα έσφιγγε στην αγκαλιά της, ένοιωθε σαν να μην τα είχε γεννήσει. Την ενοχλούσε ότι ήταν «Τουρκάκια» που τα ανάτρεφε, όπως ήθελε, ο άντρας της και θα γινόταν κάποτε κι αυτά εχθροί της πατρίδας της.
Πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια αλλά η Κατερίνα δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στη ζωή που της πρόσφερε ο άνδρας της κι ας ήταν τυλιγμένη στο μετάξι και τα πιο ακριβά διαμαντικά στόλιζαν την ομορφιά της.
Με την ελευθερία των κινήσεων που διέθετε, δημιούργησε στενή φιλική σχέση με μια οικογένεια Χριστιανών, που έτυχε να συναντήσει, στην οποία και ο άντρας της Κατερίνας είχε εμπιστοσύνη.
Όταν η Μερωνιανή καλλονή βεβαιώθηκε ότι ο αρχηγός της οικογενείας αυτής, Χατζηβασίλης λεγόταν, θα τη βοηθούσε να δραπετεύσει δεν έχασε καιρό. Και μετά από πολλές περιπέτειες κατάφερε να δραπετεύσει.
Όταν πια κατάλαβε ότι δεν κινδύνευε, πήρε το δρόμο του γυρισμού, κρατώντας δυο λαμπάδες για την εκκλησία του χωριού της. Όταν έφθασε επιτέλους εκεί, ήταν απερίγραπτη η συγκίνηση που ένοιωσε, αλλά και οι δικοί της δεν ήξεραν πως να εκφράσουν τη χαρά τους, που επιτέλους την ξανάβρισκαν.
Ιστορία 3η
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η επανάσταση του 1866. Με το μαχαίρι οι Τούρκοι, σε άγριες επιδρομές, προσπαθούσαν να την καταπνίξουν, τρομοκρατώντας τα γυναικόπαιδα. Άφηναν παντού ερείπια και χαλασμό. Ανάμεσά τους και Αιγύπτιοι που ήταν ακόμα σκληρότεροι και από τους Τούρκους. Αρχηγός τους ο Μεχμέτ Πασάς, σκληρός, θαρραλέος και αποφασιστικός. Αφού σκόρπισε όσο μεγαλύτερη καταστροφή γινόταν με τους άνδρες του, πάτησε το Αμάρι και τράβηξε για τον Μέρωνα. Οι νέοι, και όσοι μπορούσαν να κρατήσουν όπλα, είχαν προλάβει να φύγουν και στο χωριό είχαν απομείνει μόνο γυναίκες, γέροι και παιδιά. Εκεί βρισκόταν και η Κατερίνα Λαρίου που προαναφέραμε.

Οι Αιγύπτιοι έζωσαν το χωριό και ήταν έτοιμοι να το καταστρέψουν, όταν ξαφνικά είδαν μπροστά τους μια ηλικιωμένη γυναίκα, που, σε άπταιστα Αραβικά, τους ζήτησε να την οδηγήσουν μπροστά στον αρχηγό τους. Έτσι κι έγινε. Ο Μεχμέτ έκπληκτος την άκουσε στη γλώσσα του να τον ικετεύει να σπλαχνιστεί τον άμαχο πληθυσμό του χωριού και να μην τους πειράξει. Απορημένος τη ρώτησε που έμαθε τόσο καλά τα Αραβικά και εκείνη του διηγήθηκε την ιστορία της. Ακόμα και το όνομα του συζύγου της του αποκάλυψε, μπροστά στη μεγάλη του επιμονή.
Και τότε η Κατερίνα έζησε την πιο συγκλονιστική στιγμή της ζωής της. Είδε τον αγέρωχο Αιγύπτιο στρατηλάτη να πέφτει στα πόδια της, να της φιλά με λυγμούς τα χέρια και να την αποκαλεί γλυκιά του μανούλα. Ο Μεχμέτ ήταν ένας από τους γιους που είχε αφήσει πίσω της!
Όπως ήταν φυσικό δεν πείραξε κανέναν από το χωριό αλλά μάταια την εκλιπαρούσε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της και στα παιδιά της.
Η Κατερίνα ξαναγύρισε στην Πόμπια, αμέσως μετά, όπου πρόσφερε σε όποιον χρειαζόταν τη βοήθειά της, ελεώντας τους φτωχούς και παρηγορώντας του αδυνάτους. Εκεί πέθανε και ετάφη.
Ιστορία 4η
Κάθε κατακτητής άφησε τα βάρβαρα ίχνη του στην ιστορική μνήμη και τη γέμισε ντροπή για το κατάντημα του ανθρώπου, αλλά οι Τούρκοι ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο σε αγριότητα. Ίσως επειδή δεν ήταν ποτέ ήσυχοι από τους Χαΐνηδες που έγιναν εφιάλτης τους. Και προσπαθούσαν με τα έκτροπα να φοβερίσουν τον σκλαβωμένο λαό για να εξασφαλίσουν μια στοιχειώδη ηρεμία.
Καμιά φορά όμως η επιθετική στάση των γυναικών έσωζε το χωριό.
Μια χαριτωμένη ιστορία παραθέτει στο βιβλίο του «Κεραμές κι Αγαλλιανός» ο σημαντικός μας λόγιος και ιστορικός ερευνητής κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης όπως τη διηγήθηκε σ’ αυτόν ο Μανόλης Μιχελακάκης από τον Κεραμέ.

Ήταν λοιπόν ένας αγάς, πιθανότατα από το Φρατί, που ερχόταν συχνά στον Κεραμέ για να φέρνει στα όρια της απόγνωσης τους ντόπιους με τη χυδαία του συμπεριφορά.
Ο αγάς αυτός συνήθιζε να μαζεύει τις κοπέλες του χωριού στον οντά του Κώστα του Σπυριδοτζαγκάρη και τις έβαζε να χορεύουν, αφού έριχνε ρόβι ή ψαρές ώστε οι κοπέλες να γλιστρούν και να πέφτουν κάτω. Το θέαμα διασκέδαζε αφάνταστα τον αγά που γέμιζε την ατμόσφαιρα με το ανατριχιαστικό διαβολικό του γέλιο. Κι οι καημένες οι κοπέλες παρακαλούσαν με θέρμη όλους τους αγίους που έρχονταν στο νου τους, κείνη την ώρα, για να τις λυτρώσουν από τα χειρότερα. Το μαρτύριο ήταν αφόρητο επειδή οι κοπέλες δεν ήταν ξεκούραστες. Είχαν ξεθεωθεί όλη τη μέρα στα χωράφια. Και να μπαίνουν σ’ αυτή τη δοκιμασία το βράδυ ήταν πάνω από τις αντοχές τους. Αλλά από ποιον να περιμένουν βοήθεια; Και οι άνδρες πώς να επέμβουν χωρίς τον κίνδυνο να βάλουν σε κίνδυνο όλο το χωριό μικρούς και μεγάλους;
Ο καιρός περνούσε όμως και η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Κι εκεί που οι πάντες αναζητούσαν λύση μια γενναία γυναίκα η Τζιριτογληγόραινα, μητέρα του Τζιριτομιχάλη, αποφάσισε να διακινδυνεύσει, αρκεί να σώσει τις κοπέλες από τις νοσηρές διαθέσεις του αγά.
Και η ευκαιρία δεν άργησε να της δοθεί. Μια μέρα ήρθε ξανά το φρικτό κάλεσμα. Έπρεπε να μαζευτούν όλες οι κοπέλες στο γνωστό σπίτι, όπου τις περίμενε ο αγάς. Εκείνος βλέποντας να μπαίνουν μια μια κοιτάζοντας το πάτωμα, κατακόκκινες από ντροπή, με βήμα που σερνόταν και από την κούραση της μέρας, χάιδευε τα γένια του με σαρδόνιο χαμόγελο. Περιέφερε τη ματιά του σε κάθε μια ξεχωριστά και σκεφτόταν τι άλλο να προστάξει για να κάνει την ψυχαγωγία του πιο έντονη. Κι εκεί που διασκέδαζε με τα σκυμμένα κεφάλια και η ματιά του αδιάκριτα περιφερόταν στα δροσερά κορμιά, ένα βλέμμα τον διαπέρασε.
«Άλλο και τούτο» σκέφτηκε. Ποια να ‘ταν αυτή που τον κοιτούσε προκλητικά και γεμάτη νάζι σαν να αποζητούσε την προσοχή του; Τα ‘χασε ο αγάς. Αυτό δεν του είχε ξανατύχει. Ρώτησε και έμαθε πως ήταν η Τζιριτογληγόραινα!
Περίεργος πάντα στύλωσε τη ματιά του πάνω της κι εκείνη που το αντιλήφθηκε δεν σταμάτησε να τον προκαλεί με το νάζι της.
Δεν άντεξε άλλο ο αγάς. Κάλεσε την όμορφη καλεσμένη του να σιμώσει. Κι εκείνη πλησίασε βέβαια αλλά μόλις έφθασε σε απόσταση κατάλληλη απλώνει το χέρι και σφίγγει με λύσσα τα γεννητικά όργανα του χυδαίου τυράννου.
Εκείνος από τον αφόρητο πόνο είχε καθηλωθεί. Κι ούτε να σκεφτεί να αντιδράσει. Μόλις η γενναία κοπέλα πέτυχε τον στόχο της, χωρίς να μετριάσει το σφίξιμο έκανε νεύμα στις άλλες. Κι αυτές πέφτοντας πάνω του έβγαλαν το άχτι τους χτυπώντας τον αλύπητα με τα τσόκαρά τους.
Από κείνη τη μέρα ο αγάς δεν ξαναφάνηκε στο χωριό. Εύκολα να φανταστούμε ότι ο θρασύδειλος αυτός δεν θα τολμούσε ποτέ να κάνει γνωστό το πάθημά του. Γιατί που ξανακούστηκε να κάνουν τόπι στο ξύλο κοτζάμ αγά μερικές ανυπεράσπιστες κοπέλες;


Ιστορία 5η
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας ζούσε λέει η παράδοση στο χωριό Αρκούδαινα μια αρχόντισσα πανέμορφη και πατριώτισσα. Με κάθε τρόπο βοηθούσε κρυφά τους αγωνιστές, συμβάλλοντας έτσι στον αγώνα για τη λευτεριά.
Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν έγινε αντιληπτή η δράση της. Και η τιμωρία της ήταν απάνθρωπη.
Οι βασανιστές της γέμισαν έναν οντά με ρόβι κι έπειτα την οδήγησαν μέσα και την υποχρέωσαν να χορεύει.
Προφορικές παραδόσεις αναφέρουν ότι ενώ εκείνη χόρευε οι Τούρκοι που την είχαν περικυκλώσει έκοβαν κι ένα κομμάτι από τη σάρκα της όταν την έφτανε το σπαθί τους. Σε λίγο η πανέμορφη γυναίκα μεταβλήθηκε σε μια άμορφη μάζα καταματωμένη. Και τότε γελώντας φώναζαν πως μοιάζει με αρκούδα. Έτσι το χωριό ονομάστηκε Αρκούδαινα.

Σε άλλη πηγή βρήκα ότι επειδή η αρχόντισσα γλιστρούσε πάνω στο ρόβι και συνέχεια έπεφτε οι Τούρκοι την περιγελούσαν φωνάζοντας «σαν την αρκούδα χορεύει».
Αξίζει τον κόπο να καταγράφονται όλες οι εκδοχές – σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλες – για να παίρνουν αφορμή οι επιστήμονες της έρευνας να μας χαρίζουν τα φώτα τους.
Σημασία έχει ότι βρίθουν οι γραφές από παρόμοια περιστατικά.
Ιστορία 6η
Φόβος και τρόμος για τους Χριστιανούς ήταν ο Ιμπραήμ Καρβουνιάρης ένας γενίτσαρος που ζούσε στην Τύλισσο.
Είχε το λιμέρι του στην Καραβίταινα. Από εκεί τώρα ο αιμοδιψής γενίτσαρος έκανε τις εξορμήσεις του και βασάνιζε τους Χριστιανούς. Κι εξυπηρετούσε αφάνταστα η θέση που είχε διαλέξει, τα πανούργα σχέδιά του, γιατί επρόκειτο για πέρασμα. Όσοι κάτοικοι της γύρω περιοχής ήθελαν να πάνε στο Ηράκλειο περνούσαν υποχρεωτικά από εκεί. Και σπάνια γύριζαν αρτιμελείς στο σπίτι τους
Από τα αγαπημένα του μαρτύρια που υπέβαλε τους Χριστιανούς και το πιο εξευτελιστικό ήταν να τους υποχρεώνει ώρες ολόκληρες να πεζεύουν και να ξεπεζεύουν. Έβλεπε ο γενίτσαρος το θέαμα και έσκαζε στα γέλια με την ταλαιπωρία του άτυχου που βασάνιζε. Και για παραλλαγή τον υποχρέωνε να είναι το ένα πόδι στο σαμάρι και το άλλο να βολοσέρνεται όσο το μουλάρι προχωρούσε με τη δική του καθοδήγηση οπότε έμενε κάποιο πρόβλημα που βασάνιζε τον άτυχο χριστιανό μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η φήμη του Καρβουνιάρη σκορπούσε τρόμο στους άμοιρους σκλάβους. Άκουγε τα κατορθώματά του κι ο Γιώργης Δαφέρμος στην Αξό. Ήταν από τα παλικάρια που οι Τούρκοι είχαν πάντα στο στόχαστρο. Γερός και δυνατός ήταν το καμάρι όλων. Λέγεται πως μια φορά σήκωσε και έφερε στο χωριό, ολομόναχος, ένα μεσοδόκι από τη «λαγάρα τω διχεργιώ» ενάμιση χιλιόμετρο απόσταση από το χωριό.
Χαΐνης κι αυτός ατρόμητος δεν θα άφηνε για πολύ τον γενίτσαρο να συνεχίσει την αποτρόπαια δράση του. Άνθρωπος με στρατηγικό νου όμως ήθελε να πετύχει τον σκοπό του με προσοχή και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους χωριανούς του. Γιατί ήταν σίγουρο πως μετά από ένα σκοτωμό Τούρκου οι ομόθρησκοί του θα ζητούσαν εκδίκηση με τραγικές συνέπειες.
Άρχισε ν’ αφήνει λοιπόν μαλλιά και γένια μέχρι που έγινε αγνώριστος και στα δικά του πρόσωπα. Πήρε μετά μια χαχαλόβεργα, από ξύλο πρίνου που είναι βαρύ και δεν σπάζει εύκολα Ήταν μια μακριά βέργα, στερεή με διχάλι στο πάνω μέρος, που βοηθούσε στο φόρτωμα και ξεφόρτωμα των φορτηγών ζώων.
Όταν ο Γιώργης ήταν έτοιμος να θέσει σε εφαρμογή το παράτολμο σχέδιό του μάζεψε τους συγγενείς και τους αποκάλυψε την πρόθεσή του να σκοτώσει τον Γενίτσαρο.
Εκείνοι ταράχτηκαν. Κρεμάστηκαν από τον λαιμό του και προσπαθούσαν να τον λογικέψουν. Μα πως θα χτυπούσε τον Τούρκο; Άρματα δεν είχε.
– Εγώ το έβαλα στο νου μου και θα το κάμω, ήταν η απάντηση του Γιώργη. Κι έδειχνε αμετάπειστος.
– Θα τον σκοτώσω ή θ’ αποθάνω, ήταν η τελευταία του κουβέντα.
Αφού δεν μπορούσαν να τον μεταπείσουν οι στενοί του συγγενείς θα έπρεπε τουλάχιστον να βοηθήσουν.
Μετά από συνεννόηση με τον Γιώργη κι ακολουθώντας τις οδηγίες σηκώθηκαν μερικοί κι ετοιμάστηκαν για το σημείο που έστηνε καρτέρι ο γενίτσαρος. Όταν έφθασαν δεν βρήκαν κανένα. Φαίνεται πως ήταν νωρίς κι ο Τούρκος δεν είχε πάει ακόμα στο στέκι του. Έτσι οι άντρες του Δαφερμογιώργη υποχρεώθηκαν για να μην κινήσουν υποψίες να προχωρήσουν στο Ηράκλειο ,να κάνουν τα ψώνια τους κι έπειτα να πάρουν γρήγορα τον δρόμο της επιστροφής.
Ενώ επέστρεφαν είδαν τον Καρβουνιάρη να στέκεται στο σημείο που συνήθιζε και να γελάνε και τα μουστάκια του με το σείρι που θα έκανε με τόσους μαζεμένους Ρωμιούς. Άφησε στην άκρη τον πιο ασήμαντο εμφανισιακά, που ήταν ο Δαφερμογιώργης, αγνώριστος πια με τόσο γένια και μαλλιά, καθόλου ευπαρουσίαστος, που έμοιαζε με ζητιάνο, και ξεκίνησε το ίδιο τροπάρι με τους ατυχείς συνοδούς του. Όταν ήρθε η σειρά του Γιώργη ο Τούρκος του φώναξε:
– Άντε κακόγερε έβγα από την τρύπα σου κι σένα περιμένω να φύγω. Έχω να πάω κι αλλού.
Ο Γιώργης πήρε κλαψιάρικο ύφος και προφασίστηκε τον άρρωστο χωρίς να κουνήσει από τη θέση του
– Σίμωσε κι εγώ θα σε γιατρέψω, του φώναξε ο Τούρκος. Με κομμένα γόνατα θα σε στείλω σπίτι σου.
Ο Γιώργης μαζεύει τις δυνάμεις, αυτοσυγκεντρώνεται και πλησιάζει στον Τούρκο που εξακολουθεί να τον ειρωνεύεται και να τον προκαλεί.
Κι εκεί που δεν το περίμενε ο τύραννος δέχεται μια στην κεφαλή με τη χαχαλόβεργα του Δαφερμογιώργη και πέφτει ξερός στο έδαφος.
Τότε ο Χαΐνης ορμά πάνω του, τον καβαλάει και σέρνοντας το σπαθί του Καρβουνιάρη από το θηκάρι του κόβει το κεφάλι και το πετάει μακριά.
Αμέσως μετά παίρνει το σπαθί και εξαφανίστηκε. Έμεινε μερικές μέρες μακριά μέχρι που βεβαιώθηκε ότι κανένας από τους Τούρκους δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό και γύρισε σπίτι του. Εκεί βρήκε τους δικούς του που νόμισαν ότι είχε χαθεί πια, αφού δεν γύρισε αμέσως, να του ετοιμάζουν το «ζεστό» του για μνημόσυνο.
Ήταν συνήθεια, μετά την ταφή, να προσφέρουν ζεστό ψωμί με λίγες ελιές ή τυρί κι ένα κρασί για μακαρία του νεκρού.
Φανταζόμαστε όλοι τη χαρά τους μόλις τον είδαν. Η μακαρία έγινε γλέντι.

Ιστορία 7η
Από τους εφιάλτες των Ρωμιών ήταν ο Ασάν αγάς από τον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου. Μόλις «ξεψύχησε» η επανάσταση του 1821, βρήκε την ευκαιρία, να εκμεταλλευθεί τη δεινή θέση των χριστιανών του ορεινού Μυλοποτάμου εξαιτίας των Αιγυπτίων και Τουρκαλβανών που είχαν στρατοπεδεύσει στην Αξό, να έρθει στ’ Ανώγεια και να κτίσει σπίτι στη θέση που ακόμα και σήμερα ακούγεται Ασανιανά, δημιουργώντας και υποστατικά για μέρος της κτηματικής του περιουσίας.
Η συμπεριφορά του απέναντι στους ντόπιους χριστιανούς ήταν αχαρακτήριστη.

Όλο και κάτι σκαρφιζόταν για να βασανίζει τους Ρωμιούς. Από τις πιο προσφιλείς του συνήθειες ήταν να διοργανώνει γλέντια κι ενώ γνώριζε την αυστηρότητα των ηθών και το πάθος των Ανωγειανών για την τιμή τους, συγκέντρωνε με τη βία γυναίκες και τις υποχρέωνε να χορεύουν ξυπόλητες και με τα στήθια έξω, πάνω στο στρωμένο με ρόβι ονταδάκι του Ξυλουροκωνσταντινιό. Σ’ αυτό το μοναδικό για την περιοχή ονταδάκι έκανε ο γενίτσαρος τα οργιώδη γλέντια του.
Οι προσβολές αυτές όμως δεν μπορούσαν να συνεχιστούν. Και οι Ανωγειανοί αποφάσισαν να πάρουν θέση. Δεν πήγαινε άλλο. Η αφορμή δόθηκε τον Νοέμβριο του 1830.
Και η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν η Αγάπη, αδελφή του γενναίου οπλαρχηγού Σταύρου Νιώτη σπουδαίου αγωνιστή και Φιλικού.
Εκείνο το βράδυ που συνέβη το επεισόδιο με την αδελφή του βρέθηκε κατά σύμπτωση στο χωριό κατεβαίνοντας από το λημέρι. Όταν βρήκε την Αγάπη να κλαίει με αναφιλητά τον κυρίευσε ένα κακό προαίσθημα. Μετά τη μεγάλη επιμονή του να μάθει την αιτία της μεγάλης θλίψης της, η Αγάπη του διηγήθηκε το επεισόδιο με τον Ασάν αγά.
Αυτό πήγαινε πολύ κι ο Σταύρος Νιώτης δεν θα μπορούσε να το αφήσει ατιμώρητο.
Περίμενε πότε θα έρθει ξανά ο Ασάν στο χωριό και μόλις φάνηκε ο Τούρκος και ειδοποίησε να ετοιμάσουν το γλέντι του, ο Νιώτης έβαλε αμέσως σ’ εφαρμογή το σχέδιό του.
Στην κατάλληλη στιγμή βγήκε και κρύφτηκε πάνω στο δώμα του σπιτιού που γινόταν η διασκέδαση, στη μέση του οποίου ήταν ένα πιθάρι, συνηθισμένος φωταγωγός της εποχής εκείνης.
Αυτά που είδαν τα μάτια του θόλωσαν το νου του. Οι φήμες, το ελάχιστο μόνο μετέφεραν από όσα γίνονταν εκεί στον οντά της ακολασίας.
Ο Νιώτης μετά βίας κρατιόταν στο θέαμα που αντίκριζε, ακούγοντας όμως το σπαρταριστό γέλιο του αγά δεν μπόρεσε να κρατηθεί περισσότερο. Τράβηξε το μαχαίρι του και πήδησε από τον φωταγωγό με σκοπό να σκοτώσει τον αγά. Όμως γλίστρησε πάνω στο ρόβι, έπεσε κι αυτό έδωσε τον καιρό στον αγά και τους καβαζήδες του να τον πιάσουν.
Ο Ασάν αγάς έγινε θηρίο με την αποκοτιά αυτή του Ανωγειανού. Έξαλλος πρόσταξε να τον δέσουν, να ξυραφίσουν όλο του το σώμα και να γεμίσουν τις χαρακιές με μπόλικο αλάτι. Ήθελε να τον σκοτώσει με τον πιο μαρτυρικό τρόπο.
Ο Νιώτης υπέστη με αξιοπρέπεια το μαρτύριο. Όταν οι Τούρκοι τον είδαν να γέρνει μισοπεθαμένος, πήραν το βασανισμένο σώμα του και το πέταξαν σε κάτι χαλάσματα δίπλα στον οντά.
Από κει τον μάζεψαν οι χωριανοί και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να απαλύνουν τον πόνο του.
Με δυσκολία και μετά από αφάνταστες φροντίδες, τα κατάφεραν να τον γλιτώσουν από του χάρου τα δόντια.
Ήταν όμως δυνατός και η τρομερή αντοχή του τον βοήθησε να τα καταφέρει.
Η πράξη αυτή όμως του αγά δεν θα έμενε ατιμώρητη. Μόλις συνέφερε ο Νιώτης επί τρεις ημέρες περίμενε τον Ασάν αγά στο Αξικό πέρασμα του ποταμού του Φονιά.
Πράγματι την τρίτη μέρα φάνηκε ο γενίτσαρος με συνοδό τον καβαζή του.
Όταν ο γενίτσαρος πλησίασε αρκετά ο Νιώτης έτοιμος σηκώθηκε και με τις λέξεις: «πού πας μωρέ σκύλε» τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στον μηρό. Ο αγάς κατέπεσε από τη φοράδα και την ώρα που ο Νιώτης ήταν απασχολημένος με τον καβάζη, που τρομοκρατημένος το ‘βαλε στα πόδια, ανέσπασε τη πιστόλα του και τον πυροβόλησε χωρίς επιτυχία. Ο Νιώτης αποτυγχάνοντας να πιάσει τον αράπη, τον άφηκε και επιστρέφοντας κατέσφαξε τον Ασάν αγά και πήρε τ’ άρματά του και το ρουμπινένιο κομπολόγι του.
Στη συνέχεια απομακρύνθηκε μπαίνοντας στο παρακείμενο δάσος. Ο αράπης φθάνοντας στην Αξό ειδοποίησε τον στρατό, ο οποίος έτρεξε απ’ όλες τις μεριές, κύκλωσε το δάσος και άρχισε την έρευνα. Ο Νιώτης βγήκε πάνω στο διχάλι ενός ψιλωμένου δρυ κι από ‘κει παρακολουθούσε τις έρευνες. Οι Τούρκοι μετά από έρευνες πολλών ωρών επέστρεψαν απογοητευμένοι στην Αξό, ο δε Νιώτης κατέβηκε από το δρυ και πέρασε στον απέναντι Αχλαδιά. Εκεί κάθισε και σε λίγο αφού πυροβόλησε δυο φορές για να παραπλανήσει τους Τούρκους έφυγε επιστρέφοντας στ’ Ανώγεια. Αργότερα για ν’ αποφευκτούν αντίποινα εναντίον αθώων, ο Νιώτης ανέλαβε με επιστολή του την ευθύνη πριν συνεχίσει τη σπουδαία δράση του που έχει καταγράψει λεπτομερώς ο πρώην δήμαρχος Ανωγείων κ. Γιώργης Σμπώκος
Ιστορία 8η
Ένας ακόμα Αμπαδιώτης γενίτσαρος ήταν, ο Μπραήμ Αγακάκης από το Βαθιακό που εκτός των άλλων σκότωσε και τον Καπετάν Γιακουμή από τις Μέλαμπες Ρεθύμνου. Οι χωριανοί του, γυναίκες και άνδρες, χωρίς τουφέκια κατόρθωσαν να τον πιάσουν και να τον πετσοκόψουν. Μα ο θάνατος του Μπραήμ Αγά, που τον παρακολούθησαν από μακριά οι σύντροφοί του, οι οποίοι γλεντούσαν στο «Σελί των Μπίκηδων», έγινε αίτια και σε δύο μέρες σκοτώθηκαν μέσα στις Μέλαμπες εβδομήντα δύο (72) άνθρωποι, γέροι, γριές, παιδιά, όσοι δεν πρόφθασαν να τραβηχτούν ψηλά προς τα βουνά και να γλυτώσουν.
Οι Μελαμπιανοί αφού έθαψαν τους νεκρούς τους, εξέλεξαν μία αντιπροσωπεία που με κόπο και κίνδυνο πήγε στο Μεγάλο Κάστρο, για να παραπονεθεί στον Σαμήρ Μπεκήρ Πασά.
– Ίντα να σάσε κάμω, κακομοίρηδες, που σκοτώσατε γενίτσαρο και κανείς δεν τολμά να σας υπερασπιστεί, ούτε εγώ ο ίδιος. Μόνο το καλό που σας θέλω τραβήξετε πάλι πίσω ένας-ένας, όπως ήρθετε, για να μη σας υποψιαστούνε, γιατί θα χαθείτε κι άλλοι και κάτσετε στ’ αυγά σας.
Γυρίζοντας πίσω έτυχε να συναντήσουν τον Πισκοπιανό παπά-Μανώλη, που οι Τούρκοι του ατίμασαν την κόρη του και τον καταδίκασαν να κρατά το κερί. Ετοιμαζόταν να πάει στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσει την τιμωρία του Τούρκου από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’. Αποφάσισαν κι έστειλαν κι αυτοί δύο Μελαμπιανούς μαζί με τον παπά-Μανώλη.

Πραγματικά οι δύο αυτές διηγήσεις που σε κατάλληλη στιγμή έκαμε ο Πατριάρχης στον Σουλτάνο Μαχμούτ Χάν τον Δίκαιο, τον εστενοχώρησαν τόσο – ίσως περισσότερο η αδυναμία του πασά να υπερασπιστεί τους Μελαμπιανούς – που αποφάσισε ο Σουλτάνος να στείλει ένα από τους πιο δυνατούς και γενναίους πασάδες του για να τιμωρήσει και να δαμάσει τους άγριους γενίτσαρους που εξευτέλιζαν την ισχύ του.
Διάλεξε λοιπόν τον Χατζή-Οσμάν Πασά, ένα γενναίο Κούρδο, και τον διέταξε να βγει στη Σούδα με στρατιωτική δύναμη και να πρωτοδαμάσει τους Χανιώτες και σιγά σιγά να τραβήξει στο Ρέθυμνο και στο Μεγάλο Κάστρο, ώσπου να ξεκαθαρίσει όλη την Κρήτη.
Ο Οσμάν Πασάς έφθασε στη Σούδα στις 12 του Σεπτέμβρη του 1812 με αρκετή δύναμη τακτικού στρατού, προχώρησε προς τα Χανιά χωρίς να συμμορφωθεί προς την υπόδειξη που του έκαμαν εκείνοι που ήλθαν να τον συνεπάρουν, σαν περνούσαν μπρος από το μνήμα του Μπάρμπου, και όχι μόνο δεν προσκύνησε, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι πασάδες, ως τότε, μα ούτε καν έστρεψε να δει το μνήμα του αγιοποιημένου Τούρκου ήρωα που είχε πέσει το 1646 όταν οι Τούρκοι πήραν τα Χανιά από τους Βενετσιάνους.
Ήταν ο περίφημος «Πνιγάρης» για τον οποίο τόσα έχουν γραφτεί και κατά καιρούς με λεπτομέρειες έχουμε αναφέρει.









